Ο Παύλος γράφει…

SIDIROPOULOS

Μιλούσε για έναν κόσμο το 1971. Έναν κόσμο με μικρή καρδιά και μαχαίρια στα χέρια, έναν κόσμο που χτυπούσε όπου βρει. Που δεν διαφέρει και πολύ με τον κόσμο του σήμερα. Ήξερε απόλυτα τι έγραφε, νομίζω. Παραλληλίζω την ημέρα και ψάχνω μερικές σκόρπιες μελωδίες του. Κάπου τις έχω, όχι συγκεντρωμένες. Οι περισσότερες μου λείπουν, τις έχω ακούσει όμως. Κάποιες ξεχασμένες, αλλά διόλου ευκαταφρόνητες. Συμβολικές, θα έλεγα και κάνω συνειρμούς, κοινωνικούς, πολιτικούς, ό, τι χωράει το μυαλό.

Σκέφτηκα, λόγω της ημέρας, να στραφώ στον Παύλο. Όχι ότι χρειάζεται η 6η Δεκέμβρη για να μου τον υπενθυμίσει. Αλλά, λίγο περισσότερο αυτή η ημέρα με τραβάει. Ό, τι και να γράψω, όμως, θα είναι τετριμμένο. Για την προσωπικότητά του, για την ιστορία του με την ηρωίνη, για την επιρροή που είχε στην ελληνική ροκ. Πόσα έχουν γραφτεί και ειπωθεί για όλα αυτά. «Ο κόσμος τους», λέω ήταν κάτι το διαφορετικό. Είχα λησμονήσει την αξία του και προσπαθώ να ερμηνεύσω και πάλι το νόημά του. Ίσως να το συνδέσω με γεγονότα της εποχής μας.

Ίσως αυτά είναι σκόρπιες λέξεις που προσπαθώ να βάλω σε σειρά, για να μπορέσω να τιμήσω όπως πρέπει τον Παύλο. Σκόρπιες σκέψεις που σε εμένα μπορεί να χαλάνε τον ειρμό, αλλά στον Παύλο λειτουργούσαν σαν «ζωγραφιά». Το είχε αυτό το ποιητικό, κάτι σε Jim Morrison ένα πράγμα. Ένα τέτοιο στυλ. Δεν συγκρίνω, παραλληλίζω χαρακτήρες. Πάλι ξέφυγα, αλλά παράλληλα με το γράψιμο ψάχνω συνθέσεις του, που δεν ακούω συχνά. Ή μάλλον, που δεν ακούγονται συχνά. Σα να του γράφω ένα γράμμα, ένα πράγμα. Έρχονται λέξεις στο μυαλό, στίχοι και βρίζω που δεν μπορώ να έχω το 45στροφο δισκάκι με τα δύο τραγούδια μέσα.

«Το ξέσπασμα», «Ο κόσμος τους». Μέσα σε δύο μόλις τραγούδια οι λεγόμενοι Δάμων και Φιντίας, Παντελής Δεληγιαννίδης και φυσικά ο Παύλος, αλλιώς, στοχάζονται και δημιουργούν μουσική που δεν είχε να ζηλέψει και πολλά από την ξένη ροκ σκηνή. Με στοιχεία από την folk rock και φυσαρμόνικα που έφερνε στο μυαλό Neil Young και όχι μόνο, ο Παύλος γράφει το «Ο κόσμος τους» μέσα στο λεωφορείο για Θεσσαλονίκη-Αθήνα, παρατηρώντας τους συνεπιβάτες του. Αναζητώ το στίχο που με κρατά σε εγρήγορση, δυσκολεύομαι.

Ο Παύλος γράφει:

«Και κοιμούνται και ξυπνάνε
μας χτυπάνε όπου βρουν
μηχανές που περπατάνε
που δεν ξέρουν να ζουν».

 
 

Άφησε τη φαντασία σου να βρει το νόημα ή να το υποθέσει. Αν θέλεις το ερμηνεύεις όπως θέλεις. Όπως μιλάει στην ψυχή σου. Μετά μπαίνει το country στοιχείο. Η εισαγωγή της «Απογοήτευσης» μου φέρνει σε Johnny Cash. Στο τέλος βάζει και μια τζούρα από blues.

