Η εικόνα του μετανάστη στον ελληνικό κινηματογράφο κατά την περίοδο της κρίσης

metanastis-pints

Ο τρόπος που μια κοινωνία καταγράφει και παρουσιάζει κινηματογραφικά τον «ξένο» της αποδεικνύει τις -ανεκτικές ή όχι- διαθέσεις της στις όποιες αλλαγές, ή μεταστροφές και κατ’ επέκταση στην ανοχή της απέναντι στην ανανέωση των ηθών και των αντιλήψεών της.

Ο κινηματογράφος γίνεται ένα μέσο να εκφραστεί η ιστορική αλήθεια μέσα από τον τρόπο που την παρουσιάζει, άλλοτε ως συν-διαμορφωτής της Ιστορίας που υπονοείται κι άλλοτε ως αφηγητής και εναλλακτικός διαμορφωτής της.

Ως ΜΜΕ ο κινηματογράφος δρα με τρόπο δυναμικό στη συνείδηση του κοινού, υπενθυμίζοντας τις κοινές κατευθύνσεις και τα κοινά σημεία αναφοράς, αλλά και τα ίδια πεδία αντίληψης και δράσης του κοινού που τον παρακολουθεί.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κινηματογραφική παραγωγή κατά την περίοδο της κρίσης (2009-2014) καθώς διαφοροποιείται πλήρως ο τρόπος προσέγγισης και παρουσίασης του μετανάστη. Την περίοδο αυτή η ελληνική κοινωνία ήρθε αντιμέτωπη με την άνοδο ακροδεξιών μορφωμάτων, την ραγδαία αύξηση των μεταναστευτικών ροών που συνέβαλαν στην αποσταθεροποίηση των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ Ελλήνων και ξένων.

Από τα πιο αντιπροσωπευτικά κινηματογραφικά δείγματα της περιόδου είναι η Ακαδημία Πλάτωνος (2009), ο Εχθρός μου (2013) και το Ξενία (2014).

Ιστορική αναδρομή

Στον κινηματογράφο, η αποτύπωση της εικόνας του μετανάστη θα ακολουθήσει κατά πόδας τις γραμμές των κοινωνικών αντιλήψεων και προτύπων, αλλά και των αναγκών της εκάστοτε εποχής. Έτσι, η έννοια του «μετανάστη» ως εθνικά ξένου, δε φαίνεται να απασχολεί τον ελληνικό κινηματογράφο μέχρι την δεκαετία του ’90.

Στην αρχή μετανάστης θα είναι ο Έλληνας, «ο δικός μας», αντίληψη που συμβαδίζει πλήρως με τις τότε πολιτικές και κοινωνικές επιταγές. Η Ελλάδα αρχικά θα είναι χώρα αποστολής μεταναστών. Μετά την πρώτη μαζική αποστολή μεταναστών, στις αρχές του 20ου αιώνα κυρίως προς την Αμερική, το διάστημα 1950-1960 ένα νέο κύμα μετανάστευσης των Ελλήνων, λόγω ανεργίας, θα κινηθούν προς την Αμερική, την Αυστραλία αλλά και ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως το Βέλγιο και τη Δυτική Γερμανία.

Από την άλλη, κατά το διάστημα 1961-1973 υπολογίζεται πως ο αριθμός των Ελλήνων μεταναστών θα ανέλθει στις 965.000. Οφείλουμε, ασφαλώς, να μην ξεχάσουμε και την υποχρεωτική μετανάστευση των Ελλήνων κατά το 1945-1950 για πολιτικούς λόγους, σε χώρες του Ανατολικού μπλοκ, ως αποτέλεσμα του εμφύλιου πολέμου. Ο κινηματογράφος, με την άλλοτε δραματική και άλλοτε κωμική γραφή του, θα μελετήσει και θα αποτυπώσει τον μετανάστη, όπως ορίζεται στις προαναφερθείσες αυτές περιόδους.

Το ζήτημα της μετανάστευσης και η εικόνα του μετανάστη σε σχέση με τον γηγενή Έλληνα δε θα μελετηθούν υπό το πρίσμα μιας ισότιμης σχέσης, πάντα θα υπάρχει ο δυνατός και ακμαίος από τη μία, και ο ανίσχυρος και περιθωριοποιημένος από την άλλη. Τα χαρακτηριστικά του μετανάστη που τον διαφοροποιούν από την κοινωνία θα υπερτονιστούν και θα προβληθούν σε πρώτο πλάνο.

