Ο Λαβύρινθος της Σιωπής

lab 2

Το 2014 κάνει πρεμιέρα στις αίθουσες η ταινία του Τζούλιο Ριτσιαρέλι “Ο Λαβύρινθος της Σιωπής”, με θέμα την προσπάθεια του νεαρού εισαγγελέα, Γιόχαν Ράντμαν, να στοιχειοθετηθεί κατηγορητήριο ικανό να οδηγήσει σε δίκη τους αξιωματικούς που υπηρέτησαν στο Άουσβιτς και δε δικάστηκαν ποτέ στη δική της Νυρεμβέργης.

Συμπτωματικά, την ταινία αυτή την είδα χθες το βράδυ, μετά από μια σειρά γεγονότων που με προβλημάτισαν, με απογοήτευσαν, με έκαναν να σκεφτώ για ακόμη μια φορά τι έχει πάει τόσο στραβά σ’ αυτή τη χώρα ειδικά και με την ανθρωπότητα γενικότερα.

Βράδυ Κυριακής, μια μέρα γεμάτη με αθλητικά γεγονότα ή, στη δική μας πραγματικότητα, μια μέρα για να “ξεδώσουν” και να εκτινάξουν την αδρεναλίνη τους στα ύψη οι απανταχού οπαδοί (οπαδοί και όχι φίλαθλοι).

Συναντηθήκαμε με τη Λένα στο μετρό Συγγρού Φιξ για να συνεχίσουμε την πορεία μας προς τα Άνω Πατήσια, στον τελικό μας προορισμό. Αυτό σημαίνει ότι στην Ομόνοια θα έπρεπε να βγούμε από την κόκκινη γραμμή και να επιβιβαστούμε στην πράσινη του Ηλεκτρικού, όπως και έγινε.

Ωστόσο, με το που φτάσαμε στην αποβάθρα του Ηλεκτρικού έγινε σαφές ότι αυτή δε θα ήταν μια εύκολη μέρα και διαδρομή ταυτόχρονα. Ενώ περιμέναμε το τρένο, εμφανίστηκε μια ομάδα παιδιών-οπαδών, το πολύ 16 χρονών. Ήταν ντυμένα στα μαύρα, φορούσαν γάντια με μικρά εξογκώματα, καπέλα κατεβασμένα για να μη φαίνονται καλά τα χαρακτηριστικά τους.

Επιβιβαστήκαμε μαζί στο βαγόνι, οι υπόλοιποι επιβάτες τους κοιτούσαμε ανήσυχοι γιατί έδειχναν να ψάχνουν κάτι συγκεκριμένο, ενώ όλοι τους “υπάκουαν” σε έναν συγκεκριμένο της παρέας που έδινε εντολές του στιλ “κατέβασε κι άλλο το καπέλο σου” και τα συναφή.

Όπως είναι λογικό, φοβηθήκαμε με τη Λένα και αποφασίσαμε να αλλάξουμε βαγόνι στην επόμενη στάση. Όμως, το ίδιο έκαναν και αυτά τα παιδιά. Σε κάθε στάση άλλαζαν βαγόνι μέχρι να βρούνε αυτό ή καλύτερα αυτόν που έψαχναν. Πιο πολύ κι από το δικό μας φόβο, μου έκανε ο εντύπωση ο δικός τους. Μπορεί να έδειχναν έτοιμοι για όλα, όμως αν εξαιρέσεις τον ένα που έδινε τις οδηγίες, όλοι οι υπόλοιποι έμοιαζαν “χαμένοι”, είχαν φόβο στα μάτια τους και δίκαια. Πόσο έτοιμος μπορεί να είσαι στα 16 σου για να χτυπήσεις ανηλεώς τον οποιοδήποτε; Και πόση ανάγκη μπορεί να έχεις να ανήκεις κάπου για να συμμετέχεις σε αυτό;

Φτάσαμε στα Άνω Πατήσια, οι αγώνες όλοι σε εξέλιξη, μαζί και το πάρτι που βρισκόμασταν. Κάποια στιγμή όμως έπρεπε να φύγουμε για να προλάβουμε τα Μέσα. Ήταν η ώρα που τελείωναν και οι αγώνες. Φτάνουμε στο μετρό της Αττικής και μόλις κατεβαίνουμε στο σταθμό ακούμε φωνές και τύμπανα από την αποβάθρα, λέμε “πάλι τα ίδια”. Παιδιά που πανηγύριζαν για τη νίκη της ομάδας τους, με φωνές και ένταση που γι’ αυτούς είναι τρόπος έκφρασης, για τους υπόλοιπους και άσχετους με τη φάση είναι απλώς αλλόκοτο και αρκετό για να σου δημιουργηθεί επιπλέον φόβος, μεσάνυχτα στο μετρό Αττική -ξαναλέω (αν χρησιμοποιείς τα Μεσα, καταλαβαίνεις πολύ καλά τι εννοώ).

