Για την Τζέσικα

jessica

Του Νίκου Πλατιά

Η Τζέσικα ήταν ένα πανύψηλο λιγνό αγόρι. Φορούσε πάντα μίνι κολλητές φούστες, γόβες στιλέτο σε διάφορα χρώματα και αν θυμάμαι καλά, ασορτί στενά μπλουζάκια. Είμαι σχεδόν σίγουρος διότι μου είχε κάνει εντύπωση πως ταίριαζε η γόβα με το μπλουζάκι πάντα. Σχεδόν με την επιμέλεια που έχουν οι στολές. Και όπως με τις περισσότερες στολές, δεν καταλάβαινα το μήνυμα αλλά το πρόσεχα.

Η Τζέσικα έβγαινε για περίπατο κάθε απόγευμα. Για αυτό είμαι σίγουρος γιατί ήταν η ώρα που μαζευόμασταν όλα τα αλάνια στην ανοιχτή αυλή ενός φούρνου για να παίξουμε είτε σουμπούτεο είτε μπάλα στον δρόμο. Αλητεία μέχρι το βράδυ που πιθανά κατέληγε σε μπούφλες σωφρονισμού ανάλογα με την έκταση και των αριθμό των λεκέδων στις φόρμες μας.

Εργατική συνοικία με γονείς που δούλευαν όλη μέρα, κάτι που περιόριζε αισθητά την ανοχή τους στη φασαρία και γείτονες που συχνά πυκνά μας τα έψαλλαν από τα μπαλκόνια για να πάψουν να ανακαλύπτουν βαθουλώματα στις πόρτες των αυτοκινήτων από τις μπαλιές μας. Θυμάμαι ειδικά μια κόκκινη άλφα ρομέο που η ιδιαιτέρως τετράγωνη γεωμετρία της άλλαζε με σταθερό ρυθμό σε κάθε επιθετική ενέργεια της μιας ή της άλλης ομάδας. Νομίζω πια πως εμφανίζαμε μια έμφυτη αντίδραση στον κυβισμό ως καλλιτέχνες της ντρίπλας.

Κάθε απόγευμα λοιπόν, προτού αποφασιστεί με δημοκρατικές διαδικασίες ο τρόπος με τον οποίο θα τιμούσαμε την ιερότητα του ελεύθερου χρόνου μας, η Τζέσικα είχε το δικό της καθημερινό λεπτό στην αιωνιότητα, τουλάχιστον για το απειροελάχιστο σύμπαν της γειτονιάς μας. Η συμμορία θα σιωπούσε συνωμοτικά για να παρατηρήσει το πέρασμα αυτού του μυστήριου πλάσματος.

Το πλάσμα φαινόταν να είναι μια γυναίκα. Μια πανύψηλη γυναίκα. Αγνώστου προελεύσεως και αισθητικής. Δεν ήταν. Με έντονο ντύσιμο, με άκρως προκλητικό περπάτημα και αργές νωχελικές κινήσεις των χεριών και ποτέ του λαιμού. Το κεφάλι μονίμως καρφωμένο εμπρός και ελαφρώς πάνω.

Η αλήθεια είναι πως το φυσικό επακόλουθο του κραξίματος που όλοι θα φανταζόμασταν δεν το θυμάμαι. Όπως δεν θυμάμαι πόσο κράτησε και αυτό το πρώτο ραντεβού μας με τα μυστήρια του σύμπαντος. Θυμάμαι όμως πως όσο κι αν κράτησε, με τον καιρό αναπτύχθηκε μια παράξενη οικειότητα με το θέαμα. Θυμάμαι να καταλήγουμε να χαιρετάμε την Τζέσικα σε κάθε της βόλτα.