 

Ακαδημία Πλάτωνος (2009)

 

 

Στην ταινία Ακαδημία Πλάτωνος (2009) ο Φίλιππος Τσίτος θα παρουσίασει μια ιστορία για τη μετανάστευση και τους μετανάστες, ενδεικτική της αντίληψης της εποχής. Οι ήρωες της ιστορίας, είναι μια παρέα Ελλήνων που καλούνται να συνυπάρξουν με τους νεοαφιχθέντες μετανάστες της περιοχής. Η στερεοτυπική αντίληψη της υπεροχής του γηγενή, που έχει διαποτίσει τις σχέσεις του, θα έρθει να διαψευστεί με έναν κωμικό και παράλληλα τραγικό τρόπο.

Το πρώτο πλάνο που προβάλλει την παρέα του Σταύρου θα επαναληφθεί σε τακτά διαστήματα καθόλη τη διάρκεια της ταινίας. Μια παρέα Ελλήνων αποτελούμενη από τέσσερα άτομα κάθεται νωχελικά στις πλαστικές καρέκλες έξω από το μαγαζί του Σταύρου και επιδίδεται σε παιδαριώδη παιχνίδια. Οι ήρωες δε φαίνεται να έχουν καμία ιδιαίτερη απασχόληση.

Στη γειτονία της Ακαδημίας Πλάτωνος και δίπλα από τους ήρωας, μια ομάδα μεταναστών από διάφορες χώρες έρχονται στην περιοχή για να βρουν την τύχη τους και να εργαστούν, γεγονός το οποίο οι Έλληνες ήρωες δεν θα το δουν ευνοϊκά.

Σταύρος

Ο κεντρικός ήρωας, παρουσιάζεται ως ο μοναδικός πολύπλευρος ήρωας της ταινίας. Μακριά από τις κοινότυπες συζητήσεις του με την φιλική παρέα, ο Σταύρος έχει σκέψεις που δεν μοιράζεται με κανέναν.

Όταν ο Σταύρος μαθαίνει την αλήθεια της πραγματικής του καταγωγής, θα στερηθεί μέχρι και την απλή συνύπαρξη του με τους παλιούς του φίλους. Η παρέα τους μπορεί να μην του προσέφερε την επάρκεια μιας πολύπλευρης ανθρώπινης επαφής, του δημιουργούσε όμως την ψευδαίσθηση πως δεν είναι μόνος του στην καθημερινότητά του.

Αρχίζει να αμφισβητεί την μητέρα του, τη ζωή του, τον εαυτό του, χωρίς να αντιδρά.. Αλλάζει ο τρόπος που κοιτά την μητέρα του, ενώ τη φροντίζει, ο τρόπος που κοιτά από μακριά τους παλιούς του φίλους, ενώ αυξάνονται τα άγρυπνα βράδια στο μπαλκόνι του.

Ο σκηνοθέτης της ταινίας φαίνεται πως στο πρόσωπο του Σταύρου σατυρίζει το μύθο περί βιολογικής συνέχειας των Ελλήνων. Η παρέα στην οποία εντάσσεται ο Σταύρος είναι η παρέα των τυπικών Ελλήνων, που θεωρούν πως η χώρα και κάθε πτυχή της τους ανήκει λόγω καταγωγής. Ο Τσίτος αυτή ακριβώς την «προτεραιότητα» του γηγενή έναντι του μετανάστη, θα την αποδώσει κωμικά σε μια προσπάθεια να ανατρέψει τα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά παρουσίασης τόσο του Έλληνα γηγενή όσο και του αλλοδαπού μετανάστη.

Η μητέρα του Σταύρου

Η μητέρα παρουσιάζεται ως η κύρια αιτία της ανατροπής του ήρωα. Από τη μια φαίνεται πως αποτελεί το λόγο που χωρίζει ο γιος της με τη γυναίκα του, και από την άλλη είναι εκείνη που αποκρύπτει από το γιο της την αληθινή καταγωγή του. Στο τέλος, δε, θα αποτελέσει και το λόγο της αμφιβολίας για την πραγματική καταγωγή του Σταύρου. Ο Νίκος θα αποκαλύψει στο Σταύρο πως δεν είναι σίγουρο πως η μητέρα είναι και δική του.

