Για τα ποιήματα του Β. Μαγιακόφσκι

vladimir

“Ε, διαβάτη! Η οδός Ζουκόφσκι;…… “Εδώ και χίλια χρόνια ονομάζεται οδός Μαγιακόφσκι, εκείνος είχε αυτοκτονήσει μπρος στην πόρτα της αγαπημένης του”. Ποιος; Εγώ; Έχω αυτοκτονήσει; Βρε, βρε, τι παραμύθια σου σκαρώνουν. Σμίλευε τη χαρά καρδιά μου…”, έγραφε το 1917 στο ποίημά του “Άνθρωπος”, όπως το απέδωσε στα ελληνικά ο Γιάννης Ρίτσος. Έβλεπε τον εαυτό του ως πρόδρομο της επανάστασης και την επανάσταση ως ακάνθινο στεφάνι. Ο πόνος πάντα τον κυρίευε. Τον κυρίευαν και οι λέξεις των ποιημάτων του, κάθε του λέξη ήταν καρφί στο ματωμένο κορμί του.

Ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι ύμνησε την επανάσταση, έγινε η σάλπιγγα της, κι ήξερε πως θα συντριβεί πάνω στην “καθημερινότητα” που μισούσε. Γνώριζε πως η ζωή που θα ζήσει θα είναι σύντομη και ποθούσε να ξαναζήσει για να λάβει ακέραιο το μερίδιο του απ’ τον κόσμο, αυτό που ο ίδιος θα άφηνε ανεξόφλητο.

«Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας. Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο, ωραίος τραβάω, τραβάω εικοσιδυό χρονώ λεβέντης», (“Σύννεφο με Παντελόνια”). Ο Μαγιακόφσκι στα 17 του χρόνια, 1910.

Δεν άντεξε να ζήσει τον αιώνα του κι ο αιώνας του δεν άντεξε το όραμά του. Eίναι σίγουρα ένας από αυτούς που ένιωσαν τόσο βαθιά την πάλη των αντιθέσεων. “Αντίθεση ανάμεσα στο κοινωνικό και το ατομικό, στο ηρωικό και το καθημερινό, στο όνειρο και την πραγματικότητα, στην πραγματικότητα και την έκφρασή της με το λόγο, στη ζωή και το θάνατο, στο θάνατο και την αθανασία, στην αντοχή και την κάμψη, στη χαρά και τον πόνο, στον έρωτα και την διάψευση, στο επαναστατικό όραμα και τη μη επαναστατική εξουσία, σ’ αυτό που θέλουμε να βλέπουμε θετικό και αποδεικνύεται αρνητικό – τόσες κι άλλες τόσες αντιθέσεις περνάνε μέσα από την ποίηση του Μαγιακόφσκι, αποτελούνε την ουσία της, της δίνουν τη μεγάλη αξία της. Αυτή η πάλη των αντιθέσεων που διαπερνά την ποίησή του είναι που την κάνει τόσο επίκαιρη σήμερα, όταν οι αντιθέσεις στο σύστημα που είχε ως προχθές το όνομα του υπαρκτού σοσιαλισμού φανέρωσαν όλη τους τη σαρωτική δύναμη”.*

Ο Μαγιακόφσκι γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου, 1893, στη μικρή πόλη Βαγδάτη της Γεωργίας όπου ο πατέρας του εργαζόταν ως δασοφύλακας. Συντροφεύοντας τον πατέρα του, ανάμεσα στα βουνά και το μουρμουρίσματα των νερών του ποταμού, ανακάλυψε το ρυθμό και τη μουσική των στίχων που θα έγραφε αργότερα. Ήταν ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο και μερικές φορές προβληματικό παιδί που άργησε να διαβάσει, όπως λένε οι βιογράφοι του. Ο τραγικός και συνάμα ξαφνικός θάνατος του πατέρα του από σηψαιμία ήταν καθοριστικό χτύπημα για την οικογένεια, η οποία μετακόμισε στη Μόσχα παλεύοντας να επιβιώσει.