Ο Παύλος τραγουδά τους στίχους του Παντελή Δεληγγιανίδη:

«Κοντεύει να μου στρίψει, τι `ναι τούτο το κακό;
Μ’ αρρωσταίνει, με πειράζει και δεν ξέρω τι να πω
στο τέλος θα πιστέψω, πως για όλα φταίω εγώ».

 
 

«Ζωντανοί στο Κύτταρο», 1971. Γνωριμία με Πουλικάκο με Εξαδάκτυλο, Γκαϊφύλλια, Μπουρμπούλια και Σαββόπουλο. Με Socrates. Όλοι οι μεγάλοι της τότε ροκ ελληνικής ροκ σκηνής συναντώνται, σκέφτηκα. Δεν έχω σταματήσει να βάζω τραγούδια, ξεψαχνίζοντας στίχους. Πολλούς δεν είχα πάρει χαμπάρι, παλιότερα, αλλά με αυτό το άκουσμα ανακαλύπτω νέες κρυμμένες πτυχές τους, που μου είχαν διαφύγει.

Ακούω τον «Ντάμη τον Σκληρό», που ήταν ατίθασος και μοναχός και λένε πως ήταν σκληρός. Έχει κάτι από την μουσική των Jethro Tull, μπορεί και να είναι ιδέα μου, αλλά αυτό το progressive folk ύφος εκεί με πάει.

Ο Παύλος γράφει:

«Στο δικαστή άγριο ληστή
τον σύραν ένα πρωινό
κι αυτός εκεί λέει στη βουή
φταίτε κι εσείς για τούτα εδώ».

 
 

Ναι, ναι ξέρω. Τα λέω φλου. Αλλά «φλου» ήταν και ο Μπάμπης του Παύλου. Ναι, Σπυριδούλα. Ποιος δεν έχει ακούσει. Το προσπερνάω. «Μου ‘πες θα φύγεις». Ένα πιο ξεχασμένο θέλω, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια. «Οι σοβαροί κλόουν» με σκοτεινιάζει λίγο. Μιλάει για τα φοιτητικά του χρόνια. Για την απογοήτευση των επαναστατών φοιτητών, τα οράματά τους, τα οποία συνδέει με συγγραφείς όπως ο Πόε και ο Μαρκ Τουαίην». Χρησιμοποιεί στίχους του Alen Ginsberg («Πεθαίνοντας μέσα στον τρόμο ότι πεθαίνουν»).

Ο Παύλος γράφει:

«Τους είδα περαστικούς από τις αίθουσες των Πανεπιστημίων
και των δημόσιων σκοτεινών ψυχιατρείων
να συλλαβίζουνε την αλφαβήτα της κραυγής».

 
 

Πόσο πιο βιωματικό να γίνει το «Η ώρα του stuff». Πόσο πιο σκληρό. Ευθεία αναφορά στα ναρκωτικά και τον εθισμό του στην ηρωίνη. Με την Δήμητρα Γαλάνη μαζί στα φωνητικά. Σκληρές γραμμές οι παρακάτω, μουντές, σκοτεινές.

Ο Παύλος γράφει:

«Ξέρω πως ανάσκελα θα μας βρούνε ένα πρωί
σέρνοντας στο βλέμμα μας κάποια σιωπηλή κραυγή
άδειο θαν’ το πρόσωπο κι η ματιά τους αδειανή
με έναν αργό θάνατο να μας λειώνει το κορμί».

 
 

Προσπαθώντας να καταλάβω ποια ήταν η «Κ.», ίσως η Κατερίνα Γώγου, ίσως η αδερφή του, ίσως κάποια άλλη που ήθελε να θυμάται ο Παύλος, πατάω τα πλήκτρα βυθισμένος στην στιχουργική του μαεστρία. Δεν μπορώ να μιλήσω ποιητικά. Εξάλλου μόνο ο Παύλος θα μπορούσε. Κάπως έτσι φτάνω στο «Εν Λευκώ». Οι Απροσάρμοστοι, πλέον. Κομμάτια που δεν κάθονται καλά σε κάποιους και δέχονται λογοκρισία. Ο Παύλος προσπαθεί να ξορκίσει τους προσωπικούς του δαίμονες, να παλέψει με την εξάρτηση από τα ναρκωτικά, τα λέει έξω από τα δόντια. Το εξώφυλλο του άλμπουμ, ζοφερό, με όλα τα «σύνεργα» παρατεταγμένα μπροστά του.

