Σε έψαξα

skia

Στην αρχή κοιτούσα τον κόσμο όπως ήμουν. Τότε ήλπιζα πως θα σε βρω.

Σε περίμενα για χρόνια.

Μετρούσα τις στιγμές που έχανα και έλεγα λίγο ακόμα και θα έρθεις.

Χαμογελούσα μπρος στο παράλογο του κόσμου και συνέχιζα.

Έκανα πως δε με πειράζει η αργοπορία σου. Μα αλήθεια υπήρχαν φορές που με πείραζε πολύ.

Προσπαθούσα να αγνοώ τα λόγια και τα απορημένα βλέμματα των άλλων. Εγώ περίμενα να έρθεις.

Υπήρχαν φορές, όμως, που η σιωπή τους και το βλέμμα τους με τσάκιζε.

Λένε πως η ψυχή είναι σαν μια χορδή. Η ζωή μου άλλαξε μια για πάντα όταν είδα αυτήν τη χορδή να σπάει.

Βράδιασε και κάθομαι πάλι σε αυτά τα κρύα σκαλοπάτια.

Ξεροκέφαλα γεγονότα. Έπρεπε να αλλάξω. Πώς να αλλάξω;

Βγήκα να σε βρω.

Σε έψαξα,  κρατώντας ένα ποτήρι κρασί.

Βγήκα πάλι.

Σε έψαξα στο βλέμμα των περαστικών στο τρένο, στο δρόμο…

Σε έψαξα εκείνα τα Σαββατόβραδα στο κέντρο της Αθήνας.

Δεν ήσουν πουθενά.

Γέμιζα τα χρόνια μου για να μη νιώθω ότι λείπεις.

Έμαθα μόνη μου να αντέχω το χάος. Έμαθα να μη φοβάμαι το χρόνο που περνά.

Άρχισαν να μου αρέσουν οι χειμώνες, να μη φοβάμαι τα βράδια. Άρχιζα να συνηθίζω στην ιδέα πως δε θα έρθεις.

Έφτιαξα μια δικαιολογία και μπήκα μέσα. Έκλεισα καλά τα μάτια μου και έπεισα τον εαυτό που πως πρέπει να αντέξει λίγο ακόμα.

Κάθε βράδυ έκανα την ίδια ευχή. Να σε βρω.

Σε έψαξα παντού.

Άφησα τις πόρτες μισάνοιχτες και δεν ήρθες ποτέ.

Ήρθαν μέρες που δεν είχα ούτε ένα όνειρο να διηγηθώ για σένα.

Ξεθώριαζε η σκέψη σου. Η ελπίδα ότι θα σε βρω έμοιαζε πια αστεία.

Κουράστηκα απόψε. Δε θέλω να έρθεις πια, αλήθεια. Δε θα σε ξαναψάξω.

«Δοκιμάζεις τη θάλασσα, δοκιμάζεις την πόλη, ψάχνεις στα βουνά και στα λαγκάδια, τι τα θες; θες τον εαυτό σου, τον θες στην γωνίτσα του…».

 

Photo credit: Χ. Τόλης