Η κατοικία μέσα στον χρόνο στην συνοικία του Γκαζοχωρίου

gkazoxori

Η Αθήνα, αν και μία πόλη με ρίζες βαθιά στο παρελθόν, στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος δεν ήταν παρά μία μικρή πόλη με 9.000 κατοίκους και έκταση 116 εκταρίων, η οποία μετά τον πόλεμο καταστράφηκε και εγκαταλήφθηκε. Λόγω όμως του φόρτου ιστορίας και της σημασίας της αποτέλεσε τη νέα πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.

Στην τότε πόλη υπήρχαν διάσπαρτοι οικισμοί στην Πλάκα, στου Ψυρρή, στην Καλαμιωτή, στον Άρειο Πάγο, όμως η νέα αυτή πόλη ύψιστης σημασίας έπρεπε να αναδιοργανωθεί για να μπορέσει να εξυπηρετήσει το νέο σκοπό της, αλλά και τις προκείμενες ανάγκες. Έτσι έγιναν κάποιες προσπάθειες πολεοδομικού σχεδιασμού της πόλεως χωρίς εν τέλει να ακολουθηθεί κάποιο από τα προτεινόμενα, μόνο κάποιες από τις προτάσεις προσαρμοζόμενες στα συμφέροντα του κράτους, του δήμου και των νέων ιδιοκτητών γης (προύχοντες Έλληνες του εξωτερικού και πολίτες που αγωνίστηκαν στον απελευθερωτικό αγώνα). Αρχικά έχουμε το 1831 το πολεοδομικό σχέδιο των Κλεάνθη και Schaubert, αργότερα την αντιπρόταση του Leo Von Klenze το 1834. Δυστυχώς λογω πολλών αντικρουόμενων συμφερόντων δεν πραγματοποιήθηκε κάποιο από αυτά αλλά και ούτε οι προτάσεις που συνέχισαν να κατατίθενται. Βασικός γνώμονας ήταν η άναρχη δόμηση από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους μέχρι ακόμα και τα μεταπολεμικά χρόνια. Σαν συνέπεια έχουμε τη διατήρηση του αρχικού οικιστικού πυρήνα γηγενών πληθυσμών, ενώ όσα από αυτά κατεδαφίστηκαν λόγω των νέων ρυμοτομικών σχεδίων βρέθηκαν σε καίριους άξονες της πόλης( Αθηνάς, Ευριπίδου, Αιόλου, Ερμού). Από την άλλη πλευρά οι εύποροι πληθυσμοί θέλησαν να απομακρυνθούν από τις συνοικίες με τα χαμηλότερα στρώματα και έτσι κατευθύνθηκαν βορειοανατολικά, κοντά στα ανάκτορα, όπου και ήταν η τελική τους θέση. Έτσι το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα έχουμε ένα διαχωρισμό στα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα της τότε Αθήνας, τοποθετώντας τα λαϊκά-οινομικά ασθενή δυτικά και νοτιοδυτικά και τα εύπορα-αριστοκρατικά βόριεα και βορειοδυτικά.

Βιώνουμε την « αντίστηξη της συνοικίας των αλανιάρηδων και της αριστοκρατικής συνοικίας» Δημοσθένης Βουτυράς

Η συνοικία του Γκαζοχωρίου ιδρύεται το 1862, με αφορμή τη δημιουργία εργοστασίου Φωταερίου στην οδό Πειραιώς το 1857, ενώ εντάχθηκε στον πολεοδομικό ιστό στο τέλος του αιώνα(1880) ακολουθώντας την ήδη υπάρχουσα χάραξη. Αρχικά οι εργάτες έμεναν στο εργοστάσιο, το οποίο ήταν απόλυτα αυτόνομο. Η περιοχή αυτή προσέλκυσε κατά κύριο λόγο εργατικό δυναμικό, ανθρώπους από δίαφορα μέρη της επαρχιας, όπως τη Νάξο και την Πάρο. To 1888 ο οικισμός πήρε τη μορφή που έχε σήμερα, διότι μέχρι το 1880 άνηκε στον Κεραμεικό.

Σύμφωνα με μαρτυρία του Ν. Ιγγλέζη αρχικά δεν υπήρχε γυναικείος πληθυσμός ούτε και εργάτες από το Φωταέριο στο Γκαζοχώρι και ο πληθυσμός ήταν όλος και όλος 127 άντρες.

Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν άθλιες, ενώ έμεναν σε χαμηλής ποιότητας κατοικίες με αυθαίρετη δόμηση. Οι κακές αυτές συνθήκες διαβίωσης υποβάθμιζαν την περιοχή και προσέλκυαν περιθωριακές ομάδες δημιουργώντας έτσι μία περιοχή-ζώνη που θα λέγαμε πως πλησιάζει τα πρότυπα της μεταβατικής ζώνης του ομόκεντρου μοντέλου του Ε. Burgess(1925).

