Επόμενος Σταθμός: Ουτοπία

next stop utopia

Όταν το 2011 το εργοστάσιο της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής έβαζε λουκέτο, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα επακολουθούσε. Οι εργαζόμενοι βγαίνουν στον δρόμο, διεκδικούν την ικανοποίηση των χρηματικών τους απαιτήσεων, αλλά και την επαναλειτουργία του εργοστασίου. Έπειτα από επαναλαμβανόμενες απεργίες και επισχέσεις εργασίας κερδίζουν με την κατάθεση ασφαλιστικών μέτρων την δέσμευση των υπάρχοντων εμπορευμάτων και μηχανημάτων, σχηματίζουν τον δικό τους εργατικό συνεταιρισμό και καταλαμβάνουν ένα μικρό κομμάτι του χώρου του εργοστασίου.

Η ΒΙΟΜΕ λοιπόν στις αρχές του 2013 περνά στα χέρια των εργατών, δεν παράγουν βέβαια οικοδομικά υλικά όπως πριν, αλλά σαπούνι, καθαριστικά και υγρά πιάτων και ρούχων. Είναι το πρώτο εργοστάσιο στην Ελλάδα που οι εργαζόμενοι έχουν τον απόλυτο έλεγχο της παραγωγής και λειτουργεί με μεσοδημοκρατικές διαδικασίες. Στο πλευρό τους στάθηκαν από την πρώτη στιγμή εκατοντάδες αλληλέγγυοι από την Ελλάδα και το εξωτερικό, οι οποίοι συνέβαλαν σημαντικά και στη διάθεση των καθαριστικών προϊόντων  που έφτιαχναν οι εργαζόμενοι της ΒΙΟΜΕ.

Σήμερα σχεδόν 4 χρόνια μετά οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να βρίσκονται εκεί και να διεκδικούν ένα νομικό πλαίσιο για την κατοχύρωση του εγχειρηματός τους, καθώς ο νόμος δεν προβλέπει τίποτα για περιπτώσεις εργοστασίων που εγκαταλείφθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους και οι εργάτες ανέλαβαν να συνεχίσουν την παραγωγή. Αυτή τη στιγμή το οικόπεδο της πτωχευμένης πλέον ΦΙΛΚΕΡΑΜ, όπου βρίσκεται και η ΒΙΟΜΕ, είναι υπό εκκαθάριση, ενώ τα χρέη της ΒΙΟΜΕ αγγίζουν τα τέσσερα εκατομμύρια ευρώ. Από την άλλη κάποιοι πρώην εργαζόμενοι της ΦΙΛΚΕΡΑΜ φοβούνται ότι η αυτοδιαχειριζόμενη λειτουργία της ΒΙΟΜΕ θέτει σε κίνδυνο τη δυνατότητα αποζημίωσής τους.

Για να μιλήσουμε για όλα αυτά επικοινωνήσαμε με τον κινηματογραφιστή Απόστολο Καρακάση, ο οποίος είναι ο δημιουργός του ντοκιμαντέρ Επόμενος Σταθμός Ουτοπία. Το ντοκιμαντέρ αυτό καταγράφει τις δράσεις των εργαζομένων της ΒΙΟΜΕ από τη στιγμή που αποφασίζουν να προχωρήσουν σε κατάληψη του εργοστασίου και να το λειτουργήσουν σε καθεστώς αυτοδιαχείρισης.

Γιατί αποφάσισες να ασχοληθείς με το συγκεκριμένο θέμα και πόσο καιρό σου πήρε να ολοκληρώσεις το ντοκιμαντέρ;