«Ακούστε! Τάχα αν τ’ αστέρια ανάβουν πάει να πει πως κάποιος τα ‘χει ανάγκη; Πάει να πει πως κάποιος θέλει οπωσδήποτε να υπάρχουν;» (“Ακούστε”). Αλεξάντρ Ρόνττσενκο, Βίκτορ Σκλόφκι και Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, 1926.

Το 1909 συνελήφθη για τρίτη φορά ως έφηβος και έμεινε έντεκα μήνες στη φυλακή Μπουτίρκα της Μόσχας. Στη μοναξιά του κελιού 103, ο Μαγιακόφσκι διαμόρφωσε τη γραφή και την τέχνη του, ενώ λίγο μετά την αποφυλάκισή του έγινε γνωστός ως ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος, σκιτσογράφος, συντάκτης, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, πολιτιστικός προπαγανδιστής, και πάνω απ ‘όλα, ένας ποιητής με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον : “Οι στίχοι μου θα φτάσουν σε σένα/ μέσα απ’ τους αιώνες/ πάνω από κυβερνήτες και ποιητές”.

«Έχω δει σχεδόν όλο τον κόσμο- η ζωή είναι ωραία, αλλά το πιο ωραίο να σαι ζωντανός μέσ’ το δικό μας κολασμένο χάλι», (‘Πολύ Καλά’). Ο Μαγιακόφσκι σε διακοπές το 1923, στο νησί Νορντέρνεϊ, Γερμανία.

Όταν βγήκε από τη φυλακή, γράφτηκε στη Σχολή Τέχνης της Μόσχας, όπου συνάντησε τον Νταβιντ Μπουρλιούκ, τον καλύτερό του φίλο και “πρώτο αφεντικό του” αφού ήταν ο πρώτος που πίστεψε στην ποίησή του, προσφέροντάς του 50 καπίκια την ημέρα, για να μην πεινάει και να μπορεί να γράφει. Μαζί εντάχθηκαν στο κίνημα του φουτουρισμού, απορρίπτοντας κάθε έργο τέχνης που δεν ήταν “χαστούκι στο γούστο του κοινού”. Διοργάνωναν βραδιές ποίησης φορώντας αθλητικά κίτρινα πουκάμισα, ψηλά καπέλα και καλάμια, με βαμμένα πρόσωπα διάβαζαν ποιήματα μπροστά σε ακροατήρια που τους αποδοκίμαζε με ουρλιαχτά. To σύνθημά του ήταν “οι δρόμοι πινέλα μας, οι πλατείες παλέτες μας”, ενώ ο συγγραφέας Βίκτορ Σκλόβσκυ είχε γράψει για εκείνον: “Ο Μαγιακόφσκι μπήκε στην επανάσταση, σαν στο σπίτι του”.

Ο “ποιητής της επανάστασης” συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά, αλλά και με το φωτογράφο και καλλιτέχνη Αλεξάντερ Ροντσένκο. Ο ίδιος πρωτοστάτησε στο νέο είδος γραφικών τεχνών, με μια ανορθόδοξη πρωτοποριακή φόρμα με στόχο την προβολή του κομμουνιστικού μηνύματος. Yπηρέτησε με θέρμη τη ρωσική επανάσταση, ενώ έγραψε στίχους τόσο για το κράτος όσο και για τις μεγάλες στιγμές της επανάστασης. Επιμελήθηκε παράλληλα το περιοδικό του Αριστερού Μετώπου των Τεχνών (ЛЕФ), του οργανισμού των αβάν-γκαρντ Σοβιετικών καλλιτεχνών.

«’Ει, σεις! Ουρανοί! Το καπέλο σας βγάλτε! Περνάω εγώ! Ησυχία μουλωχτή. Το σύμπαν κοιμάται, ακουμπώντας στο μπράτσο το πελώριο αφτί κατάστικτο απ’ τα τσιμπούρια των άστρων». (“Σύννεφο με Παντελόνια”).