Οι φίλοι του Σταύρου

Η παρέα των Ελλήνων φίλων απαρτίζεται από άτομα ανώριμα, οκνηρά και παθητικά. Ο μόνος λόγος για να δραστηριοποιηθούν είναι για να επιτεθούν στους μετανάστες «εισβολείς».

Στο πρόσωπο των τριών ηρώων σχηματίζεται μια εικόνα ασαφής και σκιερή. Ίσως πρόκειται για μια προσπάθεια σκιαγράφησης του ίδιου του νεοέλληνα. Ο Φίλιππος Τσίτος απαγκιστρώνοντας πλήρως τους Έλληνες ήρωες από την ψευδαίσθηση της υπεροχής του γηγενή, συνθέτει έναν τελείως διαφορετικό τύπο Έλληνα. Τον τύπο του ρατσιστή, εθνικιστή που εδραιώνει την εικόνα πάνω στην υπεροχή του έναντι του μετανάστη. Μια υπεροχή, όμως, που όπως θα δούμε και στη συνέχεια, κρίνεται και επικρίνεται με κωμικό τρόπο για να φέρει στην επιφάνεια μια νέα εικόνα της πραγματικότητας αλλά και μια διαφορετική εκδοχή της σχέσης Έλληνα γηγενή και αλλοδαπού μετανάστη.

Νίκος

Ο Νίκος,ο αλβανικής καταγωγής εργάτης, που γνωρίζει κάποια στιγμή η παρέα των φίλων, είναι αδερφός του Σταύρου. Η αποκάλυψη αυτή είναι ζωτικής σημασίας, για την παρέα, μιας και έχουν δομήσει τη σχέση τους πάνω σε έναν κοινό εθνικό προσανατολισμό, έναν κακώς εννοούμενο φιλοπατριωτισμό.

Με αυτό τον τρόπο, λοιπόν, έρχεται στην επιφάνεια η σύγχυση μιας συλλογικής ταυτότητας και κατ’ επέκταση μιας προσωπικής. Ο ξένος αλλάζει οριστικά μορφή. Δεν είναι πια το αλλότριο τμήμα μιας κοινωνίας, το ξένο που μπορεί να αποβληθεί οποιαδήποτε στιγμή η τελευταία το επιθυμεί. Είναι ζωντανό κομμάτι της, άρρηκτα δεμένο με τον γηγενή. Οι κατηγοριοποιήσεις γίνονται τόσο ρευστές και συγκεχυμένες που κανένας πια δεν ξέρει πώς μπορεί να ορίσει τον ξένο που έρχεται. Ο λόγος παρατίθεται απλά και ξεκάθαρα: πώς μπορείς να ορίσεις τον ξένο όταν κι εσύ ανα πάσα στιγμή μπορείς να αποδειχτείς «ξένος»,σύμφωνα με τα κριτήρια «ετερότητας» που έχεις προηγουμένως θέσει; Είναι η βιολογική απαρχή που ορίζει τον γηγενή; Κι αν ναι, στην περίπτωση που «διαταράσσεται» πως πρέπει κανείς να αντιδράσει; Να συνεχίσει την ζωή του κανονικά όπως πριν, ή να διεκδικήσει την πλήρη εφαρμογή των «κριτηρίων»;

Η εικόνα του μετανάστη

Οι μετανάστες παρουσιάζονται εργατικοί, συνεπείς και οργανωμένοι. Ξέρουν να μοιράζονται, όπως και να συντονίζουν τις κινήσεις τους για να πετύχουν τον κοινό τους στόχο. Εμφορούνται, δε, από μια δύναμη τόσο σωματική όσο και ψυχική. Είναι ακριβείς και δεν χασομερούν, όπως φαίνεται να κάνει η παρέα του Σταύρου. Διεκδικούν με ευγένεια τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και διαβίωσής τους.

Οι μετανάστες θα σωπάσουν και θα δεχτούν τις επικρίσεις από την πλευρά των Ελλήνων ηρώων με μια στωικότητα και υπομονή.

