Το πανκ ροκ, οι Ramones και οι άλλοι

ramones1

Εξήντα τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την γέννηση ενός θρυλικού πανκ ρόκερ, του Jeffrey Ross Hyman, αλλιώς γνωστού ως Joey Ramone, ο οποίος ήταν η φωνή του μεγάλου συγκροτήματος Ramones αλλά και μουσικός δημιουργός. Πρόκειται για ένα συγκρότημα που έχει αφήσει εποχή, ενώ από πολλούς θεωρείται ως η πρώτη πανκ ροκ μπάντα. Τόσο ο Joey όσο και τα υπόλοιπα μέλη των Ramones υπήρξαν ταυτόχρονα είδωλα και αντι – είδωλα, αφού εκπροσώπησαν την ιδιαίτερη και αντισυμβατική κουλτούρα της πανκ.

Τι ξέρουμε, όμως, για αυτή την κουλτούρα; Η πανκ ροκ μουσική γεννήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και αναπτύχθηκε αρχικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Αυστραλία. Έχει τις ρίζες της στο garage rock και άλλα μουσικά είδη, τα οποία τώρα αναγνωρίζονται ως πρόδρομοι της πανκ μουσικής, με την ονομασία «πρωτοπάνκ».

Τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου μουσικού είδους λίγο πολύ τα ξέρουμε. Οι πανκ μπάντες της τότε εποχής δημιούργησαν μουσική με γρήγορους ρυθμούς και σκληρό ήχο.  Τα τραγούδια ήταν συνήθως μικρής διάρκειας, ενώ οι στίχοι τους είχαν συχνά πολιτικό, αντιεξουσιαστικό περιεχόμενο. Η πανκ πάντα στήριζε την “do it yourself” πρακτική, με την έννοια ότι πολλές μπάντες αναλάμβαναν οι ίδιες την παραγωγή των ηχογραφήσεων τους αλλά και την διάδοσή τους μέσω ανεπίσημων καναλιών.

Ο όρος «πανκ» πρωτοχρησιμοποιήθηκε σε συσχέτιση με τη ροκ μουσική από κάποιους Αμερικανούς κριτικούς στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Στα τέλη του 1976, μπάντες όπως οι Sex Pistols, οι Clash και οι Damned στο Λονδίνο, καθώς και οι Television και οι Ramones στη Νέα Υόρκη αναγνωρίζονταν ως πρωτοπόροι του νέου αυτού μουσικού κινήματος. Την αμέσως επόμενη χρονιά, η πανκ ροκ εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο και εξελίχθηκε σε τεράστιο πολιτισμικό φαινόμενο στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Στην πλειοψηφία τους, τα πανκ συγκροτήματα της δεκαετίας εμφανίζονταν σε τοπικές μουσικές σκηνές που έτειναν να απορρίπτουν οποιαδήποτε συγγένεια με την mainstream μουσική. Έτσι, προέκυψε μία η πανκ κουλτούρα / υποκουλτούρα, μέσα από την έκφραση της νεανικής εξέγερσης. Η κουλτούρα αυτή συνοδευόταν – όπως συμβαίνει με τα περισσότερα μουσικά είδη και όχι μόνο – από προκλητικό ντύσιμο, ιδιαίτερο στυλ, καθώς και αντιαυταρχική ιδεολογία.

Από τις αρχές του 1980 και μετά, καθιερώθηκαν ακόμα πιο «επιθετικά» στυλ, όπως αυτό της hardcore punk και της oi! Τελικά, με το τέλος του 20ου αιώνα επήλθε και το τέλος της πανκ, όπως ήταν μέχρι τότε γνωστή, καθώς άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους συγκροτήματα, με ορισμένες πανκ επιρροές αλλά πολύ περισσότερο εμπορικά και mainstream, όπως οι Green Day, οι Offspring και οι Blink-182.

