«Μα ποιος κυβερνά επιτέλους αυτή τη χώρα;»

lamprakis

Η χώρα αυτή, μέσα στις πολλές δυστυχίες που αντιμετώπισε, είχε την τύχη να γεννήσει μερικούς σπουδαίους ανθρώπους. Ανθρώπους αγωνιστές, υπερασπιστές με την ίδια τους τη ζωή του δικαίου και της δημοκρατίας, οραματιστές, ιδεολόγους πραγματικούς, όχι κάλπικους. Ένας τέτοιος ήταν και ο Γρηγόρης Λαμπράκης, ο οποίος σαν σήμερα, το 1963, δέχτηκε τη δολοφονική επίθεση σε βάρος του, μετά το πέρας ομιλίας του στη Θεσσαλονίκη, από το φασιστικό παρακράτος.

Στις 22 Μαΐου 1963, ο Γρηγόρης Λαμπράκης, βουλευτής της ΕΔΑ και ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος της «Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη», επρόκειτο να λάβει μέρος ως ομιλητής, σε εκδήλωση που είχε οργανώσει στη Θεσσαλονίκη η Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη, με θέμα τον πυρηνικό αφοπλισμό. Έξω από το χώρο της ομιλίας του, βρίσκονταν συγκεντρωμένοι τόσο υποστηρικτές του βουλευτή όσο και διαφωνούντες με εκείνον, έχοντας δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα τεταμένο κλίμα από νωρίς.

Είναι ενδεικτικό ότι, στο τέλος της ομιλίας του και αφού είχε ήδη προπηλακιστεί πηγαίνοντας στον χώρο της εκδήλωσης, ο Γρηγόρης Λαμπράκης είπε από το μικρόφωνο: «Προσοχή, προσοχή. Εδώ βουλευτής Λαμπράκης. Σαν εκπρόσωπος του Έθνους και του Λαού, καταγγέλλω ότι υπάρχει σχέδιο δολοφονίας μου και καλώ τον υπουργό Β. Ελλάδος, τον νομάρχη, τον εισαγγελέα, τον στρατηγό Χωροφυλακής Μήτσου, τον διευθυντή της Αστυνομίας και τον διοικητή Ασφαλείας να προστατέψουν τη συγκέντρωση και τη ζωή μου».

Έχοντας λάβει τις απαραίτητες διαβεβαιώσεις από τον μοίραρχο Παπατριανταφύλλου ότι ο χώρος έχει αδειάσει από τους παρακρατικούς αλλά και αφού διαμαρτυρήθηκε έντονα στον συνταγματάρχη Καμουτσή για την ασυδοσία τους, ο βουλευτής Λαμπράκης ξεκίνησε μαζί και με άλλους υποστηρικτές του να περάσουν απέναντι το δρόμο για το ξενοδοχείο. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στον αποκλεισμένο δρόμο το τρίκυκλο, το οποίο οδηγούσε ο Σπύρος Γκοτζαμάνης (γνωστός στον υπόκοσμο της Θεσσαλονίκης) και στην καρότσα του οποίου επέβαινε ο Μανώλης Εμμανουηλίδης, ο άνθρωπος που χτύπησε με λοστό τον Λαμπράκη στο κεφάλι. Ο Εμμανουηλίδης είχε καταδικαστεί στο παρελθόν για βιασμό, παιδεραστία, κλοπή κ.ά.

