Αντιγόνη Δαβάκη: «Υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντα ιστορίες να διηγηθείς»

12248663_10208393175525810_317901270_n(1)

Η Αντιγόνη Δαβάκη ασχολείται με τον κινηματογράφο από το 2013. Υπογράφει 3 ταινίες μικρού μήκους (Hesper, Kristin Βaybars, σμερδάκι) και ήταν συνεργάτης του σκηνοθέτη Διονύση Γρηγοράτου στην ταινία «Fils de Grece: Τα παιδιά του εμφυλίου».

Η Αρχοντούλα Βαρβάκη τη συνάντησε και συζήτησαν μαζί για τον κινηματογράφο και τις ιστορίες που της αρέσει να μοιράζεται.

 

Πόσο εύκολη είναι η απόφαση να ασχοληθείς επαγγελματικά με τον κινηματογράφο σήμερα; Πόσο διαφέρει από την απόφαση που πήραν οι παλιότεροι δημιουργοί για να κάνουν τη δική τους αρχή;

Δεν ήταν απόφαση, ήταν “αναπόδραστη ανάγκη”. Φυσικά, η καθημερινότητα σ’ αυτή τη δουλειά είναι σκληρή αλλά η ικανοποίηση είναι βαθιά και ασύγκριτη. Νομίζω όποιον και να ρωτήσεις κάτι αντίστοιχο θα πει. Είναι μια συνθήκη διαχρονική.

 

Πού οφείλονται οι δυσκολίες που αντιμετώπισες;

Η ενασχόληση με τον κινηματογράφο είναι μια διαρκής δοκιμασία συνείδησης. Βέβαια αυτό συμβαίνει σε όλους τους χώρους. Ένας γιατρός, Ένας δάσκαλος ή ένας νομικός π.χ. καλείται καθημερινά να αναμετρηθεί με τη συνείδηση του, και τα αποτελέσματα των αποφάσεων του είναι ίσως αμεσότερα αντιληπτά και σε περιπτώσεις δυνάμει αμεσότερα επικίνδυνα. Η δημιουργία μιας ταινίας είναι πάνω απ’ όλα μια ομαδική δουλειά. Είναι σπάνιο να συνεργάζεσαι με ανθρώπους με τους οποίους να μοιράζεσαι τις ίδιες αρχές κ αξίες. Χρειάζεται αντοχή, ευελιξία, υπομονή, κατανόηση και πάνω απ’ όλα καλή πρόθεση. Τίποτα απ’ αυτά δεν είναι εύκολο σ ένα κινηματογραφικό σετ. Τέλος, οι οικονομικές δυσκολίες είναι τεράστιες, αλλά πάντα ήταν στο συγκεκριμένο χώρο, τουλάχιστον, για τους δημιουργούς που δε θέλησαν να συμβιβαστούν ηθικά ή και αισθητικά.

 

Ποια είναι η υποδοχή από τους παλιότερους συναδέλφους;

Δεν πιστεύω ότι ο κινηματογράφος έχει ηλικία ούτε οι άνθρωποί του. Υπάρχουν άνθρωποι που μοιράζονται κοινά οράματα και θέτουν κοινούς στόχους γεφυρώνοντας τις γενιές και αυτό είναι βαθιά επαναστατικό. Το μαγικό είναι η επικοινωνία, που αναπτύσσεται μεταξύ των δημιουργών καθώς και η επικοινωνία μεταξύ δημιουργών και κοινού, που νικά το φυσικό θάνατο, η επικοινωνία και η μαθητεία.

 

Πώς βλέπεις το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου;

Δεν πιστεύω ότι ο κινηματογράφος έχει εθνικότητα, είναι μια γλώσσα διεθνής. Όσο για το μέλλον, ελπίζω να γίνουν βήματα προς την κατεύθυνση της εξέλιξης της φόρμας, είναι ο μόνος τρόπος να ωριμάσει ο κινηματογράφος ως μέσο. Το σημαντικό είναι ότι αυτά τα βήματα γίνονται μεταξύ άλλων και από νέους Έλληνες δημιουργούς.

 

Δεδομένης της δουλειάς σου για την ταινία «Τα παιδιά του εμφυλίου», ποια πιστεύεις ότι είναι η σχέση του κινηματογράφου με πολιτικά και ιστορικά ζητήματα;

Όπως στη ζωή έτσι και στον κινηματογράφο οι αποφάσεις είναι πάντα πολιτικές. Εκφράζουν μια πολιτική θέση. Για μένα κάθε ταινία είναι μια πολιτική ταινία. Ο Διονύσης Γρηγοράτος από πολύ νωρίς, ήδη από τη δεκαετία του ’60 αναμετρήθηκε με ιδιαίτερα επικίνδυνα ζητήματα και το έκανε πάντα με έναν τρόπο ξεχωριστό δικό του, δυσνόητο φορές για τους πολλούς μα μοναδικά ευαίσθητο και διεισδυτικό. Πάνω απ’ όλα πειραματίστηκε και πειραματίζεται ακόμα με την κινηματογραφική φόρμα όσο ελάχιστοι τολμούν. Ήταν μεγάλη τιμή για μένα να δουλέψω μαζί του.

