Ένκε Φεζολλάρι: «Νιώθω χρέος να αναδείξω τον αγώνα όσων θυσιάστηκαν»

enkeFezollari3

Συναντήσαμε το σκηνοθέτη Ένκε Φεζολλάρι, με αφορμή την παράσταση «Πού ‘ναι η μάνα σου μωρή», η οποία ανεβαίνει στο θέατρο Σημείο, σε σκηνοθεσία του ίδιου, με πρωταγωνίστρια τη Βέρα Κρούσκα. Τον ευχαριστούμε πολύ για την εξαιρετική συζήτηση! 

 

Σε συναντώ με αφορμή την παράσταση “Πού ‘ναι η μάνα σου μωρή;”, τη σκηνοθεσία της οποίας έχεις επιμεληθεί. Πρόκειται για αυτοβιογραφικό κείμενο της Δήμητρας Πέτρουλα, στο οποίο παρακολουθούμε την ίδια σε πολύ μικρή ηλικία να βιώνει τη σφαγή 31 συγγενών της από Χίτες, συνεργάτες των ναζί, στη διάρκεια του εμφυλίου. Σε μια χώρα που αναδεικνύει τρίτη δύναμη στις εκλογές ένα νεοναζιστικό μόρφωμα, με ποιες προκλήσεις ήρθες αντιμέτωπος ως σκηνοθέτης, ασχολούμενος με αυτό το θέμα;

Καταρχήν να πω ότι ήταν μια πρόκληση η μεταφορά ενός βιβλίου- ντοκουμέντου- αυτοβιογραφικού κειμένου να ανέβει στη σκηνή. Ένα κείμενο, δηλαδή, που δεν είχε γραφτεί για θέατρο, να γίνει παράσταση. Δεύτερον, ήταν μια ωραία συγκυρία και μια ωραία πρόταση που ήρθε από τη Βέρα Κρούσκα και τη Σοφία Αδαμίδου, η οποία και επιμελήθηκε το κείμενο. Και τρίτον, τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι με κοινωνικοπολιτικά έργα οπότε αυτό ήταν ένα λιθάρι ακόμα σε αυτό που λέμε «Τι μπορεί να κάνει η Τέχνη;», όχι όμως με την έννοια της στρατευμένης Τέχνης, αλλά εκείνης που αφυπνίζει συνειδήσεις και ως προς το τι αποκομίζει ο καθένας βλέποντας μια θεατρική παράσταση και κατά πόσο μετατοπίζεται το «είναι» του.

Σαφώς είναι μία παράσταση που θα ήθελα πάρα πολύ να τη δουν τα νέα παιδιά, η νέα γενιά. Μιλάς για τον εμφύλιο και παράλληλα μιλάς γι’ αυτούς τους ανθρώπους που συνεργάστηκαν με τους ναζί. Γιατί, καταρχήν, υπάρχει το θέμα που λέγεται «εμφύλιος», το πώς αλληλοσφάχτηκε το «ίδιο αίμα». Άρα, βλέπουμε ότι υπήρξαν εκείνοι οι άνθρωποι που έσφαξαν, ξεκλήρισαν ολόκληρες οικογένειες. Για ποιο λόγο, όμως;

Από τη μία, λοιπόν, ναι υπήρχαν ευθύνες στις Μεγάλες Δυνάμεις και στην Αγγλία κλπ. αλλά γίνεται φανερό ότι στην Κατοχή δεν έκανε όλος ο κόσμος Αντίσταση. Και διαχρονικά αν ανατρέξουμε στην ιστορία της Ελλάδας, θα δούμε ότι οι προδότες και οι «γερμανοτσολιάδες» υπάρχουν ακόμη και σήμερα.

