Αφιέρωμα ταινίας: Heat (1995)

heat 2

Σκηνοθεσία: Michael Mann

Ηθοποιοί: Al Pacino, Robert De Niro, Val Kilmer, Diane Venora, Amy Brenneman, Ashley Judd, Tom Sizemore, Wes Studi, Danny Trejo, Mykelti Williamson, Dennis Haysbert, Ted Levine, William Fichtner, Henry Rollins, Kevin Gage, Hank Azaria, Jeremy Piven, Xander Berkeley, Tom Noonan, Natalie Portman, Jon Voight

Του Άγγελου Νομικού (Movie Heat)

— “I don’t know how to do anything else.”
— “Neither do I.”
— “I don’t much want to either.”
— “Neither do I.”

Όταν προωθώ το site μας “Movie Heat” στον κόσμο, δύο είναι οι ερωτήσεις που ακούω περισσότερο: « Όταν λες “heat”, εννοείς αυτό που γράφεται με “i” (hit = χτύπημα) ή με “ea” (heat = θερμότητα)?» και, αφού τους εξηγήσω ποιο “Heat” εννοώ, έρχεται καπάκι η επόμενη ερώτηση: «Αααααα, από την «Ένταση» λες, με Pacino & De Niro! Έτσι πες το ντε να το καταλάβω! Nαι, ναι, καλή ταινία! Για πες μου, γιατί είναι η αγαπημένη σου ταινία?».

Πάντα με εκνεύριζε αυτή η ερώτηση. Τι πάει να πει γιατί είναι η αγαπημένη μου ταινία? «Εσένα γιατί σου αρέσει η πίτσα και το παστίτσιο ρε μπάρμπα?» σκεφτόμουν από μέσα μου. Απαντούσα εκεί μια μπούρδα για να με αφήσουν ήσυχο και να συνεχίσω τη δουλειά μου. Η αγαπημένη ταινία της μητέρας μου είναι το “Blade Runner” (1982), του πατέρα μου η «Αυτοκρατορία των Αισθήσεων» (1976) και της αδερφής μου η τριλογία “Lord of the Rings” (2001 – 2003). Tου κολλητού μου το “Εternal Sunshine of the Spotless Mind” (2004), του φίλου μου η τριλογία “Back to the Future” (1985 – 1990) και του αδερφού μου in spirit το “The Big Sleep” (1946). Της φίλης μου επίσης η τριλογία του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» και της κοπέλας μου η “Amelie” (2001). Αnd the list goes on and on. Πάντα μου άρεσε να ρωτάω τον κόσμο σαν (και από) 8χρονο παιδάκι «ποια είναι η αγαπημένη σου ταινία?». Ποτέ όμως δεν πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη να τους ρωτήσω γιατί οι αγαπημένες τους ταινίες είναι οι αγαπημένες τους ταινίες. Το θεωρούσα ανέκαθεν χαζό. Εκτός από σήμερα.

— “A guy told me one time, “Don’t let yourself get attached to anything you are not willing to walk out on in 30 seconds flat if you feel the heat around the corner.” ”

Σαν χθες πριν 20 χρόνια, 15 Δεκεμβρίου 1995, κυκλοφόρησε στην Αμερική το “Heat”. Σε σκηνοθεσία Michael Mann, (σχετικά) φρέσκος από το αριστουργηματικό “The Last of the Mohicans” (1992), η «Ένταση», όπως είναι γνωστή στα ελληνικά, είχε σαν κεντρικό marketing hook “The De Niro/Pacino showdown.” Παρόλο που οι δυο τους είχαν πρωταγωνιστήσει στο 2ο μέρος του «Νονού» (“The Godfather Part II (1974) ), δεν είχαν μοιραστεί ούτε μια σκηνή μαζί, λόγω της φύσης των ρόλων τους. Παραδόξως, όμως, οι σκηνές που μοιράζονται και στο “Heat” είναι μόλις 2, και αυτό αν θεωρήσουμε την τελική σεκάνς του φινάλε κανονική σκηνή (και δεν πιστεύω πως υπάρχει λόγος να μην το κάνουμε αυτό), και το συνολικό screen time που μοιράζονται κάτω των 10 λεπτών. Kαι, κάπως έτσι λοιπόν, starts the brilliance of it all…

O Robert De Niro υποδύεται τον Neil McCauley, έναν ευφυή ληστή τραπεζών, ο οποίος λειτουργεί πάντα μέσα στα αυστηρά πλαίσια κανόνων που ο ίδιος έχει θέσει. Ο Al Pacino είναι ο Vincent Hanna, η άλλη πλευρά του νομίσματος, o επίσης ευφυής υπαστυνόμος, ο οποίος, όντας 100% προσηλωμένος στη δουλειά του (“Three marriages. What the fuck do you think that means? He likes staying home?” όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Jon Voight στον De Niro για τον χαρακτήρα του Pacino), αποφασίζει να βάλει τέλος στα σχέδια του πρώτου.

