Η ίδια ευχή εδώ και χρόνια

koritsoparea

«Κοίτα εδώ, το είδα σήμερα και συγκινήθηκα τόσο πολύ. Πριν έξι χρόνια». Αυτά ήταν τα λόγια της φίλης μου της Δ. όταν το Facebook, που κρατάει πλήρες αρχείο με όλες μας τις δραστηριότητες, της θύμισε μια ανάρτησή της προ εξαετίας, τότε που ετοιμαζόταν να φύγει για erasmus. Της ευχόμουν διάφορα και όλα γεμάτα αισιοδοξία και ανυπομονησία για «τα καλύτερα που θα έρθουν».

Ήταν τότε που ακόμα πιστεύαμε πως χτίζουμε το μέλλον μας με όσα περισσότερα εφόδια μπορούμε, πως φτιάχνουμε βιογραφικό, πως σπέρνουμε στο τώρα για να θερίσουμε ύστερα τους καρπούς των κόπων μας. Ουσιαστικά, ήταν τότε που, γεμάτοι όρεξη και όνειρα, διαιωνίζαμε στερεότυπες εκφράσεις γονέων -μαζί με τις αμαρτίες τους, μας παιδεύουν και τα στερεότυπά τους- γιατί, πολύ απλά, έτσι ήταν το λογικό να γίνει.

Η Δ. πήγε στο erasmus, οι υπόλοιπες τέσσερις της παρέας πήγαμε να τη δούμε, ζήσαμε στιγμές που θα θυμόμαστε για πάντα, την χαιρετίσαμε ξανά μετά από μία εβδομάδα ξεφαντώματος στην Ισπανία, η Δ. επέστρεψε, αποφοιτήσαμε όλες (σχεδόν, μας μένει μία ακόμα), τα χρόνια πέρασαν και να ‘μαστε πάλι εδώ.

Καμιά μας δεν ασχολείται με αυτό που σπούδασε. Οι καιροί τα έφεραν έτσι που αναγκαστικά θα διαλέξεις την επιβίωση από εκείνο που αγαπάς και γουστάρεις, από αυτό που κόπιασες για να μάθεις, για να το σπουδάσεις. Όχι πως είσαι καμιά ιερή αγελάδα άμα έχεις ένα πτυχίο και πρέπει πάση θυσία να εξασκήσεις οπωσδήποτε αυτό που φοίτησες. Μα έχει άλλη σημασία να επιλέγεις εσύ πότε και αν θα εξασκήσεις την τέχνη σου και άλλη βαρύτητα αν αναγκάζεσαι ένεκα της συγκυρίας.

Τα τελευταία χρόνια, όλο και πιο συχνά πιάνω τον εαυτό μου, σε γιορτές και γενέθλια, να εύχομαι σε γνωστούς και φίλους, μετά την υγεία, να έχουν εργασία και μετά όλα τα υπόλοιπα. Έγινε και η εργασία από εκείνα τα «αυτονόητα» που τελικά δεν είναι και τόσο αυτονόητα και δεν πολυβλάπτει στην τελική άμα την εύχεσαι στους ανθρώπους, δοθείσης ευκαιρίας.

Έξι χρόνια μετά, βγάλαμε φτερά στα πόδια, όχι για να «πετάξουμε» δημιουργώντας, όντας στην πιο παραγωγική μας ηλικία, μας για να τρέχουμε από interview σε interview και από χαμαλίκι σε χαμαλίκι, «μέχρι να βρεθεί κάτι της προκοπής» (ακόμα μία ατάκα της καθημερινότητας, εξάλλου).

Οι σχέσεις (φιλικές και ερωτικές) έγιναν ακόμα πιο περίπλοκες, ο καθένας -λέει- έχει τα προβλήματά του, δεν μπορεί να πολυσκάει επενδύοντας στις ανθρώπινες σχέσεις χωρίς να ξέρει εκ των προτέρων αν αξίζει τον κόπο. Μα αλήθεια, πότε ήξερες εκ των προτέρων αν αξίζει κάτι, χωρίς να το δοκιμάσεις; Είναι, βλέπεις, που το κλισέ «ο χρόνος είναι χρήμα» έχει εμποτίσει το υποσυνείδητό μας και δεν πολυαφήνει περιθώρια για ρίσκα.

Ύστερα, τα δικαιώματα μετρήθηκαν στις πλατείες, τα «όχι» μας αυθαίρετα τα μετέτρεψαν σε «ναι», κι άλλες απογοητεύσεις, κι άλλα διλήμματα, κι άλλη ανοχή. Κάποιοι γονείς χαιρετούν τα παιδιά τους που φεύγουν για έξω, άλλοι παρηγορούν όσα ακόμα παραμένουν εδώ, «η Ελλάδα χώρα γερόντων», «τα ελληνικά μυαλά διαπρέπουν στο εξωτερικό».

Τώρα, όλοι κοιτάζουμε κάπως αμήχανα. Εν μέσω ενός πρωτοφανούς για τις τελευταίες δεκαετίες κοινωνικοπολιτικού αναβρασμού, δεν μπορούμε καν να υποθέσουμε πού θα είμαστε τα επόμενα έξι χρόνια, με τι συνθήκες θα μιλάμε, αν θα έχει υλοποιηθεί κάτι απ’ όλα εκείνα που η παρέα στο erasmus περιέγραφε ως το εγγύς της μέλλον, πίνοντας μπύρες και περπατώντας στους δρόμους μιας κωμόπολης της Ανδαλουσίας.

Κάτι τέτοιες στιγμές, χωρίς να το επιδιώκω, μου έρχεται συνέχεια στο μυαλό ο στίχος που λέει ότι «θα την αλλάξουμε τη ζωή». Ίσως είναι έντονη η ανάγκη μου να πιστέψω ότι πράγματι τις καλύτερες μέρες μας δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα. Οι ανάγκες, εξάλλου, είναι σαν ονειροπαγίδες. Εξουδετερώνουν τα κακά όνειρα και αφήνουν μόνο τα καλά να περάσουν στο συνειδητό μας, εκείνα που μας κρατούν ξύπνιους.

Εις το επανιδείν…