Τα θύματα του νεανικού εκφοβισμού κραυγάζουν

giakoumakis_graffitti

Πριν από λίγο καιρό, παίχτηκε και η τελευταία πράξη σε μια τραγωδία. Βρέθηκε το πτώμα του Βαγγέλη Γιακουμάκη, λίγα μόλις μέτρα μακριά από τη σχολή που είχε γίνει γι’ αυτόν το καθημερινό του κολαστήριο. Και, φυσικά, ήταν τραγωδία μόνο για τον ίδιο τον Βαγγέλη, καθώς ήταν και ο μόνος που το βίωσε όλο αυτό από την αρχή, τη βάναυση διαδρομή, μέχρι και το σκληρό (αλλά και ίσως λυτρωτικό για εκείνον) τέλος.

Η ελληνική, τοπική και όχι μόνο, κοινωνία, τότε, σοκαρίστηκε. Για ακόμη μια φορά. Πέσαμε όλοι από τα σύννεφα. «Μα καλά, πώς είναι δυνατόν να συμβαίνουν τέτοια πράγματα;», «Κοίτα τα παλιόπαιδα τι έκαναν», «Το καημένο το παλικάρι τι του έμελε να πάθει» και άλλα τέτοια συμπονετικά ήταν μερικά μόνο από όσα μπορούσες να ακούσεις ή να διαβάσεις εκείνες τις ημέρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις.

«Παλικάρι». Τι ειρωνεία, ε; Ο νεκρός τώρα ήταν παλικάρι. Τον αποκάλεσαν έτσι άνθρωποι που με τη νοοτροπία του βαρύ άντρα μεγάλωσαν παιδιά και τα έμαθαν να φέρονται εξευτελιστικά στους πιο αδύναμους και στους «διαφορετικούς» από εκείνα. Που δεν τους έμαθαν ποτέ την κατανόηση, την αποδοχή, την αγάπη στην ουσία της, την ανθρωπιά.

Ο Βαγγέλης υπέφερε στη Γαλακτοκομική Σχολή των Ιωαννίνων. Εκατοντάδες οι φοιτητές, καμία η καταγγελία για τα βασανιστήρια στο συνάνθρωπο (δεν χρειάζεται να είναι κάποιος φίλος σου για να κινητοποιηθείς σε τέτοιες περιπτώσεις). Οι «λεβέντες» έκαναν το χρέος τους ως άντρες και ο Βαγγέλης πήρε το δρόμο του, έναν δρόμο που έβλεπε ως μοναδική διέξοδο από αυτήν τη σαθρά δομημένη κοινωνία.

Μόλις χθες, έγινε γνωστό ότι μια 22χρονη φοιτήτρια στη Σχολή Νοσηλευτών του ΟΑΕΔ στο Ρέντη, την ώρα του μαθήματος, μαχαίρωσε τρεις συμφοιτήτριές της, όντας προφανώς σε κατάσταση αμόκ. Η ελληνική κοινωνία σοκάρεται ακόμη μια φορά. Και, πράγματι, το γεγονός καθεαυτό είναι σοκαριστικό.

Δεν άργησε, όμως, να γίνει επίσης γνωστό και το τι οδήγησε την κοπέλα σε αυτή την πράξη. Εδώ και δύο χρόνια, η 22χρονη φοιτήτρια αντιμετώπιζε προβλήματα με τις συγκεκριμένες συμφοιτήτριες, είχε φτάσει το ζήτημα και στον διευθυντή της σχολής, μάλιστα. Είχε καταγγείλει ότι οι εν λόγω κοπέλες την πείραζαν για την εμφάνιση και την καταγωγή της (η κοπέλα έχει γεννηθεί στην Ελλάδα αλλά κατάγεται από το Καζακστάν).

Πρόκειται, λοιπόν, για μια γνωστή ιστορία για τα ελληνικά δεδομένα. Εκείνοι που νιώθουν ότι δικαιούνται για κάποιο λόγο, ότι έχουν τη δύναμη, ότι απλά μπορούν να εξευτελίζουν όποιον δεν τους ταιριάζει το κάνουν ανενόχλητοι και -συνήθως- μένουν και ατιμώρητοι, ενώ οι μόνοι που τελικά (αυτο)τιμωρούνται για κάποιο λόγο είναι τα θύματα.

Ο σχολικός-νεανικός εκφοβισμός δεν προέκυψε ξαφνικά, εν μία νυκτί. Βρήκε και «πάτησε» σε φασίζουσες νοοτροπίες, καλά ριζωμένες στο ελληνικό γίγνεσθαι. Από το πολύ απλοϊκό «Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό», μέχρι το καθημερινό «Μη μιλάς μωρέ, πού να μπλέκεις τώρα», μια ανταγωνιστικά και όχι συλλογικά αναθρεμμένη κοινωνία μένει ξανά να κοιτά τα θύματά της και την κραυγή τους και να αναρωτιέται τι πήγε στραβά και πού ακριβώς το χάσαμε.

Το χάσαμε όταν μάθαμε στο παιδί μας ότι το παιδί από την Αλβανία, το Πακιστάν, τη Βουλγαρία κ.ο.κ είναι κατώτερο από εκείνο, ότι το πιο παχουλό παιδί ή εκείνο με μαθησιακές δυσκολίες είναι «καημένο» και όχι ένα παιδί όπως όλα, όταν του τάζαμε δώρα και επαίνους αν γινόταν ο καλύτερος μαθητής της τάξης πάση θυσία, χωρίς να μας ενδιαφέρει η συναισθηματική και αξιακή καλλιέργεια πρώτα και κύρια, όταν, ακόμη και η Πολιτεία, εστίασε και εστιάζει για χρόνια στην ατομική προσπάθεια του μαθητή και αυτήν επιβραβεύει, ενώ τη συλλογική ποτέ.

Κι όσο γίνονται όλα αυτά και εμείς πέφτουμε από τα σύννεφα και ψάχνουμε αιτίες πάντα στους άλλους, κάπου εκεί γύρω κάποιο άλλο παιδί, θύμα εκφοβισμού κι αυτό, φτάνει στα όριά του. Ίσως το επόμενο να μην είναι και τόσο μακριά από εμένα και από εσένα.