Η τοποθεσία ήταν αρκετά κακόφημη και θα συνέχιζε η υποβάθμιση, όταν το 1910(Μαχαίρας, 1986) μετέφεραν όλα τα πορνεία της πόλης και τοποθέτησαν τη λαχαναγορά, τότε τα μεσαία στρώματα την εγκαταλείπουν. Ήταν μία συνοικία κατά βάση με εργατικές κατοικίες από ευτελή υλικά, ωμόπλιωθους ή οπτόπλινθους, λαϊκά σπίτια και κάποια νεοκλασσικά, υπόγεια, βιομηχανικά ή βιοτεχνικά κτίρια, οικόπεδα, μονόροφα ή διώροφα παράλληλα και κάθετα των κεντρικών οδικών αξόνων, ενώ υπήρχαν ελάχιστα μαγαζιά και καφενεία. Η έλλειψη ύδρευσης και η απουσία υπονόμων καταστούσαν τον οικισμό επιρρεπή σε επιδημίες, με αποτελέσμα να υπάρχει μεγάλο ποσοστό θνησιμότητας σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών το 1920.

Ο μικρός αυτός οικισμός δέχεται το ’22 κύμα προσφύγγων από τη Μ.Ασία, με σκοπό να απορροφηθούν από τις βιομηχανίες που υπήρχαν κυρίως στον άξονα της Πειραιώς. Το Γκαζοχώρι πρέπει να στεγάσει ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων, χωρίς να υπάρχουν υποδομές σε μία ήδη υποβαθμισμένη περιοχή. Οι νέες κατοικίες δεν είναι παρά παραπήγματα και καλύβες στο μεγαλύτερο μέρος, έως και το ΄30 συναντούμε μονόροφα ή διώροφα, από ωμόπλινθους ή οπτόπλινθους. Συνεχίζει να μεγαλώνει πληθυσμιακά, ειδικά το 1938 που παρατηρείται ιδιαίτερη αύξηση λόγω της πληθώρας των βιομηχανιών στην πόλη. Καθώς όλα αναπτύσσονται, κατοικίες συνεχίζουν να οικοδομούνται, ανοίγουν σχολεία, αναπτύσσεται το εμπόριο ειδών διατροφής και των μαγειρείων, οινοπωλείων, καφενείων σε όλη την περιοχή. Επίσης, όλο και περισσότερα ιατρεία και φαρμακεία ανοίγουν, όπως και θερινός κινηματογράφος. Ακολουθούν χρόνια μετανάστευσης, κατόπιν ανάπτυξη, τα πέτρινα χρόνια της επταετίας, η μεταπολίτευση. Έπειτα το Γκαζοχώρι, κατά τη δεκαετία του ΄70, δέχεται νέο κύμα εσωτερικών μεταναστών μουσουμάνων από τη Θράκη. Εν τω μεταξύ είναι η εποχή της αντιπαροχής και της πολυκατοικίας. Οι μικροϊδιοκτήτες γης χωρίζουν τα οικόπεδα σε ακόμη μικρότερες ιδιοκτησίες, που αποσκοπούν στην ανέγερση πολυόροφων κτιρίων και στην εκμετάλλευσή της γης στο έπακρο, ακολουθώντας έτσι τις εξελίξεις της τότε εποχής αποδεχόμενοι την πρόοδο. Το Γκάζι αναδιαμορφώνεται και γεμίζει πολυκατοικίες απαντώντας έτσι στις ανάγκες των νέων πληθυσμών, όντας ήδη ένας οικονομικός προορισμός και με προοπτικές εύρεσης εργασίας. Οι κάτοικοι όμως της περιοχής φαίνεται να έχουν προβλήματα με τους νέους πληθυσμούς, με αποτέσμα πολλοί από αυτούς να εγκαταλείψουν την περιοχή. Τη θέση τους έρχονται να πάρουν οι νέοι μετανάστες από τη Θράκη το 1985. Πλέον το κάθε διαμέρισμα δεν νοικίαζεται σαν διαμέρισμα, αλλά ανά άτομο. Η υποβαθμισμένη περιοχή δέχεται όλο και περισσότερους μετανάστες, τους οποίους οι ιδιοκτήτες εκμεταλλεύονται στο έπακρο. Το εργοστάσιο όμως κλείνει το 1984 οριστικά και το 1987 θεωρείται διατηρητέο.

Μέχρι τότε βλέπουμε ξεκάθαρα τον οικιστικό χαρακτήρα της συνοικίας, ο οποίος ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με την ύπαρξη βιομηχανιών κοντά στην περιοχή. Αυτό είχε πολλές συνέπειες, οικονομικές και κοινωνικές, όμως αυτή είναι και η αυθεντικότητα αυτού του τόπου.

