«Η ξενιτιά είναι βάσανο κι άμα δε βγάζεις άκρη, για ρώτα τα τραγούδια σου…»

prosfyges_1

Να, λοιπόν, που ήρθε εκείνη η ώρα. Εκείνη που η Ευρώπη απευχόταν, ενδεχομένως δεν φανταζόταν και το μέγεθός της, η ώρα για την οποία σίγουρα αποδείχτηκε απροετοίμαστη. Τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα τους τελευταίους ειδικά μήνες, η Γηραιά Ήπειρος και ιδιαίτερα τα νοτιοανατολικά σύνορά της, δηλαδή Ελλάδα και Ιταλία, βρίσκονται εν μέσω μιας πρωτοφανούς ανθρωπιστικής κρίσης, με χιλιάδες προσφύγων να προσπαθούν καθημερινά να φτάσουν, μέσω θαλάσσης, στις χώρες της βόρειας Ευρώπης. Στη ζωή όμως ό,τι σπέρνεις θερίζεις και αυτό οι ηγέτες της Ευρώπης θα έπρεπε να το γνωρίζουν καλά.

Οι ταλαίπωροι και αναξιοπαθούντες αυτοί άνθρωποι είναι πρόσφυγες, όχι μετανάστες. Είναι πρόσφυγες. Και αυτό από μόνο του είναι ενδεικτικό της κατάστασης. Έφυγαν εξαναγκαζόμενοι από τον τόπο τους, στην προσπάθειά τους να γλιτώσουν από τους πολέμους, που και η Ευρώπη (μαζί με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ως είθισται) τροφοδότησε και υποστήριξε με κάθε τρόπο.

Το ένστικτο της επιβίωσης υπαγορεύει στον καθένα να κάνει ό,τι μπορεί όταν κινδυνεύει ο ίδιος και οι δικοί του άνθρωποι, προκειμένου να εξασφαλίσει τη σωτήρια. Στη σωτήρια προσβλέπουν και ελπίζουν όσοι ξεκινούν στοιβαγμένοι σε δουλεμπορικά σαπιοκάραβα, πληρώνοντας χιλιάδες δολάρια το κεφάλι για την ελευθερία τους. Αντί για σεβασμό και αξιοπρέπεια που τους αξίζουν και τα δύο, όσοι καταφέρουν να φτάσουν σε κάποια ευρωπαϊκή ακτή χωρίς να πνιγούν, αντιμετωπίζουν την κρατική βία, εκ νέου απάνθρωπες συνθήκες σχετικής διαβίωσης (και λέω «σχετικής» γιατί οι άνθρωποι αυτοί ίσα που επιβιώνουν), στεκόμενοι για ώρες ατελείωτες σε ουρές ο ένας πάνω στον άλλο προκειμένου να αποκτήσουν τα απαραίτητα έγγραφα για να συνεχίσουν, διανυκτερεύοντας σε παγκάκια και πεζοδρόμια. Τόσα κονδύλια εγκεκριμένα από την Ε.Ε. για την υποδοχή προσφύγων πού πάνε;

Μέχρι και πριν λίγες ημέρες, είδαν το φως της δημοσιότητας εικόνες πνιγμένων μικρών παιδιών στις ακτές της Λιβύης. Τα παιδιά αυτά βρίσκονταν ανάμεσα στους 80 πρόσφυγες που έχασαν τη ζωή τους, όταν θέλησαν να περάσουν τα ευρωπαϊκά σύνορα μέσω της Μεσογείου. Ακόμα και μπροστά σε αυτές τις εικόνες ο ρόλος των μίντια πάντα ίδιος. Έκαναν όλα λόγο για μετανάστες και όχι για πρόσφυγες. «Μετανάστες». Η ίδια καραμέλα ξανά και ξανά. Είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έρχονται στην Ευρώπη για να βρουν καλύτερη εργασία από αυτήν που ήδη έχουν στον τόπο καταγωγής τους. Γιατί, πολύ απλά, στη χώρα τους δεν έχουν ζωή, πόσο δε μάλλον εργασία. Οι άνθρωποι αυτοί είναι πρόσφυγες πολέμου και γι’ αυτό είναι υψίστης σημασίας για όσους δημιουργούν απόψεις και κατευθύνουν την κοινή γνώμη να μην το ακούς, να μην συνηθίζει το αυτί σου στον όρο «πρόσφυγας». Καθώς, άπαξ και υπάρξει ολική παραδοχή ότι πρόκειται για πρόσφυγες πολέμου, είναι και πολύ συγκεκριμένες οι διαδικασίες και η αντιμετώπιση που πρέπει να έχουν από τα κράτη υποδοχής.