Η Ιστορία και οι ιστορίες της είναι ο μεγάλος μου έρωτας. Σπούδασα Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ πολύ πριν αποφασίσω να ασχοληθώ με τον κινηματογράφο. Μέσω της ιστορικής μελέτης κατέληξα στο συμπέρασμα πως δεν υπήρξε δεν υπάρχει κι ούτε ποτέ θα υπάρξει αντικειμενική πραγματικότητα αλλά υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντα ιστορίες να διηγηθείς. Αυτό κάνει ο κινηματογράφος κι ας μην ξεχνάμε ότι κάθε φιλμικό γεγονός, ακόμα κι αυτό που μας μοιάζει ασήμαντο αποτελεί ένα ζωντανό αρχείο για τον ιστορικό.

 

Ποια πιστεύεις ότι είναι η θέση του κινηματογράφου στην καθημερινότητά μας σήμερα; Μπορεί να μας βοηθήσει σε αυτό που ζούμε;

Σε τέτοιες περιπτώσεις πάντα ανατρέχω στον Gillies Deleuze. Ο Deleuze, πολύ νωρίς αντιλαμβάνεται τον ίδιο τον κινηματογράφο ως φιλοσοφικό εργαλείο που γεννά έννοιες και παράγει κείμενα που αποδίδουν τη σκέψη με οπτικοακουστικούς όρους, όχι με τη γλώσσα, αλλά με κομμάτια κίνησης και διάρκειας.

Αυτό σημαίνει μεταξύ άλλων ότι ο κινηματογράφος ως μέσο, με πολλές εφαρμογές, δυνητικά μπορεί να αμφισβητήσει τα θεμέλια όλων όσων σήμερα θεωρούμε δεδομένα στην αντίληψη της καθημερινότητά μας. Γι’ αυτό άλλωστε ακόμα και έναν αιώνα μετά την ανακάλυψή του ελέγχεται τόσο ασφυκτικά.

 

Θες να μας πεις τι κάνεις αυτόν τον καιρό και για τα μελλοντικά σου σχέδια σε αυτό το χώρο;

Ολοκλήρωσα πρόσφατα την τρίτη μικρού μήκους ταινία μου, “το σμερδάκι” που αποτέλεσε την μεταπτυχιακή μου εργασία για το London Film School και την πρώτη δική μου απόπειρα για κάτι σοβαρά οργανωμένο στην Ελλάδα. ήταν ένα επίπονο εγχείρημα με τεράστιο ψυχικό κόστος. Παρόλα αυτά, μετά την ολοκλήρωσή του αποφάσισα ότι θέλω να ζήσω εδώ.

Παράλληλα, ασχολούμαι με τη σκηνογραφία, την αγαπώ πολύ αυτή τη δουλειά. Το να χτίζεις με τα χέρια σου έναν κόσμο μόνο και μόνο για να τον γκρεμίσεις, μετά για να χτίσεις στη θέση του έναν άλλο και πάλι απ’ την αρχή έχει κάτι το γοητευτικά σισύφειο αλλά και κάτι το ειλικρινά άναρχο.

Η τελευταία μου συνεργασία ήταν με το Σήφη Μάινα, στην ταινία του, “The ship that should not be”.

Αυτή την εποχή μαζί με τον Michael Stylianou και τη Jackie Teboul βρισκόμαστε στην πρώτη φάση γυρισμάτων ενός μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ στην Κύπρο. Πηγαίνοντας πιστεύαμε πως θα επρόκειτο για ένα απλό πορτραίτο και πως τα γυρίσματα θα διαρκούσαν το πολύ δύο εβδομάδες. Είναι τέτοια η ανάδυση της ανθρωπογεωγραφίας που πρόεκυψε, και τόσο εντυπωσιακό το παλίμψηστο των κοινωνικοπολιτικών συμφραζομένων που αποφασίσαμε πως αυτό είναι μόνο το πρώτο ταξίδι.

Όσο για το μέλλον δεν κάνω ποτέ σχέδια… μόνο όνειρα.

 

Φωτογραφία: Γιάννης Παπακονδύλης