Η αλήθεια είναι πως προσπαθούσαμε να επικοινωνήσουμε με το ενώπιών μας αυταπόδεικτο γεγονός της ύπαρξης εξωγήινης νοημοσύνης. Η Τζέσικα δεν μας μιλούσε. Σποραδικά κάνα χαμόγελο ίσως. Αν ήταν όμορφη δεν θυμάμαι. Εντυπωσιακή σίγουρα. Θυμάμαι ωστόσο κάποια σχόλια από κορίτσια. Θεά, έλεγαν. Η Τζέσικα ήταν το πρώτο μεγάλο σχολείο για την ανυπαρξία απειλής από την διαφορετικότητα. Αρκούσε λίγη εξοικείωση.
Δεν θυμάμαι ούτε τυχόν αντιδράσεις των γειτόνων. Νομίζω πως εμείς ήμασταν μακράν πιο ενοχλητικοί για αυτούς. Βλέπεις, ο κόσμος τότε δούλευε πολύ και το απόγευμα αρεσκόταν στο να ονειρεύεται ένα εξοχικό φουλ στο σεμεδάκι, με κήπο και πιθανά παραθαλάσσιο, κάπου στην Ανάβυσσο ίσως. Με τριανταφυλλιές και βουκαμβίλιες. Ίσως και κάνα σκύλο στην αυλή για τα παιδιά.

Και στο κομοδίνο τους που έμενε ανοιχτό καθώς τους έπαιρνε ο ύπνος, ένα βιβλιάριο του ταχυδρομικού ταμιευτηρίου και μερικά τεύχη του μπούρντα με πατρόν για να ράβουν οι νοικοκυρές στη ραπτομηχανή. Σε αυτό το περιοδικό οφείλαμε τη μισή μας γκαρνταρόμπα στο δημοτικό. Αν πέτυχε κάτι η κυβέρνηση Σημίτη, είναι ότι διαγράψαμε παντελώς από τη μνήμη μας σαν γενιά, τα χρόνια του μπούρντα και της ραπτομηχανής.

Αντίδραση δεν θυμάμαι ούτε από τον επίγειο εκπρόσωπο του υψίστου της ενορίας μας. Για αυτόν ωστόσο θα μπορούσα να είμαι σίγουρος. Βλέπεις ο παπα-Γιάννης ήταν κάτι σαν άγιος για μας. Με την καλή κουβέντα στο στόμα, χαμογελαστός, καλοσυνάτος, με απαλή φωνή και ελάχιστο άγγιγμα. Μόνο στο κεφάλι και μόνο για ευχές. Φτυστός ο άι Βασίλης στην όψη αλλά με ράσα. Και ποτέ μα ποτέ δεν άπλωνε το χέρι για να το φιλήσουμε.
Ο παπα-Γιάννης σε έκανε χριστιανό στο άψε σβήσε δίχως την παραμικρή προσπάθεια. Για κάποιο λόγο που μοιάζει με θεϊκή συνωμοσία, οι δρόμοι της θεάς Τζέσικας και του άγιου παπα-Γιάννη δεν διασταυρώνονταν ποτέ. Θα έβαζα στοίχημα πως δεν έφταιγε ο άγιός μας γι’ αυτό.

Το πάνθεον της γειτονιάς μας συμπλήρωνε ο καταχθόνιος καλικάντζαρος ονόματι Χρήστος νομίζω, που τότε πήγαινε λύκειο, επίσης νομίζω. Ο Χρήστος ζούσε σε ένα ημιυπόγειο και άκουγε μέταλ. Αυτές οι δύο πληροφορίες είναι οι μοναδικές που είχαμε εξακριβώσει. Ο ρόλος του Χρήστου και η προσφορά του στην κοινωνία μας ήταν να πιάνει τη μπάλα μας όταν πέρναγε τον μαντρότοιχο ενός εγκαταλελειμμένου εργοστασίου.
Ο Χρήστος, ψηλός και λιγνός, σκαρφάλωνε τον τοίχο, πηδούσε μέσα και μας επέστρεφε την μπάλα για να συνεχίσουμε. Δεν μιλούσε ποτέ. Επίσης, δεν γνωρίζαμε αν είχε μάτια και που. Τα μαλλιά του μπροστά, πάντα να στέκουν σαν κουρτίνες ενός παράθυρου που έφτανε μέχρι τη μύτη.