Ένα απλό σενάριο, μια απλή υπόθεση. Μια ευχάριστη μεν, αδιάφορη δε περιπέτεια για οποιονδήποτε άλλο σκηνοθέτη. Όχι όμως και για τον Michael Mann.

— “So you never wanted a regular-type life?”

— “What the fuck is that? Barbecues and ballgames?”
— “Yeah.”

To “Heat” δεν είναι απλά μια περιπέτεια. Έχει μία και μόνο μία μεγάλη σκηνή δράσης, αριστουργηματικά σκηνοθετημένης. Είναι κατά κύριο λόγο ένα δράμα χαρακτήρων, ένα crime δράμα χαρακτήρων. 15+ ηθοποιοί, ο καθένας με το δικό του, μικρό ή μεγάλο subplot, συμβάλλουν, ο καθένας με τον τρόπο του, στα 170’ λεπτά του έργου. Ένα δράμα χαρακτήρων, λοιπόν, στο οποίο, και για τα 170 αυτά λεπτά είσαι στην άκρη της καρέκλας σου, είτε το βλέπεις για πρώτη, είτε για 15η φορά.

O Mann σε κερδίζει από την αρχή. Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί στο σύμπαν του, και αν υπάρχουν, τότε δεν είναι αυτοί που νομίζουμε. Eίναι μάστορας στο παιχνίδι «κλέφτες – αστυνόμοι», «γάτας – ποντικιού», εδώ και 35+ χρόνια. Ο Neil McCauley θέλει να κάνει μια τελευταία ληστεία, γιατί λαχταρά να ζήσει την «απλή ζωή» (?) με την νεαρή graphic designer που γνώρισε, την Eady (Amy Brenneman), ενώ ο Vincent Hanna λαχταρά να περνάει περισσότερο χρόνο στο σπίτι του (?) και τη γυναίκα του, Justine (Diane Venora), κατηγορώντας εμμέσως πλην σαφώς τον Neil πως άνθρωποι σαν και αυτόν ευθύνονται που δεν έχει μια «συνηθισμένη» ζωή.

Στη φημισμένη πλέον αυτή σκηνή στην καφετέρια, οι 2 άντρες βλέπουν ο ένας στον άλλο τα ελαττώματα που δε μπορούν (ή δε θέλουν) να δουν στον εαυτό τους. Ο σεβασμός, ή ακόμη και η πιθανή συμπάθεια που τρέφουν ο ένας για τον άλλο είναι αδιαμφισβήτητη. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δε θα τους εμποδίσει από το να εκτελέσουν το καθήκον τους. (“But I will not hesitate. Not for a second.”) Και για 170 λεπτά, λοιπόν, παρατηρείς με αμείωτο ενδιαφέρον πώς ο ένας επηρεάζει, με τις πράξεις του, την προσωπική ζωή του άλλου. Όλα αυτά, χωρίς να έχουν μοιραστεί πάνω από 10 λεπτά.

— “You know I have this re-occurring dream. I’m sittin’ at this big banquet table and all the victims of all the murders I ever worked are sittin’ at this table, and there starin’ at me with these black eyeballs because they got eight ball hemorrhages from the head-wounds. And there they are, these big balloon people. Because I found them two weeks after they’ve been under the bed. The neighbors reported the smell. And there they are. All of them just sittin’ there.”

— “What do they say?”
— “Nothin.”
— “No talk?”
— “None. Just… They don’t have anything to say. We just look at each-other. They look at me. And that’s it. That’s the dream.”
— “I have one where I’m drowning… and I gotta wake myself up and start breathing or I’ll die in my sleep.”

