Ο Νίκος Τεμπονέρας και οι «αγανακτισμένοι πολίτες» του 1991

temponeras2

Κάθε εποχή σε πολιτική ή και άλλη κρίση, που σέβεται τον εαυτό της, έχει και τους “αγανακτισμένους πολίτες” της, εκείνους τους νοικοκυραίους που νιώθουν μια έμφυτη αποστροφή και έναν έκδηλο φόβο σε οτιδήποτε “ξένο” προς τους ίδιους, όντας έτοιμοι να κάνουν τη “βρώμικη δουλειά”, αυτή που το επίσημο Κράτος αδυνατεί για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων να πράξει.

Ο καθηγητής και στέλεχος του Εργατικού Αντιμπεριαλιστικού Μετώπου (ΕΑΜ), Νίκος Τεμπονέρας, δολοφονείται στις 8 Ιανουαρίου 1991, από μέλη της ΟΝΝΕΔ Πάτρας, γόνους τέτοιων νοικοκυραίων, τέτοιων “αγανακτισμένων πολιτών”, οι οποίοι είχαν ενοχληθεί από τις καταλήψεις των σχολών και σχολείων που βρίσκονταν σε εξέλιξη για μήνες, με αφορμή τις μεταρρυθμίσεις στην Παιδεία, τις οποίες και προωθούσε η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, με αρμόδιο υπουργό τον Βασίλη Κοντογιαννόπουλο.

Στις 7 Ιανουαρίου 1991, με την επιστροφή στις σχολικές αίθουσες μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων, “αγανακτισμένοι πολίτες” ζητούν επιτακτικά την επιστροφή στα θρανία και μαζί στην “κανονικότητα”. Μέλη της ΟΝΝΕΔ Πάτρας επιχειρούν να “σπάσουν” τις καταλήψεις, κρατώντας ρόπαλα και καδρόνια. Ξεκινούν επεισόδια με αποτέλεσμα τραυματισμούς μαθητών και γονέων, τα οποία θα συνεχιστούν και την επόμενη ημέρα.

Στις 08 Ιανουαρίου 1991, στις 19:30 το απόγευμα, περί τα τριάντα στελέχη της ΟΝΝΕΔ Πάτρας, με επικεφαλής τον τοπικό πρόεδρο της οργάνωσης Ιωάννη Καλαμπόκα, επιτίθενται οπλισμένοι κατά των μαθητών στην κατάληψη του Πολυκλαδικού Λυκείου, χωρίς όμως να επιτύχουν να διώξουν τους νέους. Μία ώρα αργότερα, η ίδια ομάδα επιτίθεται κατά του 3ου Λυκείου και καταφέρνουν να απωθήσουν τους ελάχιστους μαθητές που βρίσκονταν εκεί.

Περίπου στις 23:30 το βράδυ και αφού έχουν συγκεντρωθεί μαθητές, γονείς και καθηγητές έξω από το κατειλημμένο από τα μέλη της ΟΝΝΕΔ σχολείο, αρχίζουν συγκρούσεις μεταξύ των δύο πλευρών, ενώ με το άνοιγμα της πόρτας τα μέλη της ΟΝΝΕΔ επιτίθενται στον κόσμο με σιδερολοστούς, καδρόνια και τσιμεντόλιθους. Ο Νίκος Τεμπονέρας θα πέσει θανάσιμα τραυματισμένος, με ανοιγμένο το κρανίο, από το σιδερολοστό του Ιωάννη Καλαμπόκα.

Ο δολοφόνος Ιωάννης Καλαμπόκας δικάστηκε στο Βόλο έχοντας ως συνηγόρους υπεράσπισής του τρία κορυφαία ονόματα του τότε νομικού κόσμου, όλους προερχόμενους πολιτικά από το χώρο του κόμματος της Ν.Δ. και συγκεκριμένα τους Απόστολο Ανδρεουλάκο, Κώστα Κωνσταντινίδη και Επαμεινώνδα Ζαφειρόπουλο.

Καταδικάστηκε πρωτόδικα για φόνο εκ προμελέτης σε ισόβια δεσμά (απόφαση 22-24/93 ΜΟΔ Βόλου), ενώ αργότερα η ποινή του μειώθηκε σε 17 χρόνια και 3 μήνες (απόφαση 59/94 ΜΟΕ Λάρισας). Ωστόσο, αποφυλακίστηκε 7 χρόνια μετά την φυλάκισή του, ενώ σήμερα εργάζεται ως προϊστάμενος της Εθνικής τράπεζας σε παράρτημα του Βόλου. Σα να μην έγινε τίποτα, ποτέ.

Πράγματι, λοιπόν, υπήρχαν, υπάρχουν ακόμη και θα εξακολουθήσουν στο μέλλον οι κάθε είδους “αγανακτισμένοι πολίτες”. Εκείνοι που έχουν μάθει στην υπακοή, στο συμβιβασμό, στη μισαλλοδοξία, που στοχοποιούν πάντα κάποιον άλλο για τη δική τους αναξιοπρέπεια, οι ανά τους αιώνες “ραγιάδες”, οι “μάγκες” στον αναξιοπαθούντα αλλά δειλοί μπροστά στον ισχυρό.

Ευτυχώς, όμως, για την ανθρωπότητα, υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι σαν το Νίκο Τεμπονέρα, άνθρωποι ασυμβίβαστοι, αγωνιστές, αλληλέγγυοι, ιδεολόγοι ουσίας, από εκείνους που κάνουν το γρανάζι να γυρίζει.

Κι είναι με κάτι τέτοιες αφορμές που σκέφτομαι κάτι πολύ όμορφο που ανήκει στον Αλμπέρ Καμύ: «Όσο μακριά και να γυρίσω πίσω, θυμάμαι πως άρκεσε πάντα ένας άνθρωπος που ξεπέρασε το φόβο του κι επαναστάτησε για να αρχίσει η μηχανή τους να τρίζει. Δε λέω δα και πως σταματά, θα απείχε πολύ. Πάντως, όμως, τρίζει και μερικές φορές καταλήγει να χαλάσει στ’ αλήθεια».