Στις 28 Μαρτίου 1969 ο Γ. Σεφέρης «σπάει» τη σιωπή δύο χρόνων και στηλιτεύει τη χούντα στο BBC

Ανήκε σ’ εκείνη την κατηγορία των πνευματικών ανθρώπων που με την επιβολή της χούντας των συνταγματαρχών το 1967 πήρε θέση ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς. Τα πρώτα χρόνια, μάλιστα, είχε αποφασίσει να μην δημοσιεύει τη δουλειά του στην Ελλάδα. Ωστόσο, στις 28 Μαρτίου 1969, ο Γιώργος Σεφέρης στηλιτεύει με δήλωσή του στο BBC την επιβληθείσα δικτατορία στη χώρα.

«Πάει καιρὸς ποὺ πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ κρατηθῶ ἔξω ἀπὸ τὰ πολιτικὰ τοῦ τόπου. Προσπάθησα ἄλλοτε νὰ τὸ ἐξηγήσω. Αὐτὸ δὲ σημαίνει διόλου πὼς μοῦ εἶναι ἀδιάφορη ἡ πολιτικὴ ζωή μας. Ἔτσι, ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ὡς τώρα τελευταῖα, ἔπαψα κατὰ κανόνα νὰ ἀγγίζω τέτοια θέματα· ἐξάλλου τὰ ὅσα δημοσίεψα ὡς τὶς ἀρχὲς τοῦ 1967 καὶ ἡ κατοπινὴ στάση μου – δὲν ἔχω δημοσιέψει τίποτα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τότε ποὺ φιμώθηκε ἡ ἐλευθερία – ἔδειχναν, μοῦ φαίνεται, ἀρκετὰ καθαρὰ τὴ σκέψη μου.

Μολαταῦτα, μῆνες τώρα, αἰσθάνομαι μέσα μου καὶ γύρω μου, ὁλοένα πιὸ ἐπιτακτικά, τὸ χρέος νὰ πῶ ἕνα λόγο γιὰ τὴ σημερινὴ κατάστασή μας. Μὲ ὅλη τὴ δυνατὴ συντομία, νὰ τί θὰ ἔλεγα:

Κλείνουν δυὸ χρόνια ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο. Εἶναι μία κατάσταση ὑποχρεωτικῆς νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά. Δὲ θὰ μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω πῶς τέτοιες ζημιὲς δὲ λογαριάζουν πάρα πολὺ γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους.

Δυστυχῶς δὲν πρόκειται μόνον γι᾿ αὐτὸ τὸν κίνδυνο. Ὅλοι πιὰ τὸ διδάχτηκαν καὶ τὸ ξέρουν πὼς στὶς δικτατορικὲς καταστάσεις ἡ ἀρχὴ μπορεῖ νὰ μοιάζει εὔκολη, ὅμως ἡ τραγωδία περιμένει ἀναπότρεπτη στὸ τέλος. Τὸ δράμα αὐτοῦ τοῦ τέλους μᾶς βασανίζει, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ὅπως στοὺς παμπάλαιους χοροὺς τοῦ Αἰσχύλου. Ὅσο μένει ἡ ἀνωμαλία, τόσο προχωρεῖ τὸ κακό.

Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς κανένα ἀπολύτως πολιτικὸ δεσμὸ καί, μπορῶ νὰ τὸ πῶ, μιλῶ χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τὸν γκρεμὸ ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ἡ καταπίεση ποὺ κάλυψε τὸν τόπο. Αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία πρέπει νὰ σταματήσει. Εἶναι ἐθνικὴ ἐπιταγή.

Τώρα ξαναγυρίζω στὴ σιωπή μου. Παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ μὴ μὲ φέρει ἄλλη φορὰ σὲ παρόμοια ἀνάγκη νὰ ξαναμιλήσω».

Έπειτα από αυτή του δήλωση, ο νομπελίστας ποιητής παύεται από Πρέσβης επί Τιμή και του απαγορεύεται η χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου. Οι όποιες ποινές του επιβάλλει η χούντα για τη στάση του απέναντι στο καθεστώς δεν το πτοούν και δύο χρόνια αργότερα, στις 31 Μαρτίου 1971, θα κυκλοφορήσει για πρώτη φορά στη γαλλική εφημερίδα «Le Monde» το ποίημά του «Επί Ασπαλάθων», το οποίο αποτελεί μια ακόμα δημιουργία του λογοτέχνη ενάντια στη δικτατορία, ένα μήνυμα για την τιμωρία του «τυράννου Αρδιαίου»…

«Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού

Πάλι με την άνοιξη.

Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες

το κόκκινο χώμα κι οι ασπάλαθοι

δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια

και τους κίτρινους ανθούς.

Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη…

Γαλήνη.

-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;

Μια λέξη του Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τα’  αυλάκια ˙

τ’  όνομα του κίτρινου θάμνου

δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.

Το βράδυ βρήκα την περικοπή:

«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει

«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν

τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν

απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους

και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του

Ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος».

Λίγους μήνες μετά, το Σεπτέμβριο του 1971, ο Γιώργος Σεφέρης θα φύγει από τη ζωή. Η κηδεία του θα μετατραπεί σε αντιδικτατορικό συλλαλητήριο, όταν το συγκεντρωμένο πλήθος, καθοδόν για το Α’ νεκροταφείο, μπροστά στην Πύλη του Ανδριανού, θα σταματήσει την κυκλοφορία και θ’ αρχίσει να τραγουδά το απαγορευμένο –τότε- τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη «Άρνηση», σε στίχους του αποθανόντα ποιητή.

«Στο περιγιάλι το κρυφό

κι άσπρο σαν περιστέρι

διψάσαμε το μεσημέρι

μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή

γράψαμε τ’ όνομά της

Ωραία που φύσηξε ο μπάτης

και σβήστηκε η γραφή .

Με τι καρδιά, με τι πνοή,

τι πόθους και τι πάθος

πήραμε τη ζωή μας· λάθος!

κι αλλάξαμε ζωή»

Κράτα το