Στην Ομόνοια επιβιβάζονται δύο αγόρια  περίπου 15 ετών (δεν ήταν παραπάνω). Κι εκείνα από κάποιον αγώνα γυρνούσαν, όπως φάνηκε από τα λεγόμενά τους. Ο ένας με πολύ κοντοξυρισμένο μαλλί, μαυροντυμένος, είχε σηκώσει τα μανίκια της μπλούζας του και σχεδόν καμάρωνε το πόσο πετούσαν οι φλέβες του, ενώ όταν πέρασαν από μπροστά τους παιδιά Ρομά, δήλωσε στο φίλο του με μια αδιαφιλονίκητη σιγουριά πως “αυτά τα 10χρονα παιδιά πουλάνε πρέζα στην Ομόνοια, καταστρέφουν δημόσιες περιουσίες, είναι η πηγή του κακού και δε θα γίνουν ποτέ Έλληνες πολίτες”.

Φυσικά, συμπλήρωσε το απαραίτητο “Δεν είμαι χρυσαυγίτης, αλλά…” για να ολοκληρώσει πως όταν βλέπει τσιγγάνους “πετάγονται ακόμα περισσότερο οι φλέβες του”. Κόμπιασα. Είχα μπροστά μου ένα παιδί που είχε προλάβει στα 15 του (το πολύ) να γεμίσει με τόσο μίσος και αποστροφή στο άλλο, στο διαφορετικό.

Στο “Λαβύρινθο της Σιωπής”, ο Εισαγγελέας Εφετών, Φριτς Μπάουερ, που στήριζε την έρευνα του Ράντμαν για τους αξιωματικούς του Άουσβιτς, αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι αυτή η δική πρέπει να γίνει για να σταματήσει η Γερμανία να ζει στα ψέμματα και να καταστεί σαφές ότι οι περισσότεροι εξ όσων διέπραξαν εγκλήματα στο Άουσβιτς το έκαναν με δική τους πρωτοβουλία και χωρίς να τους επιβληθεί από κάποιον ανώτερό τους, επειδή είχαν εξουσία στα χέρια τους κι επειδή η ιδεολογία του ναζισμού ήταν βαθιά ριζωμένη μέσα τους. Συμπλήρωσε, δε, ότι μόνο έτσι η χώρα θα είχε τη δυνατότητα να προχωρήσει αληθινά εξιλεωμένη για τα ειδεχθή εγκλήματα που διεπράχθησαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Όλα αυτά γύριζαν στο μυαλό μου λίγες ώρες μετά τα αποκαρδιωτικά που έζησα το ίδιο βράδυ. Ο χουλιγκανισμός ως νοοτροπία καθόλου δεν απέχει από εκείνες τις ιδεολογίες που οδήγησαν σε απολυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ελέγχει και επιβάλλει δια της βίας, δαιμονοποιεί τον “άλλο”, δημιουργεί “στρατούς” έτοιμους να χύσουν το δικό τους αίμα και των υπολοίπων, “για ένα πουκάμισο αδειανό”.

Όσες προσπάθειες κι αν έγιναν στην Ελλάδα για την εξυγίανση του ποδοσφαίρου, έπεσαν στο κενό και εξακολουθούν για διάφορους και όχι πάντα ευνόητους λόγους. Σίγουρα, όμως, είναι πολύ χρήσιμο να έχεις πιόνια στη διάθεσή σου ανά πάσα ώρα και στιγμή, έτοιμα για όσα επίσημα δεν μπορεί να αναλάβει κάνεις. Κι ας είναι παιδιά ακόμα, κι έχουν φόβο στα μάτια, δεν έχει καμία σημασία.

Γιατί συνδέω την ταινία με το φαινόμενο του χουλιγκανισμού; Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι έτοιμοι να απαρνηθούν την αξία της ανθρώπινης ζωής, αρκεί να ανήκουν κάπου και να έχουν λίγη εξουσία, πάντα θα υπάρχουν κι εκείνοι που θα βρίσκουν τρόπους να τους εκμεταλλεύονται, να τους κατευθύνουν και να χτίζουν Άουσβιτς. Και, μοιραία, η ιστορία θα κάνει κύκλους. Ομόκεντρους, ως επί το πλείστον.