Ξαναδιαβάζοντας κανείς το κείμενο της Δήμητρας Πέτρουλα, αντιλαμβάνεται ότι στην Ελλάδα δεν ξεπήδησε από το πουθενά η ακροδεξιά, όπως επίσης συμβαίνει και στις χώρες της Ευρώπης. Αυτοί οι άνθρωποι που συμμερίστηκαν και ακολούθησαν αυτό τον τρόπο επιβίωσης υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη και στις μέρες μας. Πόσοι νοσταλγούν την επταετία; Πόσοι νοσταλγούν το βασιλιά; Όταν, πχ., βγαίνει από μία μεγάλη εφημερίδα η αυτοβιογραφία του «βασιλέα των Ελλήνων», βασιλιάς που στην Ελλάδα καθιερώθηκε μ’ ‘ένα βαυαρικό σύστημα (ο Όθωνας τότε, Βαυαρός βασιλιάς για Έλληνες)…

Το μεγαλείο, λοιπόν, είναι ότι μιλάμε για ένα θέμα που ούτε στα σχολεία δε διδάσκεται. Και μιλώντας γι’ αυτό το θέμα, μιλάμε και εξηγούμε και τη σημερινή πραγματικότητα. Γιατί και για τη Συρία ακόμα υπήρχαν άνθρωποι από το 2008 που φώναζαν και προειδοποιούσαν ότι θα γίνει σφαγή. Και φτάνουμε σήμερα, το 2015 και 2016 άνθρωποι να ξεριζώνονται από τα σπίτια τους και να θαλασσοπνίγονται στα μικρασιατικά παράλια και τα ελληνικά νησιά εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου που βιώνει η χώρα τους. Και ο εμφύλιος δεν υπάρχει μόνο στη Συρία, υπάρχει και στη Σιέρα Λεόνε, υπάρχει και στη Λατινική Αμερική κλπ.

Αυτό είναι το μεγάλο ζήτημα που θίγει το έργο: πώς φτάνει να πυροβολήσει ο αδερφός τον αδερφό του. Γι’ αυτό δε στέκομαι στο νεοναζιστικό μόρφωμα αυτό καθαυτό αλλά στη μερίδα του κόσμου που το στηρίζει. Καταλαβαίνεις ότι αυτό δεν προέκυψε ξαφνικά. Γιατί στην Κατοχή δε βασάνιζαν μόνο οι Γερμανοί. Ήταν πολλοί αυτοί που συνεργάστηκαν με τους ναζί. Πώς αυτοί οι άνθρωποι εκτελούσαν αδέρφια τους, Έλληνες; Πώς μπόρεσαν; Και τι είναι, τελικά, αυτό που μας κάνει κτήνη; ‘Η, ποιο είναι αυτό το αίσθημα που καθοδηγεί να πάρουμε ένα μαχαίρι και να δολοφονήσουμε τον Παύλο Φύσσα; Ή, επίσης, πού βρίσκεις τη δύναμη να ρίξεις σφαίρα σε 15χρονο παιδί, όπως στον Αλέξη;

Τη Δήμητρα Πέτρουλα υποδύεται επί σκηνής η Βέρα Κρούσκα, η οποία επιστρέφει σε θεατρικό σανίδι μετά από χρόνια. Πώς είναι αυτή η συνεργασία;

Με τη Βέρα Κρούσκα μας ενώνει ένα κοινό όραμα. Και ουσιαστικά, αυτές οι παραστάσεις που δεν επιχορηγούνται και δεν είναι και σε εθνικά θέατρα, οφείλουν να έχουν μια αλήθεια. Αλλιώς, να πάει ο καθένας σπίτι του και να κάτσει εκεί.

Σε αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, οι συντελεστές είμαστε «γυμνοί». Όλα τα προηγούμενα είναι περίπατος. Θέλω να πω δηλαδή ότι εκεί το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να αφουγκραστείς κα να επικοινωνήσεις. Εναποθέτεις όλες τις ελπίδες στον άλλον. Η Βέρα έχει μια γνωστή εμπειρία στο χώρο, εγώ είμαι νέος σε αυτό, έχω μια άλλη ορμή και στο ενδιάμεσο υπάρχει ένας κοινός τόπος που είναι το κείμενο. Υπάρχει μια ιστορία που είναι πολύ πιο ισχυρή από του καθενός τη ματαιοδοξία και τη φιλοδοξία. Προσπαθείς να βρεις μια κοινή γλώσσα στις πρόβες, ξανασυστήνεσαι με τον άλλο. Ναι, οδηγηθήκαμε σε αδιέξοδα, οδηγηθήκαμε όμως και στη σύμπνοια. Αυτό κάνει και η Τέχνη ουσιαστικά. Μέσα από μεγάλες αντιφάσεις και συγκρούσεις δημιουργεί οικουμενικά «θέλω». Πρέπει να βάλεις το προσωπικό, το «εγώ» στην άκρη. Και η Βέρα όπως και εγώ το κάναμε αυτό.

