Γυναίκες βότσαλα

Του Χρήστου Τόλη

H γνωριμία μου με την φωτογραφική παραγωγή του Bill Brandt (1904 - 1983) δεν είναι καινούρια. Είναι άλλωστε ένας από τους φωτογράφους που σημάδεψαν τον αιώνα που πέρασε. Αν και Γερμανός στην καταγωγή, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Μ. Βρετανία με την οποία ταυτίστηκε καλλιτεχνικά.

Πέρασε μια ταραχώδη νιότη. Το διάστημα του μεσοπολέμου τον βρίσκει να νοσηλεύεται σε ένα σανατόριο της Βιέννης, αρχικά για λόγους σωματικής και έπειτα για λόγους ψυχολογικής υγείας. Εκεί κάνει μια γνωριμία που αλλάζει την πορεία της ζωής του. Ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής Ezra Pound τον συστήνει στον σουρεαλιστή φωτογράφο και ζωγράφο Man Ray. Στο studio του Man Ray, o νεαρός Brandt θα μάθει τα βασικά της φωτογραφίας και παράλληλα θα μυηθεί στον σουρεαλισμό που θα τον επηρεάσει αποφασιστικά αργότερα.

Το 1933 μετακομίζει στο Λονδίνο και αρχίζει ένα μεγάλο project καταγραφής της ζωής διάφορων κοινωνικών τάξεων της Βρετανικής κοινωνίας, από τις φτωχότερες (ανθρακωρύχοι, ορφανά κλπ), μέχρι τις πλουσιότερες, γνωστό με τον τίτλο “The English at home”. Είναι μια μεγάλη καινοτομία για την Ευρωπαϊκή φωτογραφία που σε αντίθεση με την Αμερικανική, η οποία είχε ήδη αρχίσει μέσω της ομάδας φωτογράφων του FSA (Farm Security Administration) όπως η Dorothea Lange και ο Walker Evans να καταγράφει τις ζωές των μη προνομιούχων, δεν έχει ακόμα ντοκουμενταριστική διάθεση. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο Brandt καταγράφει το σκηνικό ενός Λονδίνου που βομβαρδίζεται ανηλεώς από τους Ναζί, Οι εικόνες του από τους σταθμούς του Λονδρέζικου Μετρό που χρησιμοποιούνταν ως καταφύγια θα είναι για πάντα από τις πιο χαρακτηριστικές του Μεγάλου Πολέμου.

Το τέλος του πολέμου οριοθετεί μια αλλαγή σε ύφος και θεματολογία για τον “Άγγλο” πια φωτογράφο, ο οποίος σημειωτέον ούτε που θέλει πια να ακούσει για την πατρίδα του, τη Γερμανία. Η προσοχή του στρέφεται προς δύο νέους άξονες, το γυμνό και τα πορτραίτα. Στην αρχή φωτογραφίζει σε κλειστούς χώρους, κατά προτίμηση άδεια δωμάτια. Όσο γίνεται πιο τολμηρός, αρχίζει να (ξανά) αντλεί έμπνευση από το κίνημα του σουρεαλισμού και η φωτογραφίες του γίνονται όλο και πιο αντισυμβατικές. Φωτογραφίζει πλέον και στο ύπαιθρο, με ιδιαίτερη προτίμηση στις άγριες Αγγλικές παραλίες. Περιφρονεί ανοιχτά τις συμβάσεις στη σύνθεση και την προοπτική και καταφεύγει στη χρήση ευρυγώνιων φακών που δημιουργούν έντονες γεωμετρικές παραμορφώσεις, επιτείνοντας την ήδη παράξενη αίσθηση που έχουν οι εικόνες του.

