Για εκείνον που ζωγράφισε τη Ρωμιοσύνη με λέξεις όσο κανείς

ritsos

Συνηθίζουμε, όταν οι άνθρωποι φεύγουν, να φτιάχνουμε διθυράμβους απείρου κάλλους, να ψάχνουμε ιστορίες και λέξεις που να αποδεικνύουν πόσο σπουδαίοι υπήρξαν. Στην περίπτωση του Γιάννη Ρίτσου, επίτρεψέ μου να πω πως όσες “μεγάλες” και βαρύγδουπες φράσεις κι αν γράψει κανείς, θα είναι πάντα πολύ λίγες μπροστά στο έργο και τις ήμερες του ποιητή που αποχαιρέτισε τη ζωή σαν σήμερα, το 1990.

Έγραψε και κατέγραψε με τα ποιήματα και τα κείμενά του τις σημαντικότερες στιγμές αυτού του λαού και του τόπου από το 1930 κι έπειτα, οπότε και ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως λογοτέχνης. Μετέφρασε δημιουργίες μεγάλων ξένων ποιητών, όπως ο Ναζίμ Χικμέτ, ο Αλέξανδρος Μπλοκ, ο Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι. Μελοποιήθηκε όσο λίγοι, η φήμη του έφτασε στην υφήλιο, βραβεύτηκε με διεθνή βραβεία όσο ελάχιστοι Έλληνες δημιουργοί, μίλησε για τον έρωτα, τη ζωή, τη μοναξιά το θάνατο με ανυπέρβλητη γλαφυρότητα στη “Σονάτα του Σεληνόφωτος”, για να φύγει πλήρης ημερών (αν και ποτέ δεν μου άρεσε αυτός ο χαρακτηρισμός) στα 81 του χρόνια χτυπημένος από τον καρκίνο, έχοντας ταλαιπωρηθεί ήδη πολύ με την υγεία του, αντιμετωπίζοντας για χρόνια αναπνευστικά προβλήματα και αφού νεότερος είχε νοσηλευτεί για φυματίωση στο νοσοκομείο “Σωτηρία”.

Το έργο του αντίστοιχο της ζωής του: στρατευμένο από την αρχή μέχρι το τέλος. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά για έναν άνθρωπο που βίωσε τις εξορίες, κυνηγήθηκε για την συνειδητή ένταξη και συμπόρευσή του με το ΚΚΕ, διατηρούσε στενές σχέσεις με την ΕΣΣΔ; Εξάλλου, στα χρόνια από τη δικτατορία Μεταξά έως εκείνα της εξορίας από τη χούντα των συνταγματαρχών έγραψε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του, όπως τον “Επιτάφιο” και τη “Ρωμιοσύνη”.

Τα αφιερώματα στο Ρίτσο μπορούν να απλωθούν σε σελίδες σωρό. Ωστόσο, αυτό που είχε πει για εκείνον η λογοτέχνης Χρύσα Προκοπάκη που μελέτησε το έργο του, ίσως είναι το αντιπροσωπευτικότερο: “Αν κάποιος θα ήθελε να διαβάσει την ιστορία του περασμένου αιώνα, θα την έβρισκε ακέραια στην ποίηση του Ρίτσου“. 

Αντί επιλόγου, θα μοιραστώ μια προσωπική μου εμπειρία. Στην παράσταση αφιέρωμα στο Μίκη Θεοδωράκη “Ποιος τη ζωή μου” περίπου δύο χρόνια πριν, φυσικά ακούστηκαν και μελοποιημένα ποιήματα του Ρίτσου από το συνθέτη. Τη στιγμή που η ορχήστρα έπαιζε τη “Ρωμιοσύνη”, το “Όταν σφίγγουν το χέρι”, το “Θα σημάνουν οι καμπάνες”, έβλεπα ανθρώπους γύρω μου από διαφορετικές ηλικίες να δακρύζουν, να χειροκροτούν, να τραγουδούν δυνατά. Στιγμές γεμάτες συναίσθημα που θα θυμάμαι για πάντα. Ποιήματα που γράφτηκαν τόσα χρόνια πριν, μένουν ακόμα “ζωντανά”, όχι μόνο γιατί είναι η ίδια η νεότερη ιστορία αυτού του τόπου γραμμένη συχνά μέσα από βιώματα του ίδιου του ποιητή αλλά και γιατί οι στίχοι τους μ’ έναν συγκινητικά ρεαλιστικό τρόπο περιγράφουν με εξαιρετική ακρίβεια το λαϊκό αίσθημα ακόμα και σήμερα.

Πολλοί έχουν γράψει για την Ελλάδα και τις ομορφιές της. Ο Ρίτσος, όμως, «ζωγράφισε» τη Ρωμιοσύνη με λέξεις όσο κανείς.