«Όμορφοι κι ηττημένοι»

Tου Χρήστου Τόλη 

Λίγες ημέρες πριν τις εκλογές και δεν μπορώ ακόμη να συνειδητοποιήσω αυτό που γίνεται στην Ελλάδα. Προσπαθώ να το δω μέσα από το πρίσμα της δικής μου ιστορίας για να το κατανοήσω. Προσπαθώ να εξηγήσω αυτά που παρακαλουθώ να συμβαίνουν στην χώρα μου μέσα από τα γεγονότα της δικής μου ζωής. Να τα παραλληλίσω μήπως και μου αποκαλυφθεί η αλήθεια. Οπότε ορίστε το αυτοβιογραφικό ανάγνωσμα:

Κατάσταση οικογένειας: Μοναχοπαίδι, αδέρφια ναϊν

Μητέρα: Καθηγήτρια φιλόλογος, Αθηναία από Ποντιακή προσφυγική οικογένεια. φιλελεύθερη, άθεη

Πατέρας: Λογιστής, Αιτωλοακαρνάνας που ήρθε στην Αθήνα στα 18 για σπουδές, ψιλοαριστερός, ίσως άθεος

Εφηβικά ενδιαφέροντα: Μουσική, φωτογραφία, γράψιμο

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: Παιδικό άσθμα ελαφρώς άθλιο

Υπήρξα πολύ καλός μαθητής μέχρι το Λύκειο, κυρίως γιατί ήμουν ένα παιδί με υπερ-προστατευτικούς γονείς που ήταν κυριολεκτικά αυτό που λέμε “απο πάνω μου”. Στο Λύκειο έκανα μια μίνι επανάσταση, άρχισα να βγαίνω, έπαιζα με το σχολικό συγκρότημα, αλήτεψα (της πλάκας…). Το φροντιστήριο όμως ήταν θηλειά σφιχτή και στο σπίτι δεν ήταν διατεθειμένοι να πιστέψουν πως το βλαστάρι δεν θα πέρναγε στο πανεπιστήμιο όπως όλα τα μεγαλύτερα – κι εξίσου καταπιεσμένα – ξαδέρφια. Ήταν άλλωστε και οι δύο γονείς πτυχιούχοι. Περίμεναν λοιπόν την είσοδο μου σε μια από τις καλύτερες σχολές της πρώτης δέσμης που την είχα επιλέξει σχετικά αυτοβούλως γιατί είχε λιγότερη παπαγαλία και γιατί μέσα μου νόμιζα πως στο Πολυτεχνείο θα έβρισκα να ζει ακόμη το φιλελεύθερο πνεύμα του Νοέμβρη του 1973.

Την πρώτη φορά στις πανελλήνιες πάτωσα στη Φυσική, όπου παρά την πίεση από θεωρία δεν ήξερα τίποτα (…) κι έτσι μπήκα στο Μαθηματικό Ιωαννίνων. Ούτε λόγος για να πάω και έτσι γράφτηκα τύποις και ετοιμάστηκα για μια δεύτερη χρονιά μαλακείας. Δεύτερη χρονιά έδωσα μόνο Φυσική και όπως ήταν αναμενόμενο έγραψα καλά. Χαράς ευαγγέλια στο σπίτι που είχαν αρχίσει να φοβούνται πως μπορεί και να την πάταγα τελικά. Βλέπετε τότε η Αγγλία ήταν λύση για τους ανεπίδεκτους μαθήσεως, όχι για τους ανθρώπους που απλά δεν ήθελαν να υποβληθούν στην σκατένια ταλαιπωρία των πανελληνίων και είχαν τα οικονομικά μέσα να το κάνουν.