Αυτή είναι μια ταινία που ξεκίνησε το Φεβρουάριο του 2013, όταν αυτή η ομάδα εργαζομένων της ΒΙΟΜΕ αποφάσισε να κάνει την κατάληψη του εργοστασίου και να ξεκινήσει την παραγωγή. Προσωπικά το έμαθα λίγες εβδομάδες πριν ξεκινήσει η κατάληψη και αισθάνθηκα κατευθείαν μια έλξη γι' αυτήν την ιστορία γιατί, αφ' ενός μεν αισθάνομαι ότι είναι χρέος μου σαν ντοκιμαντερίστας να καταγράφω και να λέω τις ιστορίες των καιρών μου. Δηλαδή κατά κάποιον τρόπο να γράφω το χρονικό της εποχής της κοινωνίας στην οποία ζω, ώστε μετά από χρόνια, όπως υποδεικνύει η ματαιοδοξία μου, κάποιος θέλοντας να αναζητήσει, να δει πώς ήταν αυτή η εποχή και να δει κάποια κομμάτια αλήθειας πέρα από τη ειδησεογραφία. Η συγκεκριμένη ιστορία είναι μια τρομερή περιπέτεια, η οποία φαινόταν από την αρχή ότι θα ήταν μια περιπέτεια, γιατί έχουμε μια περίπτωση του Δαυίδ εναντίον του Γολιάθ. Είναι μια χούφτα εργαζόμενοι που προσπαθούν να καταλάβουν ένα τεράστιο εργοστάσιο, να τα βάλουν με θεούς και δαίμονες και να το θέσουν σε λειτουργία. Από την άλλη με ενδιαφέρουν πολύ οι ανθρώπινες ιστορίες, οι ιστορίες που έχουν ως κέντρο τους τον άνθρωπο και διαισθανόμουν ότι είναι μια εσωτερική μεταβολή πολύ σημαντική γι' αυτούς τους ανθρώπους, γιατί προφανώς δεν έχουμε να κάνουμε με 20-30 γεννημένους επαναστάτες, αλλά με απλούς εργαζομένους σε ένα εργοστάσιο που η ανάγκη τους έφερε σε ένα σημείο τέτοιο, ώστε να ριζοσπαστικοποιηθούν και να επαναστατήσουν. Ήθελα να δω αυτήν την μεταβολή μέσα στον άνθρωπο, πώς συμβαίνει και πώς εξελίσσεται.

Αντιλαμβανόμαστε ότι και λόγω του θέματος θα υπήρξαν δυσκολίες σε αυτό το εγχείρημα. Μια από αυτές φανταζόμαστε ότι ήταν και το ζήτημα της εμπιστοσύνης από πλευράς των εργαζομένων της ΒΙΟΜΕ προς εσάς, αλλά και από πλευράς της κυρίας Χριστίνας Φιλίππου. Γενικότερα, ποιες ήταν οι δυσκολίες;

Ένα ντοκιμαντέρ καταξιώνεται μέσα από τις σχέσεις εμπιστοσύνης που έχουν η ομάδα των ανθρώπων που είναι πίσω από τις κάμερες με αυτούς που πρωταγωνιστούν. Όσο πιο βαθιές και ειλικρινείς είναι αυτές οι σχέσεις, τόσο πιο γνήσια είναι η εικόνα που έχουμε και τόσο πιο βαθιά μπορούμε να δούμε την πραγματικότητα. Οπότε αυτός είναι και ο μεγάλος μας στόχος. Να κατακτήσουμε μια καλή σχέση εμπιστοσύνης. Αυτό έγινε σταδιακά. Συμβιώσαμε πολύ καιρό με τους εργαζόμενους. Το συνεργείο πίσω από τις κάμερες ήμασταν 2 άνθρωποι και σπανίως 3. Ο βασικός μου συνεργάτης ήταν ο Θανάσης Καφετζής, ένας νέος σκηνοθέτης, ο οποίος ήταν φοιτητής μου στο τμήμα Κινηματογράφου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Συγχρόνως τον ενδιέφερε πολύ και η υπόθεση της ΒΙΟΜΕ. Συναντηθήκαμε την πρώτη μέρα των γυρισμάτων και πολύ γρήγορα γίναμε ομάδα. Από κει και πέρα πηγαίναμε κάθε πρωί στις 07.00 και μέναμε με τους εργαζόμενους μέχρι να σχολάσουν στις 15.00 και αυτό έγινε συνολικά 200 μέρες πάνω κάτω. Οπότε όπως καταλαβαίνετε με αυτήν την καθημερινή τριβή, ταξιδεύοντας μαζί και μοιραζόμενοι όλες αυτές τις εμπειρίες στο τέλος γίνεσαι ένα μέλος της οικογένειας και αυτή η εμπιστοσύνη κερδίζεται σύντομα.