Να επιστρέψουμε, όμως, στους Ramones και στον Jeffrey Hyman, ο οποίος ήταν ιδρυτικό μέλος τους μαζί με τους John Cummings και Douglas Colvin. Οι τρεις τους (και αργότερα τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας) άρχισαν να χρησιμοποιούν το “Ramone” σαν επίθετό τους, παρότι δεν είχαν καμία συγγένεια μεταξύ τους. Έτσι, ο Hyman έγινε ο Joey Ramone, ο Cummings έγινε ο Johnny Ramone και ο Colvin έγινε ο Dee Dee Ramone. Το όνομα της μπάντας ήταν εμπνευσμένο από το παρατσούκλι Paul Ramone που χρησιμοποιούσε ο Paul McCartney στις αρχές των Beatles.

Το συγκρότημα, λοιπόν, ιδρύθηκε το 1974 στο Κουίνς της Νέας Υόρκης. Τα μέλη ζούσαν στην γειτονιά Forest Hills. Αρχικά, τραγουδιστής ήταν ο Dee dee, ενώ ο Joey έπαιζε ντραμς. Όταν αποδείχθηκε ότι κανένας από τους δύο δεν ήταν ιδιαίτερα καλός στο έργο του, τότε ο Joey άρχισε να τραγουδάει, ενώ ντράμμερ έγινε ο Tommy Ramone, ο οποίος ήταν και manager και, αργότερα, παραγωγός του συγκροτήματος.

Σύντομα μετακόμισαν στο σπίτι του Arturo Vega, που έμελλε να γίνει ο υπεύθυνος για το καλλιτεχνικό τμήμα και να αναλάβει και τεχνικός στα φώτα στις συναυλίες. Εκεί ξεκίνησαν να γράφουν τραγούδια και να εξασκούν τις ικανότητές τους στα μουσικά όργανα. Η πρώτη τους συναυλία έγινε στο Performance Studio στις 30 Μαρτίου 1974.

Στις 16 Αυγούστου του ίδιου έτους, οι Ramones εμφανίστηκαν στο CBGB club, το οποίο είχε ήδη αρχίσει να φτιάχνει όνομα στην underground κοινότητα. Το κοινό τους παρέμενε μικρο για την ώρα, καθώς οι Ramones προσπαθούσαν να δημιουργήσουν τον μοναδικό τους ήχο, αλλά δεν άργησαν να τραβήξουν την προσοχή τόσο του Legs McNeil (συνιδρυτή του Punk magazine) όσο και της Linda Stein, συζύγου του Seymour Stein της Sire Records, που μετά από δική της επιμονή υπέγραψαν συμβόλαιο και συμφώνησαν να ηχογραφήσουν κάποια demo. Αργότερα η Linda μαζί με τον Danny Fields θα έπαιζαν τον ρόλο του manager για το συγκρότημα.

Το συγκρότημα μέτρησε 22 χρόνια ενεργής παρουσίας στα μουσικά δρώμενα, στα οποία έδωσε συνολικά 2.263 συναυλίες. Επίσης, από το 1976 μέχρι και το 1995, οι Ramones κυκλοφόρησαν 14 άλμπουμ, από τα οποία ξεχώρισαν τα “Ramones” (1976), “Rocket to Russia” (1977) και “Too tough to die” (1984). Η τελευταία συναυλία τους δόθηκε στο Palace του Χόλιγουντ στην Καλιφόρνια, στις 6 Αυγούστου 1996. Στα επόμενα χρόνια ο Joey Ramone πέθανε από καρκίνο, όπως και ο Johnny, ενώ είχε μεσολαβήσει ο θάνατος του Dee Dee από ναρκωτικά. Στις 18 Μαρτίου του 2002 οι The Ramones συμπεριελήφθησαν στο Rock N Roll Hall Of Fame. To 2011 κέρδισαν το βραβείο Grammy Lifetime Achievment Award για την συνολική τους προσφορά στον χώρο της μουσικής.