Εμείς γι’αυτά τα λίγα και τ’ απλά πολεμάμε…

leivaditis1

“Ναὶ ἀγαπημένη μου, ἐμεῖς γι᾿ αὐτὰ τὰ λίγα κι ἁπλὰ πράγματα πολεμᾶμε γιὰ νὰ μποροῦμε νά ῾χουμε μία πόρτα, ἕν᾿ ἄστρο, ἕνα σκαμνὶ, ἕνα χαρούμενο δρόμο τὸ πρωὶ, ἕνα ἤρεμο ὄνειρο τὸ βράδι, γιὰ νά ῾χουμε ἕναν ἔρωτα ποὺ νὰ μὴ μᾶς τὸν λερώνουν, ἕνα τραγούδι ποὺ νὰ μποροῦμε νὰ τραγουδᾶμε. Ὅμως αὐτοὶ σπᾶνε τὶς πόρτες μας, πατᾶνε πάνω στὸν ἔρωτά μας. Πρὶν ποῦμε τὸ τραγούδι μας μᾶς σκοτώνουν. Μᾶς φοβοῦνται καὶ μᾶς σκοτώνουν. Φοβοῦνται τὸν οὐρανὸ ποὺ κοιτάζουμε, φοβοῦνται τὸ πεζούλι ποὺ ἀκουμπᾶμε, φοβοῦνται τὸ ἀδράχτι τῆς μητέρας μας καὶ τὸ ἀλφαβητάρι τοῦ παιδιοῦ μας, φοβοῦνται τὰ χέρια σου ποὺ ξέρουν νὰ ἀγγαλιάζουν τόσο τρυφερὰ καὶ νὰ μοχτοῦν τόσο ἀντρίκια, φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ λέμε οἱ δυό μας μὲ φωνὴ χαμηλωμένη, φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ θὰ λέμε αὔριο ὅλοι μαζὶ, μᾶς φοβοῦνται, ἀγάπη μου, καὶ ὅταν μᾶς σκοτώνουν, νεκροὺς μᾶς φοβοῦνται πιὸ πολύ.”

Νομίζεις ότι έφαγες τη ζωή με το κουτάλι και δε βαστάς πια. Κι ότι παρ’ ότι ακόμα νέος οι εμπειρίες απόκαναν το νευρικό σου σύστημα, το οποίο βαριέται πια να δέχεται και να δέχεται  ότι θέλει να γκρεμίσει. Βαριέται να μιζεριάζει από την ασύδοτη ματαιοδοξία του κόσμου. Κι όμως δεν είν’ έτσι. Κάποιος άλλος τα πέρασε πριν από σένα, κάποιος άλλος τα βίωσε με  θλίψη και τα ‘γραψε στο χαρτί για να λύσει τα μάγια γενιών και γενιών. Πόσα κοινά βιώματα μπορεί στ’ αλήθεια να ‘χουμε; Η φρίκη του κόσμου είναι μία. Το ίδιο και η θεόσταλτη ομορφιά του. Τα βλέπω μέσα απ’τα ποιήματα, μέσα απ’τα λόγια των ανθρώπων εκείνων που αποτύπωσαν το είναι τους σε πέντε αράδες χαρτί, στεκόμενοι στο πλευρό της ανθρωπότητας σε κάθε δύσκολη στιγμή, σε κάθε αντίξοη συνθήκη.

Είκοσι επτά χρόνια πέρασαν από το θάνατο του ποιητή της καρδιάς μας, Τάσου Λειβαδίτη. Τον Οκτώβρη του 1988 έκλεισε τα μάτια του και άφησε σε όλους εμάς μια τεράστια πολιτιστική κληρονομιά που αναδεικνύει τον πολιτισμό αλλά και το μεγαλείο της ύπαρξης του ίδιου. Γιατί ο ποιητής είναι δημιουργός, μα πάνω απ’ όλα άνθρωπος. Πηγή έμπνευσης του το κάθε ερέθισμα του κόσμου, το κάθε δικό σου ερέθισμα. Όσοι γεννηθήκαμε μετά το θάνατό του, τον γνωρίσαμε μέσα από το έργο του. Κι αυτό το έργο μίλησε στην ψυχή μας. Διαβάζω τα ποιήματα του και αντικρίζω  έναν άνθρωπο που βίωνε το παραμικρό σε κάθε έκφανση του, ρούφαγε την στιγμή όμορφη ή άσχημη, βάζοντας στόχο να κατακτήσει ακόμα και τα πιο ρηχά πράγματα της καθημερινής ρουτίνας.

Θα ‘λεγα πως η μεγάλη του αγάπη ήταν η ίδια η ζωή… Την ποίηση την είχε κάνει τρόπο ζωής. Η τόση αφοσίωσή του σε αυτήν τον ώθησε στο να την υπηρετήσει και από τις δύο πλευρές. Τόσο ως ποιητής όσο και ως κριτικός στα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα, Νέα Εστία, Επιθεώρηση Τέχνης, αλλά και στην εφημερίδα της Αριστεράς, Αυγή. Tέτοιο ήταν το πάθος του για την ποίηση που ξεψάχνιζε την κάθε ποιητική συλλογή που έφτανε στα χέρια του χωρίς να λογαριάζει από πού προήλθε, ποιος είναι ο δημιουργός και τα νοήματά της. «Τα διάβαζε όλα ως το κόκαλο και όσο μεγαλύτερη αξία τους έβρισκε, τόσο την αναγνώριζε και τη διακήρυσσε», σημείωσε στον πρόλογο του ο Τίτος Πατρίκιος, φίλος και συνεργάτης του Λειβαδίτη. Έτσι χωρίς στοχεύσεις και πατερναλισμούς, γεμάτος εκτίμηση για όλους τους ποιητές, έκρινε με αγάπη, κάτι το οποίο αναδεικνύει την καθαρότητα ενός ανθρώπου που, στρατευμένος στην Αριστερά, προτάσσει τη συνολική υπόθεση της ποίησης.

Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για το κλείσιμο ενός κειμένου αφιερωμένου στον Τάσο Λειβαδίτη από την παράθεση του, κατά τη γνώμη μας, πιο επίκαιρου από ποτέ ποιήματος του. Όποια παραίσθηση κι αν σε στοιχειώνει, όποια εμπόδια κι αν λυγίζουν τα όνειρα σου και σου θολώνουν το μυαλό έχε στο μυαλό τούτο:

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος… θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό. Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα στη μάνα σου

Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :

Ειρήνη σα να γραφες όλη την ιστορία της ζωής σου. Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον. Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει, εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.