Αισθανόμουν επίσης την ανάγκη να συμμετέχει και η αντίπαλη πλευρά, η εχθρός των εργαζομένων ας πούμε, η πρώην διευθύντρια του εργοστασίου Χριστίνα Φιλίππου, με την οποία έχουν διαμάχες δικαστικές διότι τους οφείλει η εταιρεία χρήματα. Νομίζω είναι σημαντικό να δίνεις τη δυνατότητα στο θεατή να έχει προσλαμβάνουσες διαφορετικές και να μπορεί να διαμορφώσει τη δική του αντίληψη. Συγχρόνως νομίζω ότι αυτοί οι χαρακτήρες, οι οποίοι είναι βασικοί και έχουν διαφορετικές καταβολές και οπτικές με έναν τρόπο ελλειπτικό αντιπροσωπεύουν διαφορετικά κομμάτια από αυτό το μωσαϊκό που είναι η κοινωνία μας. Είναι σημαντικό έτσι για μένα, να έχω ένα κομμάτι της αστικής τάξης που και αυτή με έναν τρόπο αλλάζει μέσα στα χρόνια της κρίσης, καθώς η γυναίκα αυτή βρέθηκε από διευθύντρια να είναι άνεργη και να έχει τις δικές της δυσκολίες, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι της συμβαίνει. Εσάς πώς σας φάνηκε το αποτέλεσμα;

Βλέπουμε κατά τη διάρκεια του ντοκιμαντέρ ένα ολόκληρο ταξίδι. Πώς οι εργαζόμενοι ενωμένοι πήραν την απόφαση να κάνουν την κατάληψη του εργοστασίου, τη σύγκρουσή τους όταν τέθηκε το ζήτημα της κοινωνικής συνεταιριστικής επιχείρησης, την απογοήτευση όσων έμειναν πίσω, το φάντασμα της ανεργίας. Πώς ήταν για σένα στο σύνολό του το ταξίδι αυτό;

Ήταν μια περιπέτεια και φυσικά επειδή είναι ένας αγώνας που ακόμα εξελίσσεται, η περιπέτεια συνεχίζεται, αν και εγώ πλέον την παρακολουθώ από μια πιο διακριτική απόσταση.  Αυτό που μου συνέθετε αυτήν την περιπέτεια ήταν οι συγκρούσεις σε κάθε επίπεδο. Το ένα επίπεδο είναι το εξωτερικό. Οι συγκρούσεις με το κράτος και τον νόμο, γιατί προφανώς το να καταλάβεις ένα εργοστάσιο και να προσπαθήσεις να το διαχειριστείς την σήμερον ημέρα στο σύστημα που ζούμε είναι κάτι παράνομο. Σε ένα δεύτερο επίπεδο υπήρχαν και οι συγκρούσεις μέσα στην ομάδα. Συγκρούσεις συνειδήσεων ανθρώπων που προσπαθούν να βρουν έναν καινούριο ρόλο και να συνυπάρξουν μεταξύ τους λειτουργώντας αμεσοδημοκρατικά. Το πιο σπαρακτικό βέβαια ήταν οι εσωτερικές συγκρούσεις κάποιων ανθρώπων που έπρεπε να αλλάξουν ταυτότητα, να αλλάξουν τις παλιές τους συνήθειες και να δουν τον εαυτό τους διαφορετικά. Επιπλέον έπρεπε να δημιουργήσουν μια καινούρια συνείδηση που θα τους επέτρεπε να συμμετάσχουν σε αυτό το εγχείρημα, ώστε να μπορέσουν να βρουν μέσα από αυτό μια διέξοδο. Όλα αυτά δημιουργούσαν, λοιπόν, συναισθηματικές μεταπτώσεις. Άλλοτε ένοιωθες ελπίδα επειδή κάποιος κάτι είπε διαφορετικό, κάτι άλλαξε στη συμπεριφορά ή κάποιος Υπουργός έδωσε μια μικρή υπόσχεση που ανοίγει μια χαραμάδα και έτσι είναι ένα διαρκές σκαμπανέβασμα, υπάρχουν καμπύλες στην αφήγηση και έχει πραγματικά τα συστατικά μιας περιπέτειας.

Υπήρξαν στιγμές για τις οποίες προβληματίστηκες αν έπρεπε να τις συμπεριλάβεις στο υλικό;

Υπήρχαν καταρχήν από τεχνικής άποψης. Επειδή όλα αυτά τα εγχειρήματα κινούνται στα όρια της νομιμότητας πρέπει να είσαι προσεκτικός στο μοντάζ μήπως τυχόν εκθέσεις κάτι που μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα. Πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως και στην Αργεντινή, που μας έλεγε ο Ραούλ Γκοντό, ένας εργαζόμενος που είχε επισκεφτεί το εργοστάσιο, ο νόμος πάντα έπεται των δράσεων. Οπότε προσπάθησα να μην συμπεριλάβω στο υλικό κάποιες τέτοιες σκηνές, αλλά γενικά δεν μπήκα στη λογική να λογοκρίνω τις στιγμές μέσα στην ομάδα και σε συμφωνία με τους εργαζόμενους που και οι ίδιοι συμφώνησαν ότι τέτοιες στιγμές κάνουν την καταγραφή περισσότερο αληθινή. Και οι ηρωικοί μύθοι που θέλουν μια ομάδα να είναι αρραγής, τα ξέρει όλα και τα καταφέρνει όλα και το μόνο που της λείπει είναι μια νομοθετική ρύθμιση, αφού έχει καταφέρει όλο το υπόλοιπο μέρος μιας αυτοδιαχείρισης ενός εργοστασίου, τέτοιοι μύθοι δεν πείθουν κανέναν σε τελική ανάλυση. Είναι ένας δύσκολος δρόμος.