Λίγες ημέρες μετά, ξημερώματα της 27ης Μαΐου, ο Γρηγόρης Λαμπράκης θα αφήσει την τελευταία του πνοή, έχοντας υποκύψει στα θανατηφόρα τραύματά του, μέσα στο νεκροθάλαμο του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, όπως θα καταγγείλει αργότερα ο Θ. Γρέβιας, φοιτητής και υποστηρικτής του Γρηγόρη Λαμπράκη, κάνοντας λόγο για σχέδιο δολοφονίας Λαμπράκη, μιλώντας στην “Ελευθεροτυπία”: «Τα μεσάνυχτα βρισκόμασταν έξω από την κεντρική είσοδο του νοσοκομείου, όταν εξήλθε ένας γιατρός. Απευθύνθηκε σε μας, ρωτώντας αν ήμασταν εκεί για τον Λαμπράκη. Του απαντήσαμε “ναι”. Είπε ότι χρειαζόταν ένας από μας, γιατί δεν επαρκούσε το νοσηλευτικό προσωπικό. Πήγα εγώ. Κατέβηκα με το γιατρό στο πρώτο υπόγειο. Από ένα μακρόστενο διάδρομο μπήκαμε σε ένα κλειστό θάλαμο.

Στην είσοδο βλέπω τη γραμματέα της οργάνωσής μας Καίτη Τσαρουχά, να κρατάει στα χέρια της τον βαρύτατα τραυματισμένο πατέρα της, Γιώργη Τσαρουχά (χτυπήθηκε το ίδιο βράδυ), βουλευτή Καβάλας της ΕΔΑ. Στο βάθος δεξιά ξαπλωμένο ανάσκελα, το σώμα του Γρηγόρη Λαμπράκη… Ο γιατρός μου ζήτησε να καθίσω σε μια καρέκλα, πίσω από το κεφάλι του, να τοποθετήσω τα χέρια μου στην κάτω σιαγόνα και να κρατώ συνεχώς το κεφάλι του προς τα πίσω και έφυγε. Του είχαν κάνει τραχειοστομία. Δεν ήταν διασωληνομένος, δεν είχε ορό. Κατά διαστήματα το στήθος του τρανταζόταν από ακανόνιστες εισπνοές και εκπνοές… Ο χώρος όπου βρισκόμασταν δεν ήταν θάλαμος νοσηλείας. Ούτε τα κρεβάτια ήταν κρεβάτια νοσηλείας. Το κρεβάτι στο οποίο ήταν ο Λαμπράκης, αποτελούνταν από τρεις ξύλινες σανίδες πάνω σε δύο μεταλλικά “Π”, πιθανότατα νεκροκρέβατο. Μάλλον ήταν ο νεκροθάλαμος του νοσοκομείου».

Οι κατηγορούμενοι ανήλθαν στους 31 και, παρά την εισήγηση του εισαγγελέα Παύλου Δελαπόρτα να κριθούν ένοχοι οι 18, τελικά καταδικάστηκαν μόνο οι 9. Ο Παύλος Δελαπόρτας, ζητώντας την ενοχή των ανωτάτων αξιωματικών, είχε σημειώσει: «Σήμερα, εδώ, ένα σύμφυρμα κλεφτών, βιαστών, δοσίλογων και κάθε είδους κακοποιών, εμφανίζεται -προς εθνοκαπηλεία και ανομολόγητους ιδιοτελείς σκοπούς- ως προστάτης κοινωνικών καθεστώτων, ως φύλακας ιερών και οσίων και ως Κέρβερος του νόμου και της τάξης. Τι άλλο έπρεπε να περιμένει κανείς απ’ αυτό πλην του ότι θα εξελισσόταν σε κακοήθη νεοπλασία της κοινωνίας;».

Εν συντομία, την δολοφονία Λαμπράκη ακολούθησαν η παραίτηση της κυβέρνησης Καραμανλή, με την Ένωση Κέντρου του Γιώργου Παπανδρέου να κερδίζει τις επόμενες εκλογές, η ίδρυση της “Νεολαίας Λαμπράκη”, με πρώτο πρόεδρο τον Μίκη Θεοδωράκη, καθώς και η αυτοεξορία του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο Παρίσι και η δια παντός διαρραγή των σχέσεών του με το Παλάτι.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, όταν έφτασε στο γραφείο του λίγες ώρες μετά την επίθεση στον Λαμπράκη, φέρεται να αναφώνησε οργισμένος: «Μα ποιος κυβερνά επιτέλους αυτήν τη χώρα;», ενώ ο πολιτικός του αντίπαλος, Ανδρέας Παπανδρέου, σημείωσε λίγα χρόνια αργότερα, έπειτα από σχετικά έγγραφα που του είχε δείξει ο πατέρας του, ότι «ο στρατηγός Βαρδουλάκης, αρχηγός τότε της Χωροφυλακής, σε κάποια συζήτηση, είπε: “Κατά λάθος σκοτώθηκε ο Λαμπράκης. Είχε απλώς δοθεί η εντολή από τη βασίλισσα Φρειδερίκη να τον στραπατσάρουν…”».

