Το τελευταίο μας ποίημα

προσφυγες 2

«Είμαστε ένα βήμα πριν να σταματήσουμε να είμαστε ποιητές», σου είπα, κι εσύ αναρωτήθηκες πως είναι δυνατόν όσες περισσότερες μέρες είδαμε τον ήλιο, τόσο λιγότερο φως να έχουν τα μάτια μας. Αρκέστηκες να συμπεράνεις πως «μεγαλώσαμε» και έστρεψες το βλέμμα αλλού. «Ίσα που προλαβαίνουμε να σκαρώσουμε ένα τελευταίο ποίημα», δήλωσα τότε βιαστική, ενώ εσύ με κοίταξες δύσπιστα.

Άνοιξα αμέσως το παράθυρο,πήρα μολύβι και χαρτί και άρχισα να στερεώνω το βλέμμα μου σε τυχαίες εικόνες, για να εμπνευστώ. Ο καθαρός αέρας, η ψιλή βροχή, ο ήλιος που κρύβεται πίσω από τα σύννεφα και κάτω οι άνθρωποι. «Να εξυμνήσουμε αυτό που υπάρχει ή να ζητήσουμε αυτό που λείπει;», σε ρώτησα, αλλά εσύ περιφρονητικά με προσπέρασες. Ύστερα έριξα προσεκτικότερη ματιά στους ανθρώπους, που έσερναν τα βήματά τους στο πεζοδρόμιο, σαν να κουβαλούσαν ένα κρυφό βάρος. Δεν μπορούσα να τους καταλάβω, μέχρι που μου δωσες τη λύση. «Οι άνθρωποι πεινάνε, πονάνε, διψάνε, αγαπάνε, θυμώνουν, ελπίζουν, απελπίζονται και όταν τους στερήσεις όλα αυτά τα συναισθήματα, μετράνε αντίστροφα με το βήμα τους τον θάνατό τους.» «Και εμείς τι θα πούμε στο ποίημα μας; Πως οι άνθρωποι πεθαίνουν;» «Πως τους κοιτούσαμε μέχρι να πεθάνουν.» «Και πόση ώρα τους κοιτούσαμε;» «Μέχρι να σταματήσουν να έχουν ενδιαφέρον ή ζωή.» «Και μετά τι έγινε;» «Ανάλογα. Αν σταματήσουν να έχουν ενδιαφέρον, τους λέμε επικίνδυνους. Αν σταματήσουν να έχουν ζωή, -έτσι ακίνδυνοι που είναι πια- τους κάνουμε σύμβολα.» «Και δεν μπορούν να εμπνεύσουν ποτέ κανέναν αυτά τα σύμβολα;» «Ποτέ.» «Γιατί όχι;» «Γιατί γέρασαν όλοι οι ποιητές.» «Εμείς δεν γράψαμε ακόμα το τελευταίο μας ποίημα, όμως.» «Δεν ξέρεις να γράφεις. Ποτέ σου δεν έγραψες ποίημα», μου είπες και διέκρινα μια σαδιστική ειρωνεία να κατατρέχει τα λόγια σου.

Άρχισα μανιωδώς να γράφω και να σβήνω λέξεις στο χαρτί, ψάχνοντας απεγνωσμένα μια ενδιαφέρουσα εικόνα να περιγράψω. Πομπώδεις φράσεις, επιβλητικά λόγια , περιποιημένες λέξεις που αποτείνονταν εναλλάξ στο συναίσθημα και τη λογική. Σου τα διάβασα και το γέλιο σου άρχισε να γίνεται ακόμα πιο σαρκαστικό. «Το πρώτο και το τελευταίο σου ποίημα, το είπες όταν ήσουν παιδί, και με το που το απήγγειλες,στο απαγόρευσαν.» Αναρωτήθηκα τι στα κομμάτια ήθελες να πεις, τι περίμενες από μένα να γράψω. Ποια παρομοίωση μου είχε ξεφύγει; Ανέτρεξα στο ευπρεπέστερο λεξιλόγιο και σου απήγγειλα τις ευγενέστερες φράσεις με ισχυρές παραπομπές. Πήρα ύφος πομπώδες, έκανα καλλιγραφία, έβαλα φαρδιά πλατιά την υπογραφή μου. Αγγίζω με φόρα το χαρτί, δεν μπορεί να μου αρνηθεί κανείς πως γράφω, σκέφτηκα, αλλά δεν τόλμησα να σου το πω, αδύναμη πια να αντιμετωπίσω μια ακόμα χλευαστική στάση σου.

Μετά ξεχάστηκα στο θέαμα, ξέχασα ακόμα και την παρουσία σου. Μια γυναίκα έβγαλε το παλτό της, να σκεπάσει ένα μωρό. Ένα παιδί άρχισε να φωνάζει σε άγνωστη γλώσσα κάτι, κάποιος το κατάλαβε του δωσε ένα κουλούρι και εκείνο ησύχασε (αυτό ζητούσε άραγε ή ξεχάστηκε μ’ αυτό;) Ένας νεαρός άντρας κουβαλούσε στα χέρια έναν ηλικιωμένο άντρα (πατέρας του, θείος του, γείτονας, άγνωστος του;) Μια γυναίκα προσευχόταν με άγνωστα λόγια σε άγνωστο θεό, και φάνηκε να κρατούσε στην προσευχή της το τέλος των βασάνων όλου του κόσμου. Ένα αγόρι προσπαθούσε να ζεσταθεί σε ένα στραπατσαρισμένο χαρτόκουτο, και ένα κορίτσι πάλευε να βγάλει από τις λάσπες την κούκλα του. Μια μάνα στράγγιζε το στήθος της για να βρέξει τα χείλη του μωρού της με λίγο γάλα, και ένας πιτσιρίκος μάζευε ξύλα για να ανάψει φωτιά.

Έμεινα ολομόναχη στο χώρο, με εσένα να με κοιτάς εξεταστικά. Σου το είπα και γέλασες με τρόπο διαφορετικό αυτή τη φορά. «Το πρώτο βήμα είναι να νιώσεις ολομόναχος στον κόσμο», μου είπες. «Μετά;», ρώτησα, αλλά δεν πήρα ποτέ απάντηση. Ξύπνησα από την ονειροπόληση, άνοιξα την πόρτα, την έκλεισα αφήνοντας τα κλειδιά μέσα και ξεκίνησανα φύγω. «Έλα… Ίσα που προλαβαίνουμε να αφήσουμε ατέλειωτο το τελευταίο μας ποίημα», σου είπα. «Μακάρι αυτό το σπίτι να διαλυθεί, πριν να θελήσουμε να επιστρέψουμε», μου απάντησες.