Το 1925, δημοσίευσε το διάσημο ποίημά του, “Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν” για το θάνατο του ηγέτη της Ρωσικής Επανάστασης. Από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, περιόδευσε στην Ευρώπη, το Μεξικό, την Κούβα και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εμπειρία του καταγράφηκε στη συλλογή “Πώς ανακάλυψα την Αμερική”, όπου περιλαμβάνει και το διάσημο ποίημά του “Γέφυρα του Μπρούκλιν”.

Στα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του εξέδωσε δύο θεατρικά έργα (“Κοριός” και “Λουτρό”), με κριτική διάθεση απέναντι στη σοβιετική γραφειοκρατία. Η αποτυχία της παράστασης του “Λουτρού” στο Λένινγκραντ το 1930, οι ερωτικές του απογοητεύσεις, οι διαδοχικές παρεξηγήσεις και συγκρούσεις με τον Ρωσικό Σύνδεσμο Προλεταρίων Συγγραφέων, οδήγησαν τον Μαγιακόφσκι στην απελπισία.

Στις 14 Απριλίου του ίδιου έτους έβαλε τέλος στη ζωή του, ενώ οι συνθήκες του θανάτου του περιβάλλονται ακόμα από μυστήριο.

Το σημείωμα που βρέθηκε στον τόπο της αυτοκτονίας του έγραφε:

Σε όλους.
Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατο μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο Μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά.
Μαμά, αδελφές, και σύντροφοι, σχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανένα), μα εγώ δεν έχω διέξοδο. Λιλλή αγάπα με.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λιλλή Μπρικ, η μαμά, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλνταβνα Πολόνσκαγια. Αν τους εξασφαλίσεις μια ανεκτή ζωή, σ’ ευχαριστώ. Τα αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ, αυτοί θα τα καθαρογράψουν.
Όπως λένε “Το επεισόδιο έληξε”.
Η βάρκα του έρωτα συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα. Έχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή. Προς τι, λοιπόν, η απαρίθμηση των αμοιβαίων πόνων, των συμφορών και των προσβολών;
Να ‘στε ευτυχισμένοι. 

Έπειτα από την αυτοκτονία του, ο σοβιετικός Τύπος επιτέθηκε στον ποιητή, χαρακτηρίζοντάς τον “φορμαλιστή” και “συνοδοιπόρο” και όχι “Καλλιτέχνη του Λαού”, όπως συνηθιζόταν για τους στρατευμένους καλλιτέχνες. Αυτός ήταν και ο “δεύτερος θάνατος του Μαγιακόφσκι”, σύμφωνα με τον φίλο του συγγραφέα Μπόρις Πάστερνακ («Δρ Ζιβάγκο»), αφού μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης (1991) χαρακτηρίστηκε “ένας από τους εκπροσώπους του ολοκληρωτισμού”.

Η ανώτερη φύση του Μαγιακόφσκι ωστόσο ακόμα και μετά θάνατον υπερέβη τις παγίδες των υπόλοιπων λογοτεχνών και όσων τον ήθελαν να σχετίζεται με το καθεστώς του Στάλιν, ο οποίος τελικά τον χαρακτήρισε “τον πιο ταλαντούχο ποιητή της Σοβιετικής Ένωσης”. Ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι έδωσε στο λαό προσιτή και διαχρονική ποίηση που ακόμα και σήμερα είναι επίκαιρη. Ύμνησε τη ζωή όσοι λίγοι. Αξίζει να διαβάσετε για το έργο του.

 

*Πρώτη δημοσίευση: Έλλη Παππά, Μακιαβέλι ή Μαρξ, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2005

Πηγή: Ο Οκτώβρης και η εποχή μας, εκδ. Τόπος, Αθήνα 2010