Όλα είναι όπως θα έπρεπε να είναι στο “Heat”. Από τη σκηνοθεσία του Mann και τις ερμηνείες όλου του cast, στην εκπληκτική φωτογραφία του Dante Spinotti και το αξέχαστο soundtrack του Elliot Goldenthal. Όλα είναι φυσικά. Όπως θα έπρεπε να είναι. Τα (αρχικά) περισσότερα από όσο θα έπρεπε subplots, με έναν μαγικό τρόπο δένουν υπέροχα μεταξύ τους. Χαρακτήρες είτε συναντούν πρόωρα τον Άγιο Πέτρο, είτε περπατούν στο ηλιοβασίλεμα σαν άλλος Λούκυ Λουκ, χωρίς να αναρωτιέσαι αν θα τους ξαναδείς. Ώσπου φτάνουμε στην τελική σκηνή, που με έχει σημαδέψει για πάντα…

Νομίζω πλέον πως ξέρω γιατί το “Heat” είναι η αγαπημένη μου ταινία. Δεν είναι γιατί κάθε φορά μου φέρνει δάκρυα στα μάτια την ώρα που πέφτουν τα credits, υπό τους ήχους του Moby, με το ονειρικό “God Moving Over the Face of the Waters”. Ούτε γιατί τελειώνει όπως θα έπρεπε να τελειώνει κάθε τέτοιου είδους αστυνομικό έργο, «σωστά και ωραία». Είναι γιατί δε θέλω να τελειώσει έτσι. Είναι γιατί, κατά τη διάρκεια του τελευταίου αυτού κυνηγητού, όπου ο Hanna καταδιώκει τον McCauley σαν τρελός, και η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή, θέλω τόσο πολύ να γλιτώσει ο McCauley, και παράλληλα θέλω τόσο πολύ να τον πιάσει ο Hanna. Και το θέλω αυτό, θέλω τόσο πολύ να συμβούν και τα δύο αυτά γεγονότα, γιατί είναι μαθηματικά βέβαιο πως δεν μπορεί να γίνουν και τα δύο.

Το “Heat” το έχω δει σε διάστημα 10 χρόνων (το πρωτοείδα το 2005 ένα μεσημέρι που γύρισα από το σχολείο, Γυμνάσιο ακόμη – από τις ελάχιστες αναμνήσεις που έχω, τις οποίες νιώθω τόσο έντονα) λιγότερο από 10 φορές. 6 ή 7 πρέπει να είναι. Στο ίδιο διάστημα των 10 αυτών ετών, έχω δει και τους 3 «Άρχοντες» τουλάχιστον 25 φορές, τα “Harry Potter” και τους «Πειρατές» καμιά 15αριά και γενικά όλα τα blocbuster (τα οποία ποτέ δεν έκρυψα ποτέ ότι υπεραγαπώ) διψήφιο αριθμό προβολών.

Με δυσκολεύει σαν ταινία η «Ένταση». Τη βλέπω πολύ σπάνια πλέον, μόνο όταν κάποιο αγαπημένο μου πρόσωπο μου λέει πως δεν την έχει δε ποτέ. Και κάθε φορά είναι η ίδια. Σαν την πρώτη. Κάθε φορά, κατά τη διάρκεια εκείνου του βασανιστικού κυνηγητού που με στοιχειώνει ακόμα, παρακαλώ το Θεό (πράγμα που δεν κάνω ποτέ, όντας άθεος) να αλλάξει το τέλος της ιστορίας και να συμβούν και τα δύο αυτά γεγονότα που επιθυμώ τόσο πολύ. Τον παρακαλώ να νικήσει ο De Niro και ταυτόχρονα να νικήσει ο Pacino, και του ορκίζομαι πως θα πιστεψω για πάντα σε Αυτόν. Αλλά κάθε φορά ο μπαγάσας μου δίνει το ίδιο τέλος.

Ίσως ο Michael Mann να είναι ο δικός μου Θεός, και ίσως όταν παρακαλώ τον Ύψιστο, να παρακαλώ στην πραγματικότητα τον Michael Mann να βγάλει ένα director’s cut στο γαμημένο το έργο. Όμως αυτό είναι το director’s cut του Michael Mann και έχει δηλώσει πως τα 170 αυτά λεπτά είναι όλα δικά του, όπως ακριβώς ήταν το όραμά του για την ταινία. Και εγώ τον ευχαριστώ, γιατί πλέον ξέρω για ποιο λόγο το “Heat” είναι η αγαπημένη μου ταινία. Οπότε, την επόμενη φορά που θέλετε να με ρωτήσετε, ρωτήστε με, γιατί πλέον ξέρω τι να σας απαντήσω.

— “Told you I’m never going back…”

— “Yeah.”

 

Για το Movie Heat,

Άγγελος Νομικός

Για περισσότερες κριτικές ταινιών και κινηματογραφικά νέα, επισκεφτείτε τη σελίδα μας στο: facebook.com/movieheat