Εκτός από το “Πού ‘ναι η μάνα σου μωρή;”, παρακολούθησα πριν καιρό και το μονόλογο της Λιλής Ζωγράφου “Επάγγελμα Πόρνη”, αυτοβιογραφικό και αυτό, στη διάρκεια της χούντας αυτή τη φορά. Δεν καταπιάνεσαι με “εύπεπτα” θέματα. Αυτά τα δύο τελευταία, μάλιστα, έχουν και ιδιαίτερο ιστορικό υπόβαθρο. Θέματα που δεν αναφέρονται καλά καλά στα σχολικά βιβλία, ανεβαίνουν στο θεατρικό σανίδι με την υπογραφή σου. Τυχαίνει ή το επιδιώκεις; Είναι ένα είδος προσωπικής σου “αντίστασης” ενάντια στην ιστορική λήθη;

Ναι κι ας μην το είχα σκεφτεί έτσι. Κι εγώ τώρα συνειδητοποιώ ότι το επιδιώκω τελικά γιατί αυτά τα έργα κουβαλούν ένα τέλος και μια καινούρια αρχή. Και εννοώ ότι μέσα από το παλιό και το ήδη υπάρχον, βλέπουμε τι πράξαμε και τα λάθη μας κι έτσι μαθαίνουμε για τα νέα, για όσα θα έρθουν. Και αυτά τα έργα, δίνουν αυτό το ερέθισμα να αφουγκραστούμε περισσότερο τα πεπραγμένα. Καλό θα ήταν και οι πολιτικοί να σωπάσουν κάποια στιγμή και να ακούσουν, να ακούσουν και αυτά τα έργα.

Τα κοινωνικοπολιτικά έργα δεν σου κουνούν το δάχτυλο, σου λένε «Σώπα κι άκου». Έγινε μια σφαγή. Αυτή τη σφαγή δεν πρέπει να την ξαναζήσουμε στο μέλλον, πρέπει να την αποτρέψουμε.

Στο δημοψήφισμα, ας πούμε, το 62% του λαού είπε «ΟΧΙ». Ως λαός, έχουμε τη δική μας υπόσταση. Δεν μπορούμε, πχ, να επιδοτούμαστε από την Ευρωπαϊκή Ένωση για να καταστρέψουμε τα καΐκια, γιατί έτσι αλλοιώνεται και η ταυτότητά μας. Και όπως προείπα, χωρίς ταυτότητα, χωρίς παρελθόν, τι θα δημιουργήσεις στο μέλλον;

Σ’ αυτή τη χώρα, για λόγους σαν και τον παραπάνω ή και άλλους, θυσιάστηκαν άνθρωποι. Δεν μπορεί αυτές οι θυσίες να πήγαν στράφι. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, η Λιλύ Ζωγράφου να πέρασε όλα αυτά και να μην τιμάται. Γι’ αυτό κι εγώ θα ανεβάσω παράσταση για τη Λιλύ Ζωγράφου. Θα την ανεβάσω γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι ήρωες και έχουμε ανάγκη από τέτοιους ανθρώπους να μας εμπνέουν. Γιατί μας συγκινεί ο Γλέζος; Άσχετα με τις όποιες διαφωνίες μπορεί να έχει κανείς μαζί του ιδεολογικοπολιτικά. Μας συγκινεί γιατί ανέβασε εκεί που έπρεπε το σύμβολο μιας ολόκληρης χώρας. «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά». Αυτόν ακριβώς το στίχο του Σολωμού πραγμάτωσε ο Γλέζος.