Συνεχίζουμε να μιλάμε για μία κοινωνία υποβαθμισμένη με ποικίλα στοιχεία και χαρακτήρα που μένει αναλλοίωτος μέσα στα χρόνια. Αυτό αναζητούσαν και διάφορες κοινότητες,όπως καλλιτέχνες, γκέι, δηλαδή ένα μέρος της πόλης με αυθεντικότητα, ανεκτικότητα χωρίς καθωσπρεπισμούς, ταυτόχρονα με την προσιτή γη. Ο χαρακτήρας άρχισε να μεταλλάσσεται και να αποκτά άλλες πτυχές. Άρχισαν να ανοίγουν γκαλερί, πολιτιστικά κέντρα, κέντρα διασκέδασης. Σε αυτό είχε βοηθήσει και η πρόταση να γίνει το Γκάζι ‘ελεύθεροι χώροι και αστικό πράσινο’ από την δημοτική αρχή του 1998. Αυτό εκμεταλλεύτηκαν και οι κατασκευατικές και οι επιχειρηματίες που είδαν την απήχηση αυτής της νέας ανερχόμενης περιοχής και μαζί με την αντίστοιχη δημοτική αρχή αναστάλθηκε η προηγούμενη πρόταση και πλέον το Γκάζι αποτελούσε «ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ» και το πολιτιστικό κέντρο της Αθήνας.

Ο ρόλος της κατοικία έχει αλλάξει δραστικά τα τελευταία 20 χρόνια στην περιοχή του Γκαζιού και αυτό προσδιορίζεται από τις εκάστοτε ανάγκες του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος σχετικά με το αστικό μέσα στην προοτική του χρόνου. Η κατοικία σήμερα συνεχίζει να υπάρχει είτε σε παλιά κτίρια είτε σε σύχρονα LOFTS, ανάλογα σε ποιον απεθύνεται. Θα βρει κάποιος τις παλιές κατοικίες στα βάθη του Γκαζιού απομονωμένες, ενώ τα ελιτίστικα διαμερίσματα κοντά στην πλατεία, με νέους κατοίκους πρόσφατα ερχόμενους στην περιοχή. Με αυτή τη ριζική αλλαγή και την αύξηση των τιμών των ενοικίων, έχουμε την απομάκρυνση πολλών κατοίκων από την περιοχή και την έλξη νέων εύπορων κατοίκων που ακολουθούν το Lifestyle της εποχής. Με την αλλαγή των εποχών και αλλαγή στις ανάγκες των ανθρώπων, αφού έκλεισε το εργοστάσιο δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος για να συνεχίσουν να διαμένουν εκεί οι εργάτες, έτσι ήταν αναπόφευκτο να μεταποιηθεί και η ευρύτερη περιοχή. Το σημαντικό είναι πως δεν ερημοποιήθηκε, αλλά παρέμεινε ζωντανή μέσα από την αλλαγή αυτή, και ας ήταν μία αλλαγή εκ διαμέτρου αντίθετη.

Κοιτώντας συνολικά το Γκάζι καταλήγω πως πρόκειται για μία περιοχή που έχει πολλά να πει, με ποικλία λειτουργειών και διαφορετικούς ανθρώπους, σε μία προσπάθεια να αυτοπροσδιοριστεί και να συνεχίσει να είναι ζωντανό.

Είναι μία περιοχή που διαμορφώθηκε τόσο από τη βιομηχανία και τα πολιτικά δρώμενα της εποχής, όσο και τα προσφυγικά και μεταναστευτικά κύματα, αλλά κυρίως από τους ανθρώπους που σμήλευσαν την ταυτότητα αυτού του τόπου και συνεχίζουν. Δυστυχώς το κράτος και όχι μόνο, υποκινούμενο από τα οικονομικά συμφέροντά του, περιθωριοποίησε το Γκαζοχώρι για πολλά χρόνια, αδιαφορώντας για τους κατοίκους και τις συνθήκες διαβίωσής τους και συνέχισαν με την στοίβαξη ακόμα περισσότερων, προσφέροντας τα ελάχιστα. Οι κάτοικοι κατάφεραν να επιβιώσουν από τα δεινά και να εξελιχθούν παρά τις αντιξοότητες ακολουθώντας το ρεύμα των εποχών. Το μεταβατικό στάδιο ξεκινά με την εγκατάλειψη της βιομηχανίας και την μετατροπή του σε ένα νέο πολιτιστικό και ψυχαγωγικό χώρο συνεχίζοντας ακομη και σήμερα. Κατάφερε από περιθωριοποιημένο γκέτο, μέσα σε 150 χρόνια, να μετατραπεί σε μία από της δημοφιλέστερες περιοχές της Αθήνας.

Παρατηρώντας το μπορείς να διακρίνεις όλα τα χρονολογικά και κοινωνικά στρώματα που συνθέτουν την εικόνα της περιοχής και δημιουργούν την μοναδική ταυτότητά του. Θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι διχασμένο δε δύο κόσμους, τον παλιό και τον καινούργιο, τον βιομηχανικό και τον τουριστικό, τον λαϊκό και τον κοσμικό, τον αυθεντικό και τον εμπορικό. Αυτό το δίπολο είναι αυτό που το χαρακτηρίζει και το κάνει θελκτικό σε κάθε επισκέπτη, γιατί όλοι θα βρουν σίγουρα κάτι για να ταυτιστούν.