 

 

viome

 

Μιας και ανέφερες τον αργεντινό εργαζόμενο που είχε επισκεφθεί την ΒΙΟΜΕ, είχε αναφέρει ότι όλος ο κόσμος παρακολουθεί τους εργαζόμενους της ΒΙΟΜΕ για να δει αν θα πετύχει αυτό το εγχείρημα. Εσύ ακολούθησες τους εργαζόμενους ακόμα και στα ταξίδια που έκαναν στο εξωτερικό, ώστε να ενημερώσουν και τα εκεί κινήματα για το δικό τους εγχείρημα αυτοδιαχείρισης. Τι εντυπώσεις σου άφησαν αυτά τα ταξίδια; Πιστεύεις ότι όντως αυτός ο κόσμος κοιτάζει τους εργαζόμενους στην ΒΙΟΜΕ για να δουν αν υπάρχει μια πιθανότητα να πετύχει τελικά αυτό το εγχείρημα;

Δεν ήταν μόνο τα ταξίδια στο εξωτερικό, ήταν η καθημερινότητα στην ΒΙΟΜΕ. Σχεδόν καθημερινά έρχονται άνθρωποι από ολόκληρο τον κόσμο, οι οποίοι είτε είναι διάφοροι πολιτικοποιημένοι πολίτες που κάνουν ένα ταξίδι στην Ελλάδα και θέλουν να δουν από κοντά πως λειτουργούν διάφορες δομές αυτοοργάνωσης. Πηγαίνουν σε κοινωνικά ιατρεία, στις Σκουριές, στην ΒΙΟΜΕ. Είναι το κλασικό τουρ του πολιτικοποιημένου ανθρώπου που επισκέπτεται την Βόρεια Ελλάδα. Έρχονται επίσης δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο, όχι τόσο από την Ελλάδα και από τα mainstream media. Περιέργως όμως τα mainstream media του εξωτερικού, μάλλον επειδή δεν μπορούσαν να επηρεάσουν τη γνώμη του κόσμου εκεί για αυτό που συμβαίνει εδώ, έκαναν αφιερώματα του ενός λεπτού στην ΒΙΟΜΕ. Έχουν έρθει Βέλγοι, Ολλανδοί, Ισπανοί, Ιταλοί, Ιάπωνες, Αμερικάνοι, κάμερες παντού, δημοσιογράφοι, μπλοκάκια, φωτογραφίες, αναρτήσεις στο ίντερνετ. Ο απόηχος αυτής της ιστορίας που γίνεται στις παρυφές της Θεσσαλονίκης, σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο φτάνει σε όλο τον πλανήτη και είναι εντυπωσιακό ότι υπάρχει παντού κόσμος που ψάχνει ένα παράδειγμα που μπορεί να τον εμπνεύσει προς μια κατεύθυνση που μπορεί να δείξει έναν εναλλακτικό δρόμο προς την ελπίδα, ότι μέσα σε αυτόν τον καπιταλισμό της καταστροφής υπάρχει  ένας άλλος τρόπος να λειτουργήσουμε, να δουλέψουμε και να βιοποριστούμε.

Ένας μεγάλος καινούριος κόσμος και για τους εργαζόμενους που δεν περίμεναν όλη αυτήν την ανταπόκριση από ότι φανταζόμαστε.