Υπάρχει, λοιπόν, ένας αγώνας χιλιάδων ψυχών που θυσιάστηκαν και εξακολουθούν να θυσιάζονται. Νιώθω, επομένως, ένα χρέος να αναδείξω αυτό τον αγώνα. Είναι ζήτημα προσωπικής ανθρώπινης ακεραιότητας.

Η παράσταση κλείνει πολύ έντονα, με τη Δήμητρα Πέτρουλα να αναρωτιέται αν οι Χίτες μπορούν να λογαριάζονται για Έλληνες. Εσύ έχεις απάντηση σε αυτό;

Αυτό το βάλαμε σε ερωτηματικό και το αφήσαμε έτσι γιατί εγώ αγαπώ μια άλλη Ελλάδα από αυτή που πραγματεύεται το κείμενο. Την Ελλάδα του μόχθου, την Ελλάδα των κατοίκων που ανοίγουν τα σπίτια τους στους ανθρώπους που θαλασσοπνίγονται, των γιαγιάδων που κρατούν ένα μωρό προσφυγόπουλο στην αγκαλιά και το ταΐζουν με μπιμπερό, του μαθητή που αρίστευσε και θα πάει στο Harvard, των συνταξιούχων που παρά την ανέχεια έρχονται και βλέπουν θέατρο και κανένας Κατρούγκαλος δεν θα ενδιαφερθεί γι’ αυτούς.

Μιας και στο έργο γίνεται πολύς λόγος για την αριστερά στην αντίσταση και τον εμφύλιο, ποια είναι η γνώμη σου για την αριστερά σήμερα, σε αυτή τη συγκεκριμένη συγκυρία;

Η μητέρα μου δίδασκε ιστορία του κομμουνισμού στην Αλβανία. Μπορεί η Αλβανία να μην είχε κομμουνισμό, είχε τη δικτατορία του Χότζα, αλλά έστω και με αυτή την ψευτοαριστερά, εγώ γαλουχήθηκα με αυτή την έννοια της Αριστεράς, το κομμάτι της ανθρώπινης αγάπης.

Οπότε, για μένα Αριστερά είναι αυτό. Όπως λέει κι ένα αλβανικό άσμα της τότε περιόδου, «Το σπίτι μας είναι άσπρο και φωτεινό/το παράθυρό μας είναι πάντοτε ανοιχτό/και μπαίνει για σένα ήλιος/και τους αγαπάμε τους ανθρώπους/να τους έχουμε κοντά μας γιατί μόνο έτσι στοχεύεις στην αγνότητα». Αυτή την αγνότητα ψάχνω στην Αριστερά, την αγάπη για τον άνθρωπο, την αγάπη για την ίδια τη ζωή.

Παρά τη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση και παρόλο που θα περίμενε κανείς ότι η ψυχαγωγία ενδεχομένως να περνούσε σε δεύτερη μοίρα, παρατηρούμε εντούτοις ότι ανεβαίνουν αρκετές παραστάσεις ανά σεζόν και ότι -εν μέσω κρίσης- δημιουργήθηκαν και εξακολουθούν και νέες θεατρικές σκηνές. Πώς το εξηγείς αυτό;

Το αποδίδω ακριβώς σε αυτό που είπα πριν. Στην αγάπη για ζωή και στη θυσία του ανθρώπου. Έχω πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το καλοκαίρι, εν μέσω capital controls, ανεβάζαμε «Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» στο Βρυσσάκι. Τα ελικόπτερα από πάνω μας αλλά ο κόσμος ερχόταν να δει την παράσταση. Γι’ αυτό λέω ότι οι πολιτικοί μπορεί να μη δουν θέατρο, αλλά ας δουν αυτούς τους ανθρώπους που τσεκουρώνονται κάθε μέρα και παρόλ’ αυτά αντιστέκονται όπως μπορούν. Γιατί αυτό είναι αντίσταση.

