Η Πάρμα και το ρητορικό ερώτημα του ρομαντισμού

parma

Το ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο μπίζνα για να το παρατάς όποτε το βαρεθείς. Είναι και πάθος, αγάπη, τρέλα για την ομάδα, με την οποία πρέπει να ταυτίζεσαι και να μην έχεις μόνο τυπικές σχέσεις , ή για να το πούμε αλλιώς, σχέσεις… χρήματος. Καλή είναι η Μπαρτσελόνα, η Ρεάλ και η Μπάγερν, αλλά έως ένα σημείο. Χορτάσαμε πλέον χλίδα και λάμψη, χορτάσαμε μεταγραφές με ποσά που ξεφεύγουν από την σφαίρα της λογικής, χορτάσαμε αστεία κουρέματα και debate για το ποιος είναι ο καλύτερος. Αυτό που λείπει από το ποδόσφαιρο είναι ο ρομαντισμός. Ρομαντισμός που έχει χαθεί εδώ και χρόνια και μαζί του έχουν μείνει στην αφάνεια και ομάδες που διαμόρφωσαν και στιγμάτισαν ολόκληρες δεκαετίες.

Μία από αυτές είναι η Πάρμα που δεν χρειάζεται να είσαι οπαδός της για να στεναχωρηθείς στο άκουσμα της είδησης για πτώχευση και υποβιβασμό στην τέταρτη κατηγορία. Μια ομάδα που έπαιξε τεράστιο ρόλο στην εξέλιξη του ιταλικού ποδοσφαίρου την δεκαετία του 1990, μια ομάδα που ακόμα και χωρίς κανένα πρωτάθλημα στην συλλογή της, πρέπει να λογίζεται ως μία από τις ιστορικότερες τόσο στην Ιταλία, όσο και στην Ευρώπη. Αυτό μαρτυρούν τα δύο κύπελλα ΟΥΕΦΑ, ένα το 1995 και ένα το 1999. Το ένα κύπελλο Κυπελλούχων το 1993. Το ένα ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ. Τα τρία κύπελλα Ιταλίας.

Ξεκινώντας από το 1989 και υπό τις οδηγίες του προπονητή, Νέβιο Σκάλα, η Πάρμα έφτασε –έχοντας και την βοήθεια των χρημάτων της εταιρείας Parmalat- να κοντράρει μεγαθήρια της Serie A, όπως την Γιουβέντους, την Ίντερ, την Μίλαν και την Λάτσιο. Η εκτόξευση των «Τζιαλομπλου» αναδεικνύεται και από το γεγονός πως το 1986 βρίσκονταν στην δεύτερη κατηγορία του πρωταθλήματος και επτά χρόνια αργότερα κατακτούσαν το κύπελλο Κυπελλούχων στο «Γουέμπλεϊ», νικώντας με 3-1 την βελγική Αντβέρπ. Με παίκτες όπως ο Μινότι και ο Μέλι η Πάρμα εξέπληττε με το ποδόσφαιρό της και με τα εντυπωσιακά βήματα προς τα πάνω που πραγματοποιούσε κάθε χρόνο.

Η ομαδάρα με όλη την σημασία της λέξεως επικράτησε σε διπλούς αγώνες της Γιουβέντους το 1995 και κατέκτησε το ΟΥΕΦΑ, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα το ρόστερ της προκαλούσε δέος και ακόμα προκαλεί. Φέρνοντας στο μυαλό μου την ομάδα που είχε κερδίσει με 3-0 την Μαρσέιγ στον τελικό του 1999 στην Μόσχα, με κυριεύει νοσταλγία. Μπουφόν, Σενσίνι, Φάμπιο Καναβάρο, Τιράμ, Ντίνο Μπάτζο, Μπογκοσιάν, Βανόλι, Φουζέρ, Βερόν, Κρέσπο και Κιέσα. Αυτή ήταν η αρχική ενδεκάδα εκείνου του τελικού, με παίκτες όπως ο Ασπρίγια και Νέστα να έρχονται από τον πάγκο. Κάπως έτσι η Πάρμα έφτασε στο απόγειό της, κάπως έτσι δημιούργησε νέες γενιές οπαδών και έκανε περήφανες τις παλιές της και κάπως έτσι ξεκίνησε η διαδρομή από την κορυφή και την δόξα, στον πάτο και στην καταστροφή.

