Μία Φαβέλα από χρυσόσκονη

world cup 2014

Γράφει ο Αναστάσης Κουτσογιάννης

Την τελευταία πενταετία η Βραζιλία έχει καταφέρει να βρεθεί στο επίκεντρο του αθλητικού στερεώματος, λόγω της ανάληψης του Παγκοσμίου Κυπέλλου ποδοσφαίρου το 2014 αλλά και των Ολυμπιακών Αγώνων στο Ρίο το καλοκαίρι του 2016. Η εξέλιξη αυτή γέννησε μία άνευ προηγουμένου αισιοδοξία στο λαό της χώρας για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και για την απαλλαγή της Βραζιλίας από χρόνιες παθογένειές της, όπως η υψηλή εγκληματικότητα και η φτώχεια. Παρά τις υποσχέσεις και τις πομπώδεις εξαγγελίες, όμως, των πολιτικών ηγετών της χώρας η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική.

Έχοντας αφήσει, πλέον, πίσω μας το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014 και βρισκόμενοι ένα βήμα από το κατώφλι των επερχόμενων Ολυμπιακών Αγώνων αποδεικνύεται δυστυχώς πως η ελπίδα για οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Βραζιλίας έδωσε τη θέση της στη θλιβερή συνειδητοποίηση ότι μία ολόκληρη χώρα προσαρμόστηκε στις απαιτήσεις δύο 20ήμερων διοργανώσεων αντί για το αντίθετο. Στο πλαίσιο του συνεδρίου «Play the Game 2015», το οποίο διεξήχθη στο Aarhus της Δανίας, τον περασμένο Νοέμβριο ήρθαν στην επιφάνεια αρκετές πληροφορίες σχετικά με τις αναρίθμητες δεσμεύσεις εκ μέρους της πολιτείας οι οποίες έμειναν στα χαρτιά αλλά και αναφορικά με τις δυσκολίες που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τα λιγότερα εύπορα στρώματα της κοινωνίας.

Σύμφωνα με τη Βραζιλιάνα δημοσιογράφο Juliana Barbassa και τη συνομιλήτρια της κοινωνιολόγο στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου, Claudia Sanen, 67.000 οικογένειες εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους κατά την περίοδο 2009-2013. Για 13.000 από τις προαναφερθείσες οικογένειες η έξωσή τους αποτελούσε άμεση συνέπεια της διοργάνωσης των μεγαλοπρεπέστατων διοργανώσεων στην περιοχή τους. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά η Claudia Sanen, «ακόμα και για τα δεδομένα του Ρίο ντε Τζανέιρο, πρόκειται για έναν εξαιρετικά υψηλό αριθμό. Η πλειοψηφία αυτών των οικογενειών ζούσαν στις φαβέλες, ενώ ένας μεγάλος αριθμός τους εξαναγκάστηκε να μετακομίσει αρκετά έξω από το κέντρο της πόλης ».

Όλα αυτές οι πρακτικές έρχονται, φυσικά, σε αντιδιαστολή με τις υποσχέσεις της κυβέρνησης για θεμελιώδεις αλλαγές στο σύστημα συγκοινωνιών, στην ασφάλεια καθώς και για αναβάθμιση του αστικού τοπίου γενικότερα. Η ασυνέπεια των διοργανωτών απέναντι στους πολίτες δε γέννησε μόνο απογοήτευση στη χώρα αλλά κατέστησε ακόμα δυσκολότερη την κοινωνική ενσωμάτωση των ασθενέστερων κοινωνικά πληθυσμών.

Μία από τις πλέον σημαντικές εξαγγελίες των πολιτικών η οποία τελικώς έμεινε στα χαρτιά αφορούσε στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων που κατοικούσαν στις φαβέλες του Ρίο. Υπό την αιγίδα του προγράμματος «Morar Carioca», υπήρχε ο στόχος για την πλήρη αστικοποίηση των φτωχογειτονιών αυτών έως το 2020 μέσω της δημιουργίας αποχετευτικού συστήματος και υποδομών παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και πόσιμου νερού. Η βελτίωση, όμως, της καθημερινότητας των κατοίκων δεν ήρθε ποτέ. Αντιθέτως, δύο μόλις μήνες μετά την ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2016 από το Ρίο οι ιθύνοντες παρουσίασαν ένα νέο πλάνο που αποσκοπούσε στη μετακίνηση των φτωχογειτονιών από την υπάρχουσα θέση τους. Έτσι περίπου 19000 οικογένειες όχι μόνο δεν έλαβαν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης αλλά, σύμφωνα και με τη δημοσιογράφο Juliana Barbassa, έχασαν τελικά τα σπίτια τους.

«Μετακινούνται από την νοτιο-κεντρική περιοχή του Ρίο η οποία περιλαμβάνει στην ουσία την ανατολική πλευρά όπου όλες οι επαγγελματικές ευκαιρίες είναι συγκεντρωμένες και τη δυτική η οποία αποτελεί το τελευταίο σύνορο οικοδομικής δραστηριότητας. Μ’ αυτό τον τρόπο, λοιπόν, παίρνουν τους πλέον φτωχούς πληθυσμούς του Ρίο από την περιοχή με τις περισσότερες δουλειές, το καλύτερο δίκτυο συγκοινωνιών και τις πληρέστερες υποδομές και τους μετακινούν στην περιοχή με τις λιγότερες εργασιακές ευκαιρίες και τις πιο ελλιπείς συγκοινωνίες και υποδομές κάθε είδους», αναφέρει χαρακτηριστικά η Barbassa.