Η εικόνα που έχω επιλέξει για σήμερα είναι φοβερά χαρακτηριστική της ύστερης αυτής περιόδου του Brandt και εντάσσεται σε μια ολόκληρη σειρά εικόνων, όπου ο φωτογράφος εξερευνά τη σχέση μεταξύ της γεωμετρίας της ανθρώπινης μορφής και του φυσικού περιβάλλοντος. Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κανείς είναι η απόλυτη, σχεδόν χαμαιλεοντική, εναρμόνιση των δύο σωμάτων με τα υπόλοιπα στοιχεία της εικόνας, τα βράχια και τη θάλασσα. Είναι τέτοια η θέση του φωτογράφου, ώστε σε συνδυασμό με τα παραμορφωτικά χαρακτηριστικά του ευρυγώνιου φακού να δίνεται η αίσθηση πως πρόκειται για δύο γιγαντιαία βότσαλα που μόνο ορισμένες λεπτομέρειες προδίδουν την πραγματική τους φύση. Η σύνθεση της εικόνας, αν και η προσέγγιση είναι σαφώς σουρεαλστική, είναι αρκετά συμβατική, με το κέντρο του ενδιαφέροντος (που είναι και το κέντρο του πιο κοντινού στου φακό σώματος) να τοποθετείται χονδρικά σύμφωνα με τον κανόνα των τρίτων. Η μαγεία όμως της ασπρόμαυρης φωτογραφίας, που εν πολλοίς συνίσταται στη μοναδική της ικανότητα να μας δίνει μια υπέροχη και εύκολα διαχειρίσιμη ποικιλία τόνων, λειτουργεί αποφασιστικά υπέρ του φωτογράφου. Έτσι τα σώματα, που στερούνται πλήρως υφής, αποδίδονται με έναν ομοιόμορφο τόνο του γκρίζου, απόλυτα αναμενόμενο και φυσικό για ένα πέτρινο αντικείμενο και έτσι το μάτι δεν έχει πρόβλημα να αποδεχτεί την οφθαλμαπάτη. Η βαθιές σκιές που περιβάλλουν τις δύο γυναίκες, τις “δένουν” με το υπόλοιπο σκηνικό και μας δίνουν το στοιχείο της τρίτης διάστασης. Το σφιχτό και μινιμαλιστικό καδράρισμα, ολοκληρώνει το άρτιο αισθητικό αποτέλεσμα με τον θεατή να μην μπορεί παρά να αιχμαλωτιστεί μέσα στα όρια της εικόνας.

Ας αφήσουμε όμως για λίγο τη στυλιστική ανάλυση της συγκεκριμένης φωτογραφίας. Μια τέτοια λήψη, εκτός από την μεγάλη της αισθητική αξία, είναι πρωτοποριακή για άλλους λόγους. Ακόμα και αν αγνοήσουμε το ότι η Βρετανική φωτογραφική σχολή δεν είχε καμμία παράδοση στον γυμνό, κάτι που θα καθιστούσε αυτές τις εικόνες από μόνες του ξεχωριστές. Ο Brandt πάει όμως παραπέρα. Παρουσιάζει τον γυμνό άνθρωπο χωρίς σεξουαλικότητα ή αισθησιασμό, χωρίς βλέμμα, χωρίς απεύθυνση στον θεατή. Τον άνθρωπο ως σχήμα στο στο χώρο, μια παρουσία αμφίσημη. Τον άνθρωπο - στοιχείο του φυσικού τοπίου, ένα πλάσμα τόσο αρχαίο όσο και ο κόσμος, με τίποτα πάνω του που να θυμίζει την επίδραση του πολιτισμού. Ανοίγει έτσι για τα καλά ένα νέο δρόμο για το γυμνό. Ένα δρόμο που είχε δειλά ξεκινήσει πριν από μερικά χρονιά ο Edward Weston με τα σπουδαία του γυμνά στην άμμο.

Ο Brandt πέθανε στο Λονδίνο το 1983. Το 2004 και το 201, στο Victoria & Albert Museum και στο MoMA αντίστοιχα έγιναν δυο σημαντικές αναδρομικές εκθέσεις για τον μεγάλο αυτόν καλλιτέχνη που έλεγε πάντα πως στη φωτογραφία πρέπει κανείς να δοκιμάζει και να τολμά τα πάντα.

Μέχρι την επόμενη συνάντηση μας… καλές λήψεις!