Ωμοί στίχοι, λένε αλήθειες, αντικατοπτρίζουν μια σκληρή πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που είχε έρθει αντιμέτωπος. Ο κόσμος του είναι σκοτεινός, σε απόγνωση. Ο «Θάνατος» είναι η προσωπική του Οδύσσεια.

Ο Παύλος γράφει:

«Παυλάκη, γύρω σου σωπαίνουν
τους φτάνει που ανασαίνουν
τι ζητάς...
Ετοιμοθάνατου είσαι γέννα
κουλός με χρυσαφένια πένα
που το πας...».

 
 

Με πιο ανάλαφρη διάθεση και παρεϊστικο ύφος νομίζω, αλλά τα νοήματα απεικονίζουν την κατάσταση του σήμερα. Αυτό είναι το «Φτωχόπαιδο» από το «Zorba The Freak» με τον Πουλικάκο. Ο καθένας μπορεί να ταυτιστεί.

Ο Παύλος γράφει:

«Σε φάμπρικα πιάνεις δουλειά
μα κάποια ανύποπτη και σκοτεινή βραδιά
αναρχικοί βάζουν φωτιά
τ' αφεντικό σου πανικός ... χωρίς λεφτά...
ένα θηρίο σε καλεί... νιώθεις μια άγρια ηδονή».

 
 

Στα αυτιά μου το «Η Εθνική Συμφιλίωση» από το «Χωρίς Μακιγιάζ», αλλά πετάγομαι κάπου αλλού. Στο «Αυτοί Μιλάν» που τραγουδούν οι Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας. Τραγούδι που μαζί με μερικά άλλα δεν μπόρεσε να ηχογραφήσει, αλλά να αφήσει ανεξίτηλο το στιχουργικό στίγμα του. Γιάννης Αγγελάκας, Γιάννης Γιοκαρίνης, οι Απροσάρμοστοι και ο Βασίλης Πετρίδης ερμηνεύουν κομμάτια του.

Ο Παύλος γράφει:

«Αυτοί μιλάν την ώρα που ο ήλιος
έγειρε το χάος ν’ ακουμπήσει
την ώρα που εγώ σε προσκυνούσα απελπισμένος
για ζωή».

 
 

Μοναχός του παρέα μόνο με την κιθάρα του τραγουδά για τα μπλουζ του εργατόπαιδου, για αυτά του αποχωρισμού. Είναι αποκλειστικά κάτι προσωπικό, κάτι δικό του. Είναι τα μπλουζ του πρίγκηπα. Συγκινητικές, στεγνές εκτελέσεις.

Ο Παύλος γράφει:

«Συνέχεια μπερδευόμουνα,
μ' αυτούς που εμπιστευόμουνα
ώσπου τα χρειάστηκα και αναγκάστηκα
να δω φάτσα με φάτσα τη ζωή».

 
 

«Κοίταξε να δεις ποια είναι η συλλογιστική μου. Γράφω μια μουσική που τους είναι οικεία και νιώθουν άνετα. Έτσι μπορώ να λέω ό, τι πιστεύω. Από κει και πέρα σκέφτονται ότι ο Σιδηρόπουλος είναι δικός μας, για να λέει αυτά κάτι θα θέλει να μας πει. Θέλω μ' άλλα λόγια να τους προβληματίσω για το στίχο, γιατί πιστεύω ότι ο Έλληνας έχει ανάγκη πολύ περισσότερο από λογοτεχνική παιδεία παρά από μουσική παιδεία. Κι αυτό το λέω γιατί νιώθω περισσότερο στιχουργός παρά μουσικός. Μια λέξη μπορεί να μ' απασχολήσει κι ένα μήνα, ενώ η μελωδία δε μ' ενδιαφέρει και τόσο πολύ όσο μ' ενδιαφέρει να τα πω».

Αυτός ήταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Δίνει το μήνυμα και εύχεται καλή τύχη στους μάγκες. Ήταν ένας από αυτούς. Ήταν ένας από εμάς.

Ο Παύλος γράφει και αποχωρεί:

«Άντε, να φεύγω τώρα, είναι η ώρα
και ίσως σας ξαναδώ…
Αντίο…».