Η αστυνομία στην υπηρεσία… του κράτους

Όπως ήταν αναμενόμενο, η ανάληψη δύο τόσο σπουδαίων διοργανώσεων από τη Βραζιλία οδήγησε και στην κατακόρυφη αύξηση των μέτρων ασφαλείας στη χώρα. Όπως παρουσιάζει, όμως, ο Dennis Pauschinger – συνεργάτης του Πανεπιστημίου του Αμβούργου στο τμήμα Εγκληματολογίας – τα μέτρα αυτά ήταν περισσότερο επιφανειακά κι αρκετές φορές στρέφονταν ενάντια στους ασθενέστερους πληθυσμούς της χώρας οι οποίοι αποτελούσαν παραφωνία στη «λαμπερή» εικόνα που ήθελαν να προωθήσουν οι διοργανωτές.

Η κυβέρνηση επιθυμούσε να δημιουργήσει μία φαινομενική αίσθηση ασφάλειας, την ώρα που στην πραγματικότητα δεν παρείχε αυξημένη αστυνόμευση στη βάση της κοινωνίας. Σα συνέπεια, η διαφορά στην καθημερινότητα των πολιτών του Ρίο ήταν ελάχιστη όσον αφορά στο ζήτημα της ασφάλειας.

Ένα ακόμα σοκαριστικό στοιχείο, το οποίο φανερώνει αρκετά για το ρόλο της αστυνομίας στο Ρίο, είναι ο υψηλός αριθμός θανάτων πολιτών από αστυνομικούς στην περιοχή. Όπως μάλιστα αποκάλυψε η Elizabeth Martin, μέλος της οργάνωσης «Don’t kill for me. Safe games for all», ο αριθμός των θανάτων από την αστυνομία στη Βραζιλία είναι πέντε φορές υψηλότερος από αυτόν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

«Το υψηλό ποσοστό θανάτων σε συνδυασμό με τη μη ύπαρξη συνήθως επιπτώσεων στους αστυνομικούς όταν σκοτώνουν πολίτες, συνηγορεί προς τη θέσπιση μίας άτυπης ελευθερίας κινήσεων στα όργανα του νόμου. Η αστυνομία ισχυρίζεται ότι καταπολεμά το έγκλημα όταν σκοτώνει έναν πορτοφολά», προσθέτει η Martin.

Περαιτέρω αύξηση της αστυνομικής βίας μετά την ανάληψη των διοργανώσεων

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι από το 2013 έως το 2014 η αστυνομία προχώρησε σε μία άνευ προηγουμένου «εκκαθάριση» στους δρόμους των πόλεων με σκοπό να παρουσιάσει μία επιφανειακά πολιτισμένη και λαμπερή εικόνα ενόψει του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2014. Κατά την προαναφερθείσα περίοδο, οι δολοφονίες πολιτών από αστυνομικούς αυξήθηκαν στη Βραζιλία κατά 45%, ενώ στην περίπτωση του Σάο Πάολο ο αριθμός ανήλθε στο ιλιγγιώδες 138%, σύμφωνα με την Elizabeth Martin.

Την ίδια στιγμή η θέση των οργανωτικών επιτροπών τόσο του Παγκοσμίου Κυπέλλου όσο και των Ολυμπιακών Αγώνων σφυρίζουν αδιάφορα προσπαθώντας μ’ αυτό τον τρόπο ν’ αποποιηθούν κάθε ευθύνης για τη νέα βραζιλιάνικη πραγματικότητα. Όπως εύστοχα προσθέτει ο Dennis Pauschinger, οι άνθρωποι της επιτροπής δεν επιθυμούν επ’ ουδενί τη συσχέτιση των δύο ζητημάτων καθώς αυτό θα αποτελούσε ένα ισχυρό πλήγμα στο προφίλ των δύο ίσως πιο δημοφιλών αθλητικών διοργανώσεων παγκοσμίως. Επιπροσθέτως, η τέλεση των μεγαλειωδών αυτών αγώνων αποτελεί μία τέλεια αφορμή για την κυβέρνηση της χώρας ώστε να ενισχύσει τα υπάρχοντα μέτρα ασφαλείας.

Μία τερατώδης αθλητική και πολιτική βιομηχανία έχει στηθεί στις πλάτες των απλών πολιτών στη Βραζιλία, ενώ πλέον βρισκόμαστε μόλις λίγους μήνες μακριά από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ρίο. Ένα μεγαλειώδες αθλητικό γεγονός που θα έπρεπε να φέρνει τους πολίτες της υφηλίου κοντά και ν’ αναβιώνει τον ευγενή ανταγωνισμό και τη μάχη για σωματική και πνευματική βελτίωση έχει μετατραπεί σ’ ένα γαϊτανάκι αριθμών οι οποίοι δυστυχώς δεν αντιστοιχούν μόνο σε χρήματα αλλά και σε ανθρώπινες ζωές.

Τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την παρούσα έρευνα μπορείτε να βρείτε στο playthegame.org