Έρωτας πρώτων ημερών

Χρήστος Τόλης

Φωτογραφία: Χρήστος Τόλης

Κάθομαι στο γραφείο, η ώρα δύο παρά κάτι. Καπνίζω, σηκώνομαι, τρέχω στην πόρτα. Eίμαι έτοιμη να φύγω, όχι δεν πρέπει, γυρνώ στο παράθυρο, χαζεύω λίγο τον ουρανό, ψάχνω να δω τι θα γράψω, να φύγει από μέσα μου, να καταλαγιάσει ο θυμός. Ξετυλίγω το κουβάρι μου. Έχω κι εγώ ένα, όπως όλοι. Εικόνες, παραμύθια, χαρές και μαυρίλες το λύνουν και το δένουν. Δεν θα ‘θελα κάτι βαρύ, όχι για σήμερα, νιώθω την αρτιμέλειά μου να διακυβεύεται. Γράφω δυο-τρεις αράδες, τα γράμματα μεγαλώνουν, ξεφεύγουν απ’ τη γραμμική τους τάξη, τ’ αφήνω στην άκρη, ίσως αργότερα.

Σηκώνομαι πάλι, κάνω μια αδέξια κίνηση, πέφτουν στο πάτωμα κάτι βινύλια ξεχασμένα απ’ τα παλιά. Δεν τα σηκώνω, επίτηδες τ’ αφήνω εκεί παρατημένα, σαν να προκαλώ το άγχος μου. Μετά από λίγο περπατάω πάνω τους, πάνω σε μουσικές και λέξεις, σε ρίμες και στιχάκια, όχι τόσο γνωστά σε μένα. Δεν πατώ στο πάτωμα, μα έχω δρόμο για τον ουρανό. Βρίσκομαι ανάμεσα. Μία ανεπαίσθητη επιφάνεια ρεαλισμού βαστά όλο το βάρος μου και με κρατά μερικά χιλιοστά πάνω από αυτό που λέγεται πραγματικός κόσμος. Τα βάζω πίσω, ήρθε η ώρα και πριν τα βάλω τα σκουπίζω καλά με την άκρη του μανικιού μου, τα παίρνω στα χέρια, τους μιλώ με τα μικρά τους ονόματα.

Πόσα έργα μπορεί να παρακολουθήσει παράλληλα το μυαλό; Μη μου ζητάς να σχολιάσω. Δεν μου αρέσουν οι κουβέντες στα διαλείμματα. Μες στην ακαταστασία πέφτω πάνω σε γνώριμα αντικείμενα. Παλιά πρόσωπα, που θυμίζουν κάτι από την παιδική μου ηλικία. Τα μάτια της. Τα δικά της μάτια, τοποθετημένα σε μαύρους σκελετούς γυαλιών, σαν να πρόκειται για κορνίζες, μια για το κάθε μάτι, να μην μπορεί κανείς να ξεφύγει από το βλέμμα της. Κι ας πονέσει ο άνθρωπος κι ας υποφέρει. Τα μάτια πάντα τα ίδια θα ‘ναι.

Μα τι γελοίο. Κάποιες φορές πετάς, θαρρείς μακριά, λες πως τη σκαπούλαρες για πάντα, σαν έρωτας πρώτων ημερών, δεν μπορείς να πιστέψεις στην καλή σου τύχη, δεν τη βαστάς τόση ευλογία, βγάζεις φτερά και πάλι πέφτεις. Κάτω, πιο χαμηλά αυτή τη φορά, τρως λάσπη και καταριέσαι. “Γιατί σε μένα”, θα πεις πάλι. Κι έπειτα το πρωί θα ξυπνήσεις κι εκείνη θα σου έχει γράψει με κόκκινο κραγιόν στον καθρέφτη του μπάνιου: “Θα περάσει κι αυτό!”… “Άντε ντύσου να σε πάω βόλτα”, θα απαντήσεις εσύ με λίγες ώρες καθυστέρηση.

Τώρα που γράφω φέρνω και πάλι τη σκηνή στο μυαλό μου. Πόσο απλά είναι τα συστατικά της ευτυχίας κι ας έχει χίλια βάρη πάνω της η ζωή. Πόσο όμορφη μπορεί να γίνει με ένα “άντε ντύσου να σε πάω βόλτα” και πόσοι είναι εκείνοι που με θέρμη περιμένουν μια τέτοια απλή κουβέντα. Πόσο αλλάζει ο ορίζοντας με ένα απλό “άντε ντύσου”. Kι αν δεν τα καταφέρουμε δεν πειράζει. Όλα μπορεί να τα παλέψει ο άνθρωπος, η βουτιά άλλωστε είναι υπόθεση που δεν χωρά πολλούς. Δεν μιλάω για τις αποφάσεις τις μεγάλες, τις φανταχτερές. Μιλώ για την καθημερινότητα, την προτροπή, το γνώριμο χαμόγελο για ένα βλέμμα ακόμη πιο οικείο. Γι’ αυτό μιλώ. Κι αυτό θέλει χρόνο, θέλει κόπο και την ευλογία του πολυφορεμένου.

Ήδη νιώθω να πατάω καλύτερα. Σαν να έχω φέρει εις πέρας τα τάματά μου, τα θεϊκά αγγίγματα των ανθρώπων. Δεν κοιτάω αρχεία, τρέχουν όλα τόσο γρήγορα, δεν προλαβαίνουν τα δάχτυλα στο πληκτρολόγιο. Γι’ αυτό και ξεχνάω εύκολα, όχι λίγο μα πολύ. Άνθρωποι, στίχοι, άνθρωποι πάνε κι έρχονται. Κι όποιος προσπαθήσει να ξεδιαλύνει αυτό το δεσμό, είναι σαν να σπάει τα παιχνίδια του για να δει πως δουλεύουν.

 

  • Μαρια

    Τι όμορφο.. :)