Ποιος κυβερνά αυτή τη χώρα, λοιπόν; Τελικά καταδικάστηκαν μόνο οι φυσικοί αυτουργοί Γκοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης, οι οποίοι όμως εκτελούσαν εντολές άνωθεν, πολύ άνωθεν. Τόσοι αξιωματικοί της Ασφάλειας, διευθυντές της Χωροφυλακής, αρχηγοί παρακρατικών και ακροδεξιών οργανώσεων που εσκεμμένα έστησαν την αντισυγκέντρωση εκείνο το βράδυ στη Θεσσαλονίκη, έγιναν ξαφνικά αόρατοι, ήταν σαν να μην υπήρξαν ποτέ στις κατάμαυρες αυτές σελίδες της σύγχρονης ιστορίας μας.

Το κράτος και το παρακράτος έκαναν τη δουλειά τους για ακόμη μια φορά, χρησιμοποιώντας τους πρόθυμους εντολοδόχους τους (σεσημασμένους κακοποιούς στην προκειμένη) κι έπειτα, τους πρόσφεραν απλόχερα βορά στη διάθεση όσων ζητούσαν δικαίωση, θέτοντας τους εαυτούς τους στο απυρόβλητο.

Η υπόθεση Λαμπράκη έχει πολλά και διαχρονικά μηνύματα. Ο Λαμπράκης αποτέλεσε και αποτελεί έμπνευση αλλά και παράδειγμα για τους αγώνες όσων επιμένουν να διεκδικούν έναν δίκαιο κόσμο, έγινε αφορμή για να καταδειχτεί για ακόμη μια φορά ότι εκεί που δεν μπορεί να φτάσει το χέρι του κράτους για να μην λερωθεί με αίμα, πάντα θα βρίσκει τον τρόπο το παρακράτος, σε αγαστή συνεργασία με την αστυνομία, γι’ αυτό και καμιά εξουσία δεν θα επιδιώξει ποτέ τη διάλυση των όποιων παρακρατικών μηχανισμών αλλά και των ενστόλων, ήταν αφορμή για να αντιληφθούμε ξανά και με τον πλέον άσχημο τρόπο ότι, όσοι αγωνίζονται, στοχοποιούνται από το κράτος γιατί το ξεβολεύουν, γιατί αφυπνίζουν τον κόσμο, γιατί δείχνουν ότι υπάρχει κι άλλος δρόμος από εκείνον του συμβιβασμού και της υποχώρησης, γεμάτος -βέβαια- με αυταπάρνηση και προσωπικές θυσίες.

Και, για να κλείσω όπως ξεκίνησα, ναι, χαρά σ’ αυτόν τον τόπο που γέννησε τον Λαμπράκη. Ντροπή που τον δολοφόνησε. Είναι στιγμές -πολλές, πράγματι- που μοιάζει λες κι αυτή η χώρα δεν αντέχει το φως, δεν αποζητά την ελευθερία (πνευματική και σωματική). Η συγγραφέας Διδώ Σωτηρίου, έπειτα από τη λαϊκή κατακραυγή που ακολούθησε τη δολοφονία Λαμπράκη, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά για την κηδεία του βουλευτή: «Η Ελλάδα σύσσωμη είναι στο πόδι, όχι για ταφή μα για ανάσταση». Ναι, ο Λαμπράκης ζει. Ζει μέσα από την τεράστια παρακαταθήκη του. Εμείς;