Η αντιπαράθεση είναι καθημερινή και διαρκής, αφού γίνεται στο πλαίσιο ενός κοινού στενού χώρου, την γειτονιά της Ακαδημίας Πλάτωνος. Αυτή η εικόνα θα εκφραστεί και θα τσαλακωθεί μέσα από τα λόγια των Ελλήνων ηρώων, που δεν θα καταφέρουν εν τέλει να διαστρεβλώσουν την εικόνα τους. Αυτό γιατί οι Έλληνες θα μιλήσουν για απειλή, ενώ η εικόνα θα δείξει τους ξένους ακίνδυνους και ειρηνικούς. Επιπλέον, οι Έλληνες ήρωες θα κατηγορήσουν τους αλλοεθνείς ότι τους στερούν το χώρο, ερχόμενοι στην Ελλάδα, κι αυτό θα διαψευστεί περίτρανα. Η παρέα των Ελλήνων θα θεωρήσει πως αν δεχτεί αδιαμαρτύρητα τους μετανάστες, στους κόλπους της «δικής τους» κοινωνίας, θα χάσει την κοινή της ταυτότητα, όσο και τον προσωπικό της χώρο.

 

Ο Εχθρός μου (2013)

 

 

Η ταινία “Ο εχθρός μου” περιστρέφεται γύρω από την ιστορία μιας φιλήσυχης και αγαπημένης οικογένειας που μένει στο κέντρο της Αθήνας. Ο πατέρας, η μητέρα και τα δύο παιδιά ζουν σε πλήρη αρμονία, χωρίς ουσιαστικούς διαπληκτισμούς και διενέξεις μέχρι τη μέρα που μια συμμορία αγνώστων εισβάλλουν στο σπίτι τους και κακοποιούν τη 15χρονη κόρη της οικογένειας.

Κώστας

Ο Κώστας Στασινός, ο πατέρας της οικογένειας, στο πρώτο πλάνο της ταινίας, φαίνεται να εργάζεται στο μαγαζί που διατηρεί στο κέντρο της Αθήνας. Εργατικός, πράος, φιλήσυχος και μεθοδικός επιδίδεται μόνος του στις δουλειές του κρατώντας τις ισορροπίες στη ζωή του, την οποία συνθέτουν: μια ευτυχισμένη οικογένεια, μια στρωμένη δουλειά, ένα αρμονικό φιλικό περιβάλλον,δηλαδή μια ζωή «τακτοποιημένη» χωρίς ανατροπές και παραφωνίες.

Η εισβολή μιας συμμορίας ληστών στο σπίτι της οικογένειας Στασινού, θα εισαγάγει τον θεατή στο πραγματικό θέμα της ταινίας. Η σύγκρουση θα ‘ρθει μέσα από την αναταραχή που θα προκληθεί, η οποία θα διαταράξει τις σχέσεις των μελών της οικογένειας μεταξύ τους και με τον έξω κόσμο.

Ο πατέρας Κώστας θα ξεκινήσει να δρά σπασμωδικά, έχοντας δεχτεί πλύση εγκεφάλου από το Σωτήρη. Οι σκέψεις του αποσυνδέονται από τις πράξεις του και τίποτα δε θυμίζει τον προηγούμενο εαυτό του. Οι γύρω του δεν τον αναγνωρίζουν και του εφιστούν την προσοχή χωρίς αποτέλεσμα. Ο ίδιος κρίνει πως η αλλαγή αυτή είναι απαραίτητη, ότι είναι μια προσαρμογή στις νέες συνθήκες της ζωής του και ένας τρόπος να προστατεύσει την οικογένειά του.

Ράνια

Η Ράνια είναι μια σύγχρονη ηρωίδα, μια μητέρα που ουσιαστικά επωμίζεται τα βάρη της οικογένειας μετά την περιπέτειά τους. Ενώ ο Κώστας θεωρεί πως αναλαμβάνει τα «ηνία» της οικογένειας μετά την επίθεση στο σπίτι τους, στην πραγματικότητα η Ράνια είναι αυτή που ρίχνει τους τόνους και προσπαθεί να φέρει την αρμονία στο σπίτι της, χωρίς όμως να κάνει κινήσεις που θα την χρίσουν «αρχηγό». Διεκδικεί την επιστροφή στην πρότερη ζωή τους, και συμβουλεύει την οικογένειά της να κάνει υπομονή.

Αντρέας

Ο δεκαοχτάχρονος γιος της οικογένειας Στασινού έχει καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας. Αρχικά προβάλλεται ως ο τυπικός έφηβος. Αντιμετωπίζει τους γύρω του με θυμωμένο τρόπο, παρασύρεται από τις παρέες του. Πέρα από την ευθύτητα και την επαναστατικότητά του που τον οδηγεί σε σύγκρουση με τους δικούς του ανθρώπους.