Τα πρώτα φοιτητικά χρόνια περνούν χάλια. Το έχω ρίξει στη μουσική και δεν εννοώ να ασχοληθώ σοβαρά με τη σχολή τώρα που δεν έχω το βραχνά των πανελληνίων στο κεφάλι μου. Ούτως ή άλλως το πολυτεχνείο γκόμενες τότε δεν είχε σχεδόν καθόλου (ειδικά οι Μηχανολόγοι), εξάλλου ήμουν φοιτητής στην πόλη μου οπότε από φοιτητική ζωή τίποτα. Το μοτίβο λοιπόν ήταν τσακωμοί στο σπίτι, σκότωμα χρόνου και μουσική – με ένα τόνο ενοχές όμως γιατί δεν ήμουν και συνηθισμένος να κάνω του κεφαλιού μου. Στα 20 μετά από δύο χρόνια μπινελίκια και κόντρες, καταρχήν περνάω ένα 2-μηνο συνεχόμενης ημικρανίας (αλλά συνεχόμενης, όχι αστεία…) και μετά από λίγους μήνες χάνω όλα μου τα μαλλιά για πάντα, ολική γυροειδής αλωπεκία δηλαδή. Κάπου εκεί το δίδυμο στο σπίτι κάνει λίγο πίσω. Μπορεί και να πάθει τίποτα αυτός σου λέει. Αποφασίζω κι εγώ να πάω και καμμιά βόλτα από το Πολυτεχνείο μήπως και κουλάρουμε γιατί ποτέ μέσα μου δεν είχα πιστέψει πως υπήρχε και εναλλακτική πορεία για τη ζωή μου. Παρατάω τη μουσική και σε 5 χρόνια τελειώνω τη γαμωσχολή που στο τέλος είχε αρχίσει να μου φαίνεται και ενδιαφέρουσα.

Μιας και το Πολυτεχνείο τελείωνε αποφασίζω να πάω και εγώ σαν καλό παιδί μια βόλτα στην Ευρώπη για μεταπτυχιακό. Βρίσκω ένα ωραίο στην Αγγλία και όλως παραδόξως για τέτοιο φλωράκι που ήμουνα λέω να την κάνω. Καλός φοιτητής δεν ήμουν στην Ελλάδα αλλά σε ορισμένα μαθήματα που άρεσαν είχα καλούς βαθμούς και αρκετές γνώσεις οπότε με πήραν. Με πολλές αναστολές οι δικοί μου με ξαποστέλνουν και εγώ ξεκινάω για την χώρα των Χόμπιτ. Το πανεπιστήμιο μου αρέσει απίστευτα και το ρίχνω στο διάβασμα σαν τρελός. Εστία, μάθημα, βιβλιοθήκη και πίσω, οι καθηγητές με λατρεύουν και εγώ έχω αρχίσει να νομίζω πως επιτέλους νιώθω με κάτι καλά. Γυρνάω στην Αθήνα για Χριστούγεννα και τα πράγματα παίρνουν μια περίεργη τροπή. Γνωρίζω μια τύπισσα και κολλάω άσχημα. Με το που επιστρέφω στην Αγγλία μπαίνω στο πρώτο αεροπλάνο και επιστρέφω Ελλάδα. Θα μου πεις γιατί; Ξέρω κι εγώ; Νομίζω πως πιο πολύ είχα φοβηθεί πως δεν θα τα καταφέρω εκεί, ένας παράλογος φόβος που πάντα τον είχα μέσα μου από παιδί (ή τουλάχιστον από τις Πανελλήνιες) και μια ανάγκη ταυτόχρονα να την σπάσω στους γονείς μου.

Όπως και να ‘χει είμαι πάλι στην Αθήνα. Μένω σε μια γκαρσονιέρα που αγοράζουν οι γονείς (κοντά στο σπίτι για να είναι σίγουροι) και ψάχνω δουλειά. Υποτίθεται παράλληλα πως συνεχίζω το μεταπτυχιακό εξ’ αποστάσεως αλλά δεν πάνε καλά τα πράγματα. Σχεδόν ένα χρόνο μετά χωρίζω και ταυτόχρονα με κάτι οικογενειακές γνωριμίες στο ΠΑΣΟΚ χώνομαι στο Δημόσιο. Είμαστε πια λίγο πριν τους Ολυμπιακούς του 2004. Στην αρχή παίρνω τη δουλειά με ενθουσιασμό! Κάτι οι Ολυμπιακοί, κάτι το νέο του πράγματος γενικά δεν νιώθω και τόσο τη σαπίλα του δημοσίου. Βέβαια χάνω το μεταπτυχιακό λόγω ελλείψεως χρόνου και διάθεσης αλλά τι στο διάολο λέω, δεν έγινε και τίποτα. Τα επόμενα χρόνια είναι κάτι σαν κενό. Δεν κάνω τίποτα καλλιτεχνικό, αρχίζω δύο φορές αποτυχημένα ένα μεταπτυχιακό στο Πολυτεχνείο, δουλεύω και γίνομαι γιάπης. Ονειρεύομαι κι εγώ να γίνω μεγάλο στέλεχος και να πάρω ένα τρελό μισθό για το τίποτα. Το ΠΑΣΟΚικό όνειρο σε όλο του μεγαλείο.