Θα μπορούσε να γίνει και αντικείμενο ψυχολογικής μελέτης. Δηλαδή ποια είναι η αντιμετώπιση ενός ανθρώπου που ξαφνικά η ζωή του καλύπτεται από κάμερες. Τώρα που το σκέφτομαι είναι απίστευτο. Όταν με ρωτάνε ποια είναι η πορεία του εγχειρήματος και πώς αισθάνονται αυτοί οι άνθρωποι, αν πετύχανε ή όχι, πιστεύω ότι πετύχανε να έχουν κερδίσει την έννοια της αξιοπρέπειας και την κοινωνικότητα και την αναγνώριση που θέλουμε να έχουμε μέσα από τη δουλειά μας. Διότι η εργασία δεν είναι μόνο το να παίρνεις χρήματα, είναι και κάποια άλλα πράγματα. Να έχεις κανονικότητα, να πηγαίνεις στη δουλειά σου, να γνωρίζεις κόσμο, να αναγνωρίζουν την προσφορά σου. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν γνωρίσει πάρα πολύ κόσμο, έχουν ταξιδέψει  και έχουν έρθει σε επικοινωνία με ανθρώπους από αντίστοιχα εγχειρήματα και αλληλέγγυους σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Πιστεύω ότι πολλοί άνθρωποι έχουν αυτοπραγματωθεί στα 50 τους μέσα από αυτό το «δυστύχημα» που τους συνέβη, να χάσουν τη δουλειά τους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ένας εργαζόμενος της ΒΙΟΜΕ λέει κάποια στιγμή πως 10 μήνες στέκονται όρθιοι μόνο από την αλληλεγγύη. Και από τη συζήτηση που κάνουμε τώρα καταλαβαίνω ότι η παρουσία των αλληλέγγυων ήταν καταλυτική. Μια σκηνή που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ, είναι τον εργάτη της ΒΙΟΜΕ που βρίσκεται στο Βερολίνο σε μια διαδήλωση και βλέπει ένα πανό για τη ΒΙΟΜΕ και χαμογελάει.

Ναι, είναι από την Εργατική Πρωτομαγιά στο Βερολίνο που τους είχαν καλέσει. Ο εργάτης που λέτε ήταν ο Μάκης, ο Πρόεδρος του συνδέσμου των εργαζομένων της ΒΙΟΜΕ. Αλλά από τότε που αποφάσισαν ότι θα λειτουργούν αμεσοδημοκρατικά καταργήσανε και τους τίτλους. Οπότε πλέον δεν είναι πρόεδρος, αλλά πολύ συχνά είναι ο εκπρόσωπος των εργαζομένων και αυτός που πηγαίνει σε δημόσιες εκδηλώσεις. Είχε πάει στο Βερολίνο και νομίζω μέσα στη διαδήλωση βρίσκεται εκεί που πάντα ήθελε. Μέσα σε μια διεθνή αγκαλιά αλληλεγγύης. Ήταν μια πολύ δυνατή στιγμή.

Η αλληλεγγύη τελικά είναι το όπλο των λαών.

Ναι, σε αυτήν την περίπτωση η αλληλεγγύη είναι ένα ισχυρό όπλο για τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι οι πιο ευάλωτοι. Οι εργάτες αυτοί που χάνουν τη δουλειά τους αυτά τα χρόνια στην Ελλάδα, πολλοί από τους οποίους είναι ανειδίκευτοι είναι πραγματικά οι πιο ευπαθείς ομάδες. Και όσο και να βλέπεις γύρω σου αυτούς τους ανθρώπους, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν συμμετέχουν σε τέτοια εγχειρήματα και τους λες να το παλέψουν, ξέρεις πως βασικά δεν εξαρτάται από τον δυναμισμό του καθενός. Είναι αντικειμενικό, δεν υπάρχουν δουλειές.

Υπήρξε κάποια στιγμή που να σε συγκίνησε ιδιαίτερα;

Πολλές στιγμές. Νομίζω η μέρα που ο εκπρόσωπος των εργαζομένων της Ζανόν, ο Ραούλ Γκοντό είχε επισκεφθεί το εργοστάσιο, αν θυμάμαι καλά ήταν 28 Μαρτίου του 2013, ήταν μια πολύ συγκινητική μέρα. Συνέβαιναν πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Κάποιος έφευγε μετανάστης στην Αυστραλία και υπήρχε θλίψη. Είχε αποτύχει επίσης μόλις ένα νομικό θέμα, ένας πλειστηριασμός νομίζω και το κλίμα ήταν πολύ δυσάρεστο στην πρωινή συνέντευξη. Υπήρχε πολλή μουρμούρα και κατήφεια και ξαφνικά έρχεται ο Αργεντίνος και τους μιλάει για τη δική τους εμπειρία και νοιώθεις το κλίμα να γίνεται θετικό και στο τέλος όλοι ήταν ανεβασμένοι και δυνατοί. Θα μπορούσε όλη η ταινία να είναι εκείνη η μέρα και ίσως και εγώ να γλύτωνα την ταλαιπωρία. Εκείνη η μέρα είχε όλο το δραματικό τόξο.