Δεν μάθαμε επίσης ποτέ γιατί ο Χρήστος συμφωνούσε σχεδόν πάντα να πάει να μας φέρει τη μπάλα. Όταν απαντούσε στις επικλήσεις μας θεωρούσαμε με σιγουριά πως δεν είναι μέσα. Είναι ωστόσο υπεύθυνος για τη διαφθορά μας. Μετά από τα πολλά παρακάλια μας, καταφέραμε να έχουμε στην κατοχή μας μια κασέτα με best of της τότε μεταλ σκηνής και ειδικότερα του thrash. Αυτό ήταν και το πρώτο μάθημα μεταφυσικής και αποκρυφισμού.

Ο διάολος δεν έρχεται ποτέ σε σένα. Εσύ πας σε αυτόν. Η συμμορία παμψηφεί υιοθέτησε την μέταλ μουσική. Ο σκοτεινός απόστολος Χρήστος, μας είχε μυήσει χωρίς την παραμικρή προσπάθεια. Θα μπορούσαμε να πούμε με σημερινούς όρους πως ο εκλεκτός του σκότους της γειτονιάς μας είχε κερδίσει πολύ νωρίς αλλά δίκαια μια μόνιμη κάρτα μέλους της ανφάν γκατέ κοινότητας του μάρκετιν.

Ένα μικροσύμπαν με ξωτικά και μάγους. Κι εμείς στην μέση, σαν χόμπιτ που όταν σμίγαμε στήναμε τις γιορτές μας με μια κοινή πεποίθηση πως ο μόνος λόγος για τον οποίο αξίζει κανείς να ζει, είναι για να χαρεί τον ελεύθερο χρόνο του.

Άργησα να καταλάβω γιατί η Ελλάδα της δεκαετίας του 80, στις περιγραφές μας αποκτά μια απόχρωση του γκρίζου. Την εντατική αστικοποίηση δεν την είδαμε ποτέ από ψηλά παρά μονάχα σε κάποιες σπάνιες φορές που ανεβαίναμε στην ταράτσα για να αντιληφθούμε τα σύνορα της δικής μας μικρής επικράτειας. Ήμασταν επίσης πολύ μικροί για να καταλάβουμε πως η μουσική μας έδωσε τότε μια διέξοδο για τον κόσμο που ετοιμαζόταν να μας συστηθεί πριν μας αφομοιώσει.

Το γκρίζο έγκειται στο ότι οι άνθρωποι έμαθαν να κουλαντρίζουν τα όνειρά τους και να τα μετατρέπουν σε αυθαίρετα με φως νερό τηλέφωνο για τα μπάνια των παιδιών και της γιαγιάς. Σε ελπίδες για μια καλύτερη ζωή, πιο ήσυχη, πιο υποφερτή. Με καλύτερες αποδοχές και καλύτερο στρώμα για τον ύπνο. Να μπορούμε να αλλάξουμε και κείνο τον γαμημένο πολυέλαιο με τα κρύσταλλα μουράνο, αυτό το έκτρωμα που πάντα ήταν λειψό και τις ελλείψεις του τις είχαμε μετρήσει με παντόφλες διότι ήμασταν υπεύθυνοι για την ‘αποψίλωσή’ του. Ούτε καν εμείς. Η μπάλα του μπάσκετ.

Η Τζέσικα, ο Χρήστος, ο παπα-Γιάννης και οι γείτονες. Όλη η Ελλάδα σε μια γειτονιά. Αναρωτιέμαι τι να απέγιναν όλοι. Καμιά φορά επίσης, αναρωτιέμαι πόσο άλλαξαν τα πράγματα. Και ναι και όχι. Εκείνη η Ελλάδα συχνά στις περιγραφές έχει χρώμα γκρίζο. Εγώ θυμάμαι μόνο τα χρώματα. Το γκρίζο ήρθε πολύ αργότερα…