Γιατί το Αχ! είναι μια από τις καλύτερες παραστάσεις που είδαμε φέτος

Η Κερένια Κούκλα του Χρηστομάνου μετατρέπεται στο Αχ! της Γλυκερίας Μπασδέκη, όχι σε μια διασκευή, αλλά σε έναν διάλογο μεταξύ των δύο συγγραφέων και μια εξαιρετική παράσταση της bijoux de Kant. Η Γλυκερία Μπασδέκη κρατά τον τόπο, την Αθήνα με την Αιόλου και το Σούνιο, με το ρομαντισμό στο αστικό τοπίο. Ακόμα κρατά τους χαρακτήρες με τα ονόματά τους, την ασθενική Βιργινία, την γεμάτη ζωή και αθωότητα Λιόλια και τον αρρενωπό Νίκο. Οι χαρακτήρες όμως μετουσιώνονται, φωτίζοντας ο καθένας τις δικές του πτυχές μέσα από τις εξομολογήσεις και τους εσωτερικούς διαλόγους τους, μέσα από το ρόλο τους μέσα σε ένα δράμα και μια ιστορία αγάπης. Η Γλυκερία Μπασδέκη επίσης εντάσσει στο έργο της και την κερένια κούκλα, έναν χαρακτήρα για όλους τους χαρακτήρες, έναν ρόλο για όλους τους ρόλους, το χαμό και την ελπίδα, το θάνατο και τη ζωή, ένα σύμβολο και μια απάντηση, μια κάθαρση στο αέναο Αχ που ακούγεται στην παράσταση.

Αυτό το Αχ που είναι τόσο οικείο στην ελληνική ψυχή, ένας αναστεναγμός γνωστός στην ελληνική γραφή και γλώσσα. Δεν είναι μόνο το Αχ η ελληνικότητα, είναι και το κείμενο, αυτό που παρουσιάζει την παράσταση και αυτό που την εμπνέει. Μας συστήνουν και τα δύο πάλι τον ρομαντισμό και το ρεαλιστικό ηθογράφημα. Ο γάμος, η αρρώστια, ο παράνομος έρωτας, τα κοινωνικά σχόλια, η κατάρα και η τραγικότητα του θανάτου στροβιλίζονται και μετατρέπονται σε μια παράσταση που στη σκηνή απογειώνεται, συνδυάζοντας το κλασικό με το νέο σε απόλυτη αρμονία.

Η σκηνοθετική άποψη του Γιάννη Σκουρλέτη αναδεικνύει απόλυτα τη συγγραφική ματιά της Γλυκερίας Μπασδέκη και βάζει τον κάθε ήρωα να είναι στον δικό του μικρόκοσμο, χωρίς να τον απομονώνει από την κεντρική ιστορία. Και οι ιστορίες εξελίσσονται τόσο εσωτερικά, όσο και μπροστά μας. Τα κοστούμια της Δήμητρας Λιάκουρα, με αυτό της Μαίρης Συνατσάκη να κάνει τη διαφορά και να λέει μόνο του μια ιστορία, είναι προσεγμένα και μοναδικά ταιριασμένα. Στο σύνολο η σκηνοθετική και σκηνογραφική δουλειά του Γιάννη Σκουρλέτη, η επιμέλεια κίνησης του Τάσου Καραχάλιου, τα κοστούμια της Δήμητρας Λιακούρα δημιουργούν έναν κόσμο τόσο επίγειο και τόσο άυλο ταυτόχρονα, δημιουργώντας ένα πεδίο κατάλληλο για να ξετυλιχτεί η ιστορία.

Ερμηνευτικά, όλοι οι ηθοποιοί είναι εναρμονισμένοι με τον ρόλο που καλούνται να παίξουν, με την Λένα Δροσάκη να ξεχωρίζει και να φωτίζει τη σκηνή σαν Λιόλια με την φρεσκάδα, την αθωότητα και την χάρη που τη διακρίνουν, αποδεικνύοντας για ακόμα μια φορά ότι είναι μια από τις σημαντικότερες νέες ηθοποιούς που διαθέτει το ελληνικό θέατρο και την Κατερίνα Μισιχρόνη να ενσαρκώνει το σύμβολο της κερένιας κούκλας με απόλυτη ευλάβεια και διεισδυτικότητα, παίρνοντας μας μαζί της στο ταξίδι. Η Μαίρη Συνατσάκη σαν Βιργινία κρατά μια αρχοντική λιτότητα και ανταποκρίνεται στο βάρος των περιστάσεων, χωρίς να φορτώνει το ρόλο με περιττά ερμηνευτικά στοιχεία και ο Δημήτρης Μοθωναίος μας δείχνει έναν Νίκο να ταλαντεύεται ανάμεσα στην ζωή και το θάνατο, ανάμεσα σε δυο γυναίκες, ανάμεσα στο καθήκον και τον έρωτα.

Μια αισθητική ματιά που αποκαλύπτει μια πολύ προσεγμένη, τόσο τεχνικά, όσο και ερμηνευτικά δουλειά που αξίζει να δούμε και να ξαναδούμε, ένα ταξίδι που θέλουμε να κάνουμε και να ξανακάνουμε.