Καμιά φορά, όσα και να πεις, μοιάζουν λίγα. Βλέπεις πτώματα διαρκώς, στοιβαγμένους ανθρώπους στα ελληνοσκοπιανά σύνορα, παιδιά να λιποθυμούν από τη ζέστη και την αναμονή για την παροχή εγγράφων. Τι να πεις; Νιώθεις ντροπή για εκείνους που εκλέγεις και αντιμετωπίζουν ανήμπορους ανθρώπους σαν πρόβλημα αλλά και για όσα δεν έκανες να βοηθήσεις με όποιο τρόπο μπορείς κι εσύ την κατάσταση, νιώθεις θυμό που τους ακούς να μιλάνε μόνο για Συνθήκες και αριθμούς ενώ εξακολουθούν να πνίγονται άνθρωποι καθημερινά. Σίγουρα, όμως, πρέπει να νιώθεις μακριά από εκείνο που καυχιέσαι πως είσαι. Από τα παραδοσιακά ηπειρώτικα και τα σμυρνέικα που έπονται της Καταστροφής μέχρι τον Τσιτσάνη και τον Καζαντζίδη, η σύγχρονη ελληνική λαογραφία μαρτυρά εκατομμύρια Ελλήνων προσφύγων και μεταναστών. Τι μας φοβίζει, τότε, τόσο πολύ στη λέξη «πρόσφυγας» και «μετανάστης»; Ίσως, ότι εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που κινούν για την ελευθερία και το δικαίωμα στη ζωή, ακόμα κι αν γνωρίζουν ότι μπορεί να πεθάνουν γι’ αυτά.

Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, στον τελευταίο του δίσκο με τίτλο «Πρόσκληση σε δείπνο κυανίου», περιείχε το κομμάτι «Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ», η ιστορία των οποίων μοιάζει από λίγο έως πολύ με εκείνη των περισσοτέρων προσφύγων. Ακολουθούν οι στίχοι, ίσως ο καταλληλότερος τρόπος να κλείσει αυτό το κείμενο:

Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ, γι’ αυτούς θα σου μιλήσω
Σαν άνθρωποι γεννήθηκαν, μα δίχως να το ξέρουν
γινήκαν όχθες ποταμού, πιο κάτω θα εξηγήσω

Τα όνειρα τους τα ‘τρωγε της φτώχειας το σκουλήκι
Τα βράδια μάτια ορθάνοιχτα, η χώρα της ανάγκης
απλώνει το βρωμόχερο, ζητά μπροστά το νοίκι

Θέλει μπροστά το νοίκι

Κι έρχεται η στιγμή, που λες, να φύγουν κι ό,τι γίνει
κι αν όπως τρέμεις το χαμό σε λυπηθεί το κύμα
στη Λαμπεντούζα βρίσκεσαι, ή και στη Μυτιλήνη

Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ, το βάσανο του δρόμου
Παντού συρματοπλέγματα, μα αλήθεια ποιος πιστεύει
πως με τα φράγματα κρατά την ώσμωση του κόσμου

Ελλάδα, χώρα της ντροπής, και γι’ άλλους κρύο σπίτι
ξέχασες που ‘ναι ιερό το βλέμμα του ικέτη
Τώρα πια οι μισάνθρωποι σε σέρνουν απ’ τη μύτη

Σε σέρνουν απ’ τη μύτη

Η ξενιτιά είναι βάσανο, κι άμα δε βγάζεις άκρη
για ρώτα τα τραγούδια σου, εκείνα της Καρπάθου
και τ’ άλλα τα ηπειρώτικα, που φέρνουνε το δάκρυ

Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ έχουν καρδιά μεγάλη
Βλέπουν το τραίνο να ‘ρχεται και δίχως να το νιώσουν
γίνονται όχθες και κυλά της ανθρωπιάς ποτάμι..