Αυτό που ακουγόταν για πολύ καιρό, επιβεβαιώθηκε και χθες αφού η ιστορική πλέον Πάρμα κήρυξε πτώχευση και από τη νέα σεζόν θα αγωνίζεται στην τέταρτη κατηγορία της Ιταλίας , απαλλαγμένη πια από τα χρέη που χονδρικά έφταναν το ποσό των 75 εκατομμυρίων ευρώ. Τα μεγάλα ποσά και τα αλόγιστα ανοίγματα έφτασαν την ομάδα σε αυτό το σημείο και κάποιοι ξένοι επενδυτές που μόλις είδαν τα δύσκολα την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια, παραχωρώντας τον σύλλογο για το αντίτιμο του ενός ευρώ! Ναι, αυτά τα τρομερά έκανε ο επί επτά χρόνια πρόεδρος της ομάδας, Τομάσο Γκιράρντι, που μόλις είδε την «επιχείρησή» του να αντιμετωπίζει το φάσμα της καταστροφής, αποφάσισε να φύγει, έτσι απλά, παίζοντας με την ιστορία της Πάρμα και την αγάπη των οπαδών της.

Καθώς ο νέος πρόεδρος Ρεζάρτ Τάτσι δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις κι ενώ δεν βρέθηκε αγοραστής για τους «Τζιαλομπλου», ήταν φυσικό και επόμενο ο σύλλογος να πτωχεύσει και να προσπαθήσει πλέον να ξεκινήσει από την αρχή από τα χαμηλότερα στρώματα των πρωταθλημάτων. Και εδώ έρχεται και κολλάει το βασικό ερώτημα. Τι ποδόσφαιρο θέλουμε να βλέπουμε σήμερα; Αυτό των μεγαλοεπενδυτών και των Αράβων που παίρνουν ομάδες και ρίχνουν ένα καράβι λεφτά για μεταγραφές και αλλαγές εμβλημάτων; Αυτούς που βλέπουν το ποδόσφαιρο ως ένα μέσο για να βγάλουν κέρδος και μόνο, θυσιάζοντας αξίες και «πιστεύω» πολλών δεκαετιών και προκαλώντας την οργή, αλλά και την θλίψη των οπαδών;

Ή θέλουμε το ποδόσφαιρο του ρομαντισμού; Το ποδόσφαιρο εκείνης της εποχής όπου αυτός που ασχολούνταν με μια ομάδα, ήθελε όχι μονάχα να βγάλει χρήμα, αλλά να την φτάσει και ψηλά, να της δώσει δόξα, να κάνει τον κόσμο να την αγαπήσει. Να νοιαστεί και ο ίδιος για αυτήν που για τον κάθε οπαδό είναι σαν μια ιδέα. Να την αγαπήσει ακόμα και αν αυτή υποβιβαστεί σε ερασιτεχνική κατηγορία, γιατί εδώ που τα λέμε στα ερασιτεχνικά δημιουργούνται οι μεγαλύτεροι δεσμοί ανάμεσα στην ομάδα και τον οπαδό. Δεσμοί αγάπης, στήριξης, ανιδιοτέλειας.

Είμαι σίγουρος ότι το παραπάνω ερώτημα θα παραμείνει ρητορικό. Γιατί όλοι κατά βάθος γνωρίζουμε ότι το πραγματικό ποδόσφαιρο, με όλη την σημασία της λέξεως, είναι το δεύτερο.