Η τέχνη και το θέατρο ειδικότερα, τι θέση πρέπει να έχει στην κοινωνία κατά την άποψή σου;

Ζούμε σε μια εποχή που η Τέχνη δεν μπορεί και δεν πρέπει να παραβλέπει τους ανθρώπους που ψάχνουν στα σκουπίδια για φαγητό, τους πρόσφυγες που πνίγονται, το ασφαλιστικό, το συνταξιούχο που έδειραν στο Σύνταγμα με αριστερή κυβέρνηση.

Η Τέχνη είναι ο οίκος των ευαίσθητων και «ανάπηρων» ανθρώπων, των ανθρώπων που έχουν πληγές. Η Τέχνη είναι ο μόνος τόπος που μπορεί να σου υγιάνει τις πληγές της ψυχής σου.

Η Τέχνη δεν κουνάει το δάχτυλο. Η Τέχνη ήταν εκεί ανέκαθεν να δείξει το πρόβλημα. Η Τέχνη και η ζωή, κατ’ εμέ, αλληλεπιδρούν. Δε σου κάνει εντύπωση ότι ζούμε σε μια εποχή με φρικτά γεγονότα και με πολύ μεγάλες ιστορικές αλλαγές και εντούτοις δεν έχουν γραφτεί βιβλία, δεν έχουν χυθεί μελάνια για θεατρικά έργα; Εμένα μου κάνει πολλή εντύπωση.

Υπάρχει μια αποχαύνωση, μια αποκτήνωση, μια μετάλλαξη -όπως συνέβη και με το κόμμα του Τσίπρα- και έχουμε εθιστεί σε αυτό το μεταλλαγμένο.

Νιώθεις σαν η κοινωνία στην πλειοψηφία της να είναι «μουδιασμένη», μετά και από αυτή τη μετάλλαξη που είπες;

Ο κόσμος φοβάται. Στα πρώτα μνημόνια υπήρξε αντίδραση, δημιουργήθηκαν πολλές αλληλέγγυες ομάδες, υπήρξαν οι «Αγανακτισμένοι», ξεπήδησαν νέες φωνές. Όμως, υπήρχε κι ένας συρφετός που ήταν κεκαλυμμένος. Αλλά αυτός ο συρφετός ήταν εκεί, απλά εμείς δεν το βλέπαμε. Εκκολάφθηκε, δεν ήρθε ξαφνικά από το πουθενά.

Υπήρχε μία ντόπα, ζούσαμε κάπως ντοπαρισμένοι. Κι αυτό έγινε γιατί χάθηκε η ταυτότητά μας, το «είναι» μας. Και πώς θα φτιάξουμε μέλλον, αν δεν ξέρουμε το παρελθόν, την ταυτότητά μας;

Παρά, λοιπόν, την έλλειψη παιδείας και ταυτότητας, εγώ αντιλαμβάνομαι ότι ο λαός υπέστη ένα «δόγμα του Σοκ», σε κύματα (όπου κύματα, βλέπε μνημόνια), για να μην προλάβει να συνειδητοποιήσει και να αντιδράσει.

Εκτός από το «Πού ‘ναι η μάνα σου μωρή;» που ήδη ανεβαίνει κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στο θέατρο Σημείο, ετοιμάζεις κάτι άλλο που να μπορείς να ανακοινώσεις;

Βεβαίως. Ετοιμάζουμε τους «Βρυκόλακες» του Ίψεν, με τους Μίνα Αδαμάκη, Στάθη Μαντζώρο, Χριστίνα Φαμέλη, Τάκη Σακελλαρίου, Μιχάλη Πανάδη, στο θέατρο Vault, από 18 Μαρτίου, κάθε Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή

Κλείνοντας, τι θα μπορούσα να σου ευχηθώ ιδανικά;

Να μου ευχηθείς να μην τα παρατήσουμε. Να μην παραιτηθούμε. Ως απολωλότα πρόβατα που μας αντιλαμβάνομαι, να ξαναγυρίσουμε στον ιερό τόπο μας. Όχι πατριδολαγνικά, αλλά με την έννοια των ανθρώπινων αξιών.

 

*Η φωτογραφία ανήκει στην Αθηνά Λιάσκου.