Λουΐζα

Η Λουΐζα είναι ίσως το τραγικότερο πρόσωπο της ταινίας. Από τη μία είναι το μεγαλύτερο θύμα της επίθεσης και προσπαθεί να συνεχίσει τη ζωή της, από την άλλη νιώθει ένοχη για τη δολοφονία που διέπραξε ο πατέρας της. Δυο συμβάντα που η ίδια δεν επιλέγει, ούτε προβλέπει, είναι έτσι καθοριστικά για τη ζωή της. Αυτό την καθιστά και το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα τραγικής ηρωΐδας στην ταινία.

Σωτήρης

Στο πρόσωπο του ήρωα Σωτήρη Λογαρά, ο σεναριογράφος σκιαγραφεί έναν χαρακτήρα γνώριμο στην ελληνική κοινωνία της τρέχουσας εποχής. Ο Λογαράς είναι ένας απόστρατος στρατιωτικός που διαπνέεται από ρατσιστικές και ξενοφοβικές αντιλήψεις και θεωρεί πως τα δεινά της χώρας ξεκινούν «όταν ήρθαν οι ξένοι και τους δεχτήκαμε». Προσεγγίζει τον κεντρικό ήρωα, όταν μαθαίνει για την επίθεση που δέχεται ο τελευταίος στο σπίτι του και υπόσχεται να του δώσει τη λύση, αλλά και να του πει όλα όσα ξέρει για την υπόθεση.

Ο Σωτήρης προβάλλεται ως ο ευκαιριακός «φίλος» που ψάχνει περισσότερο για αποδέκτες των θεωριών του παρά για φιλικές σχέσεις και ευθύνες. «Οι ηττημένοι συνασπίζονται, πανάρχαια τακτική. » Δίνει εύκολες λύσεις βασισμένες στον ηθικό κώδικά που αυθαίρετα έχει επινοήσει και αδιαφορεί για την μετέπειτα εφαρμογή τους. «Αρκεί να μην υπάρχουν ίχνη πίσω».

Η εικόνα του μετανάστη

Η παρουσία του μετανάστη βρίσκεται και σε αυτή την ταινία στο περιθώριο της δράσης των κύριων ηρώων. Κύρια διαφορά από την πρώτη ταινία που μελετήσαμε είναι ότι στην ταινία Ο εχθρός μου υπάρχουν σκηνές που η δράση των αλλοδαπών μεταναστών σκιαγραφείται ανεξάρτητα από τη δράση των κεντρικών ηρώων.

Ο θεατής πληροφορείται, όμως, πως η συμμορία απαρτίζεται από αλλοδαπούς κακοποιούς, όταν ο Λογαράς δείχνει το βίντεο στον Κώστα και ο τελευταίος αναγνωρίζει έναν από τους αλλοδαπούς τεχνίτες που έβαψαν το σπίτι του. Αυτό είναι ακριβώς το σημείο που πληροφορούμαστε για την εθνικότητα των δραστών και ακριβώς σε αυτό το σημείο θα ξετυλιχτεί η δράση του κεντρικού ήρωα που σκοπό έχει την «απονομή δικαιοσύνης» απέναντι στον «εχθρό μετανάστη». Είναι σαφές, ωστόσο, πως και σε αυτή την ταινία η εικόνα του μετανάστη περισσότερο θα υπονοηθεί παρά θα προβληθεί και θα αναλυθεί σε πρώτο πλάνο κι αυτό σχετίζεται άμεσα με την «αίσθηση» που στοχεύουν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τόσο ο σεναριογράφος της ταινίας Γιάννης Τσίρος, αλλά και ο σκηνοθέτης Γιώργος Τσεμπερόπουλος.

Η ταινία Ο εχθρός μου μιλά περισσότερο για το φόβο και την απειλή που νιώθει ο γηγενής Έλληνας απέναντι στον αλλοδαπό μετανάστη, παρά για τον ίδιο το μετανάστη. Έτσι, θα ακούσουμε τους Έλληνες ήρωες κυρίως το Σωτήρη και τον Κώστα, να δίνουν στο μετανάστη, την μορφή του αιώνιου αντιπάλου, του εισβολέα που ως μοναδικό του σκοπό έχει να διαταράξει την ήρεμη ζωή του Έλληνα. Ο κεντρικός ήρωας θα παρακολουθήσει το πρόσωπο που αναγνωρίζει στο βίντεο του Σωτήρη, και θα βρεθεί μπροστά στην ομάδα των μεταναστών. Θα τους δει να διασκεδάζουν στο καφενείο που συναντιούνται, ενώ η παρακολούθηση θα φτάσει μέχρι το σπίτι του ενός εξ’ αυτών, εκεί όπου ο κεντρικός ήρωας θα δολοφονήσει τον έναν από τους δράστες, το βιαστή της κόρης του.