Ποιοι σε βοήθησαν να ολοκληρώσεις το ντοκιμαντέρ αυτό;

Από πλευράς ανθρώπων ήταν πολύ σημαντική η συμβολή του βοηθού σκηνοθέτη – βοηθού οπερατέρ – βοηθού ηχολήπτη πολλές φορές, του φοιτητή μου, του Θανάση. Μακάρι να ήμουν συνομήλικος του. Μετά ήταν η βοηθός μοντάζ, η Αλεξάνδρα Παγκράτη, η οποία έπρεπε να δει τις 300 και βάλε ώρες υλικού μαζί μου και να καταγράψει κάθε συνέλευση, πώς και τί λέγεται, ώστε από ένα υλικό τόσων ωρών να κάνεις μια ταινία μιάμισης ώρας μόνο. Σύντομα και κάπως παράδοξα έγιναν τα πράγματα ανάποδα και μπήκε στην ταινία ο παραγωγός Μάρκος Γκαστίν,  ο οποίος είναι ένας ντοκιμαντερίστας και σκηνοθέτης πολύ άξιος, γαλλικής καταγωγής που ζει στην Ελλάδα και η συνεργάτης του Ελένη Χανδρινού και είχα συγχρόνως και έναν ακόμα πολύ φωτισμένο παραγωγό και ντοκιμαντερίστα που είναι Γερμανός και είχα διάλογο μαζί του κατά καιρούς, τον Καρλ Λούντβιχ Ρακίνγκερ. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι συνεισέφεραν με ιδέες και μετά, καθώς πλησιάζεις προς το μοντάζ και το τέλος, είχα τη βοήθεια ενός πολύ καλού μοντέρ, του Χρόνη Θεοχάρη που δούλεψε μαζί μου, καθώς έκανα και το μεγαλύτερο μέρος του μοντάζ. Πολύ καθοριστική ήταν επίσης η στήριξη του μουσικού και συνθέτη Σταύρου Γασπαράτου.

Κλείνοντας πιστεύεις Απόστολε ότι οι εργαζόμενοι που έχουν απομείνει θα αντέξουν;

Είναι σχετικά νόμιμοι, μπορούν να κάνουν τις δηλώσεις του στην Εφορία. Το ζήτημα του χώρου τώρα είναι κάτι που παίρνει αρκετό καιρό. Γίνονται τώρα πολλοί πλειστηριασμοί για το οικόπεδο που ανήκει στην μητρική εταιρεία, τη ΦΙΛΚΕΡΑΜ ΤΖΟΝΣΟΝ και υπάρχουν και κάποιες αντιδικίες με τους πρώην εργαζομένους. Υπάρχουν εργαζόμενοι που θέλουν να πωληθεί το οικόπεδο, ώστε να λάβουν την αποζημίωσή τους για τα δεδουλευμένα τους. Η αλήθεια είναι ότι μια πολιτική πρωτοβουλία θα μπορούσε να λύσει αυτήν την πολύ μπερδεμένη κατάσταση. Έχουν όμως ήδη νικήσει με όλα αυτά που έχουν κατακτήσει. Τόσα χρόνια έχουν καταφέρει να βγάζουν με πολύ λίγα μέσα το ψωμί τους, ένα ταμείο ανεργίας, ένα τέτοιο ποσό το εισπράττουν. Έχουν μια ζωή με αξιοπρέπεια, με περηφάνια και μια προοπτική. Μια πίστη, μια ελπίδα και νομίζω ότι και να γίνει θέλω να πιστεύω ότι όλο αυτό θα έχει μια θετική εξέλιξη. Ήδη έχουν μπει στην ομάδα κάποια στελέχη και περιμένουμε να υπάρξουν αλλαγές στα προϊόντα. Φυσικά και υπάρχει ακόμα μεγάλος δρόμος εξέλιξης, επιχειρηματικώς, για τα προϊόντα.

 

Η παρούσα συνέντευξη αποτελεί απομαγνητοφωνημένο προϊόν, από τη ραδιοφωνική εκπομπή των Pints στο διαδικτυακό ραδιόφωνο Πορτοκαλί και πραγματοποιήθηκε στις 4 Ιανουαρίου 2016.

Συνέντευξη: Αθανασία Κουλέτα, Λένα Ξάνθη
Επιμέλεια: Όλγα Μαρκέλλα Δουρμέογλου