Μεσημέρι Αυγούστου στο νησί

amorgos

Ανηφόριζα λέει το μικρό λοφίσκο, σέρνοντας αργά τα βήματά μου. Ίσα ίσα να βγει ο δρόμος να φτάσω στο ακρογιάλι που ξεπρόβαλλε απ’ την άλλη πλευρά της χώρας στο μικρό νησάκι. Το βλέμμα μου ακόμα πιο νωχελικό, σχεδόν ανήμπορο ν’ αντέξει τη ραστώνη του καλοκαιριάτικου μεσημεριού. Έκανα στάση. Νωρίς το απόγευμα σε ένα καφενείο. Τα πόδια μου να κείτονται ξυπόλυτα στο σχεδόν καυτό τσιμέντο κι ένας καφές ελληνικός γλυκός και αυθεντικός να κάνει ένεση στο κορμί. Ξάφνου, ένα αεράκι μαγικό να σε δροσίζει. Θα κοιμόμουν άνετα εκεί, σκέφτηκα, αγκαλιά με τις φέτες καρπούζι που ο κυρ Μανώλης έφερε να με φιλέψει. Μέσα στη ψάθινη καρέκλα με τις νησιώτικες θαλασσινές λεπτομέρειες. Αχ να ‘ναι για πάντα αυτή η ανεμελιά.

Η ζωή μου κι η ζωή σου. Σαν ένα έργο του οποίου το σενάριο μπορείς εσύ να γράψεις. Να το σκηνοθετήσεις, να παίξεις, να το παρακολουθήσεις. Να βγει όπως θες, όπως ήταν τ’ όνειρο σου. Οι πιο ωραίες ταινίες κρύβονται πίσω από το βλέμμα σου κι αν δεν τις είδες ακόμα μη βλαστιμάς. Αρκεί να είναι καλοκαίρι να είσαι στην Αμοργό, την Αστυπάλαια, τη Σίκινο ή τη Δονούσα. Αρκεί να έχει σταφύλια. Αρκεί να ανηφορίζεις αυτή την πλαγιά. Να ξαπλώνεις στον ίδιο αμμόλοφο, να γιομίζεις τις χούφτες σου με την ψιλή εκείνη άμμο τη χρυσαφίζουσα.

Κι ύστερα βάζεις μια τρεχάλα προς τα νερά, τα νερά που καθρεφτίζουν, η θάλασσα είναι άδεια. Περίμενες να φύγουν οι άλλοι, να πάρει το καραβάκι τους τουρίστες μακριά για να γίνεις κι εσύ τουρίστας. Βλέπεις τη φάτσα σου να χαίρεται σαν το νήπιο, τα πράσινα νερά που σκάνε πάνω σου να σε βαφτίζουν και πάλι απ’ την αρχή. Οι ακτίνες του αυγουστιάτικου ήλιου καίνε το πρόσωπό σου ενώ είσαι στ’ ανάσκελα, νιώθεις να λυτρώνεσαι, να αιωρείσαι, να πεθαίνεις και να γεννιέσαι πάλι. Φτάνει να είσαι εκεί, να μυρίζεις τη θάλασσα.

Ανοίγεις τα μάτια σου είναι εφτά το πρωί. Δίπλα σου στέκει μια γκριζόασπρη γάτα, ανεβοκατεβάζει το κεφάλι της πάνω στο στομάχι σου και τα δάχτυλά σου γίνονται μικρά ανθρωπάκια που παίρνουν μορφή για να τη χαϊδέψουν. Ο κόσμος έχει εξαφανιστεί κι εσύ το μόνο που έχεις είναι ένα κορμί έτοιμο να κατασπαράξει ό,τι απλώνεται γαλήνιο, απίθανο και εξωπραγματικό μπροστά σου. Η ώρα μπορεί να πέρασε αλλά εσύ αντέχεις ακόμα, δεν θα αφήσεις κανέναν να σου αρπάξει τούτη τη γαλήνη. Η μιζέρια αυτοκαταργείται, τα εμπόδια λιώνουν, οι αγχωμένες σκέψεις θολώνουν στο ημίφως. Τι όμορφος που είναι ο κόσμος.

Όλα αυτά τα λευκά σπιτάκια. Κτίρια μικρά, μαγαζιά κολλημένα στο μπλε της θάλασσας. Οι αποχρώσεις του λευκού και του μπλε. Και οι παραθεριστές. Και ο ήλιος πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Κι οι ήχοι μιας μελωδίας από ένα από τα λευκά κυκλαδίτικα σπιτάκια. Υπάρχει ομορφιά που έμεινε ανέγγιχτη από το σύγχρονο τρόπο ζωής; Οι αποχρώσεις του λευκού και του μπλε. Είναι οφθαλμαπάτη; Δεν μπορείς να δώσεις καμια απάντηση φυσικά. Σκέφτεσαι μόνο ότι τώρα που είσαι ακόμα νιος, μπορείς να κάθεσαι στην αυλή σου ακίνητος με ένα βιβλίο κι ένα καφέ. Ή ακόμα καλύτερα να πηγαίνεις στο νησί εκείνο το κυκλαδίτικο και να πίνεις τη μια μπύρα πίσω από την άλλη. Όχι όμως με το άγχος του πρωτευουσιάνου. Με την πληρότητα εκείνη του ανθρώπου που χάνεται μες στις γουλιές και τη φύση. Μ’ αυτή αδερφέ μου.