Το αποφασιστικό βήμα για την αποτίναξη της στερεοτυπικής εικόνας του μετανάστη θα λάβει χώρα στο αστυνομικό τμήμα, όπου ο κεντρικός ήρωας θα πληροφορηθεί την ταυτότητα του θύματος του. Το θύμα του ήταν Έλληνας, παντρεμένος με τη Ρουμάνα μετανάστρια που είδε από το παράθυρο. Οι αστυνομικοί συμβουλεύουν τον Κώστα να ομολογήσει το έγκλημά του, αλλά αυτός το αρνείται. Η Ρουμάνα σύζυγος του θύματος μπαίνει στο δωμάτιο για να αναγνωρίσει το δράστη του άντρα της. Βλέπει τον Κώστα, τον παρατηρεί καλά, αλλά αρνείται πως εκείνος ήταν ο δράστης. Τον κοιτά στα μάτια και επαναλαμβάνει με σιγουριά στην άρνησή της. Η αυτόπτης μάρτυρας του φόνου και σύζυγος του θύματος φαίνεται πως δε θέλει να συνεχίσει τον «κύκλο της εκδίκησης», όπως αρχικά είχε φοβηθεί ο κεντρικός ήρωας. Βλέπουμε την ανθρώπινη πλευρά της ηρωίδας και καταλαβαίνουμε πως στον πρόσωπό της και στη σύντομη παρουσία της στην ταινία, θα συμβολίσει την ανθρώπινη πλευρά του μετανάστη, που παραγκωνίζεται γιατί στη επιφάνεια προβάλλεται πάντα η στερεοτυπική εικόνα με την οποία η κοινωνία τον αναπαριστά.

Ο Γιάννης Τσίρος θα παρουσιάσει τους ήρωες του μέσα στη ζοφερότητα του εγκλήματος και των παράνομων διακινήσεων.

 

Xenia (2014)

 

 

Δύο νεαροί άντρες με καταγωγή από την Αλβανία ξεκινούν ένα μακρύ ταξίδι με σκοπό να βρουν τον Έλληνα πατέρα τους και να καταφέρουν να εξασφαλίσουν την ελληνική ιθαγένεια. Έχει προηγηθεί ο θάνατος της Αλβανίδας τραγουδίστριας μητέρας τους.

Η συνάντηση με τον πατέρα τους, που είναι υποψήφιος δήμαρχος με ακροδεξιό κόμμα, πραγματοποιείται τελικά χωρίς να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο Ντάνυ και ο Οντί δεν καταφέρνουν να πραγματοποιήσουν πλήρως το στόχο τους, αφού το ενδεχόμενο της απόκτησης ιθαγένειας δεν επιτυγχάνεται.

Όντι

Εργάζεται σε φαστφουντάδικο στην Αθήνα, όπου συστήνεται ως Οδυσσέας, αποφεύγοντας να μιλήσει για την αλβανική καταγωγή του. Όταν έρχεται στην Αθήνα ο μικρός αδερφός του για να τον ενημερώσει για το θάνατο της μητέρας του, δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί το νέο. Σε λίγες μέρες πρόκειται να ενηλικιωθεί και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να απελαθεί άμεσα από τη χώρα. Με την έλευση του αδερφού του έχει να αντιμετωπίσει νέα προβλήματα και να αναμετρηθεί με νέες προκλήσεις. Από τη μια προσπαθεί να αποκρύψει την καταγωγή του και από την άλλη επιδιώκει να κάνει ό,τι χρειαστεί για να διασφαλίσει την παραμονή του στη χώρα.

Ντάνυ

Ο μικρός αδερφός του Όντι είναι ένα φιλόδοξο νεαρό αγόρι 16 ετών, που μεγάλωσε στην Κρήτη με τη μητέρα του. Από την πρώτη κιόλας σκηνή καθίσταται σαφές πως είναι ομοφυλόφιλος. Τα ρούχα του, ο τρόπος που κινείται στο χώρο, εξοργίζουν πολλές φορές το μεγάλο του αδερφό, ο οποίος τον καλεί να προσπαθήσει να αποκρύψει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. («Και Αλβανός και πούστης δεν γίνεται εδώ.»)

Λευτέρης

Ο Λευτέρης Χριστόπουλος αισθητοποιεί την εικόνα του «καθαρού Έλληνα» στην ταινία, ενώ ως ήρωας δίνει σάρκα και οστά σε μια πτυχή της κοινωνίας. Ως υποψήφιος με ακροδεξιό κόμμα, ο Χριστόπουλος είναι ο ήρωας του νεοέλληνα ρατσιστή με φασιστικές και εθνικιστικές αντιλήψεις περί πατρίδας και μετανάστευσης. Η αποκάλυψη πως έχει δύο γιους με αλβανική καταγωγή έρχεται να ανατρέψει όλο το οικοδόμημα της ιδεολογίας. Αρνείται την αλήθεια αυτή και προσπαθεί να αποφύγει αυτή την εισβολή στη ζωή του. Υπό την απειλή του όπλου -καθώς ο ένας νεαρός άντρας εισβάλλουν επιθετικά στο σπίτι όπου διαμένει με την νέα του οικογένεια- ο Λευτέρης δέχεται μόνο να τους ενισχύσει οικονομικά, κι όχι να αναγνωρίσει τα δυο παιδιά του. Έτσι, οι δύο νέοι δεν καταφέρνουν να αποκτήσουν την ιθαγένεια.

Η εικόνα του μετανάστη

Όπως και στην Ακαδημία Πλάτωνος, η ταυτότητα του μετανάστη περιπλέκεται με τρόπο εντυπωσιακό με την ταυτότητα του γηγενή. Έτσι, ο Ντάνυ και ο Όντι είναι Αλβανοί ελληνικής καταγωγής, αφού ο πατέρας τους, Λευτέρης Χριστόπουλος, είναι Έλληνας.

Η ιδεολογία του Χριστόπουλου δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί απόδειξη της μελετημένης θεώρησης της κοινωνικής πραγματικότητας από τη μεριά του δημιουργού Πάνου Κούτρα. Ο ακροδεξιός πατέρας δηλώνει πως «δεν είναι φασίστας, αλλά πατριώτης», μια γνωστή και πολλές φορές ειπωμένη φράση κατά την τρέχουσα- κυρίως- περίοδο. Για το λόγο αυτό αντιδρά τόσο όταν διαπιστώνει πως τα παιδιά του είναι αλβανικής καταγωγής. Ο τρόπος που περιπλέκονται οι εθνικές ταυτότητες, σε σημείο που πια δεν είναι σαφές ποιος είναι ο γηγενής και ποιος ο Έλληνας, είναι ενδεικτικός του μηνύματος που θέλει να περάσει ο Κούτρας.

Το τέλος έρχεται να επισφραγίσει την έτσι κι αλλιώς υπάρχουσα κοινωνική και πολιτική «ρευστότητα» γύρω από το θέμα του μετανάστη και των δικαιωμάτων αυτού.

Συμπεράσματα

Επιχειρώντας μια συνοπτική θεώρηση γύρω από τα κοινά χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν οι προαναφερθείσες ταινίες, θα εστιάζαμε αρχικά στο θέμα ταυτότητας. Ένας κοινός προβληματισμός είναι η διερώτηση των δημιουργών, για το ποιος εν τέλει είναι ο μετανάστης. Οι εθνικές ταυτότητες μπλέκονται σε τέτοιο βαθμό, που κάποιες φορές δεν μπορεί να καθοριστεί πλήρως το ποιος είναι ο μετανάστης.

Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το πώς παρουσιάζεται ο «καθαρός» Έλληνας. Στις ταινίες αυτές το στερεότυπο του ηγεμονικού ρόλου του γηγενή Έλληνα καταρρίπτεται, και τη θέση του παίρνει ένας Έλληνας έρμαιο των ρατσιστικών αντιλήψεων του, με σκοπό να διατηρήσει τη θέση του σε ένα μέρος που πιστεύει πως δικαιωματικά του ανήκει. Έτσι, για πρώτη φορά κρίνεται και κατακρίνεται ο νεοέλληνας και οι αντιλήψεις του. Στην αλληλεπίδραση του με τον μετανάστη, η εικόνα του νεοέλληνα αποδομείται μόνη της, χωρίς να χρειαστεί κάποιο ιδιαίτερα ευφυές σεναριακό εύρημα.