Όλα τούτα μέχρι περίπου το 2006, οπότε τρώω ένα ξεγυρισμένο κομματικό ψυγείο στη δουλειά και κάνω τρία χρόνια και κάτι να πιάσω στυλό και πληκτρολόγιο εκτός κι αν είναι για internet. Τρελαίνομαι και δεν μπορώ να το χωνέψω, βαριέμαι απίστευτα και σαπίζω ταυτόχρονα. Μέσα στην απελπισία μου ξεκινάω ένα μεταπτυχιακό ακόμη στο Πανπειστήμιο Πειραιά και επειδή το βλέπω σαν σανίδα σωτηρίας αυτή τη φορά το ξεσκίζω. Τελειώνω πολύ άνετα πρώτος και με τη βούλα και νιώθω ξανά πως το ‘χω. Θέλω να μείνω για διδακτορικό αλλά ο ανεκδιήγητος τύπος που προεδρεύει στο τμήμα λόγω μιας χαζής διαφωνίας μας μου κλείνει την πόρτα κατάμουτρα. Ψάχνω για δουλειά στον ιδιωτικό τομέα αλλά όλο το γνωστό σύμπαν τραγουδά εν χορώ “μη φύγεις από το δημόσιοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοο”. Οπότε βάζω την ουρά στα σκέλια και μένω. Μένω και γυρνάω από τον έναν στον άλλον παρακαλώντας να μου δώσουν κάτι να κάνω. Την ίδια στιγμή κατρακυλάω σιγά σιγά ξανά και στο καλλιτεχνικό τρυπάκι, πρώτα με τη μουσική μετά με τη φωτογραφία. Οι γονείς βέβαια στραβώνουν τα μούτρα τους αλλά η πρόσφατη ακαδημαϊκή επιτυχία και η δειλία μου που δεν με αφήνει να την κάνω πάλι τους κατευνάζουν. Είμαι και 30 χρονών πια, που έχει μια ελάχιστη σημασία. Εν τω μεταξύ έχω αλλάξει και σπίτι – με στεγαστικό δάνειο φυσικά – και είμαι γιος πρότυπο.

Μαζί με τον ΓΑΠ έρχεται νέα διοίκηση στην υπηρεσία που δουλεύω και η νέα διοίκηση με πάει γιατί κάποιος της σφυρίζει πως είμαι καλό και έξυπνο παιδί και εν πάσει περιπτώση δεν έχει και κάτι να χάσει. Ω του θαύματος λοιπόν αρχίζω ξανά να δουλεύω πυρετωδώς. Βέβαια δεν είμαι πια ο ίδιος άνθρωπος. Η οικονομική κρίση έχει αρχίσει, ο μισθός μου αρχίζει να παίρνει την κατιούσα ραγδαία και το κατρακύλισμα μου στις τέχνες στις οποίες έχει προστεθεί και ο χορός με την μορφή του λατρεμένου μου tango έχει αλλάξει για πάντα ορισμένα πράγματα. Κοινώς δεν ψήνομαι πια για ΠΑΣΟΚικά όνειρα. Γνωρίζω και την σημερινή μου γυναίκα πια, ερωτεύομαι και αλλάζω μυαλά για τα καλά. Αλλά τι να το κάνεις άμα το timing είναι τραγικό. Παίζω μουσικές, φωτογραφίζω, κάνω εκθέσεις, γράφω ένα βιβλίο, μέχρι και σχολή χορού ανοίγω παράλληλα με τη δουλειά. Όμως τα σκατά στο μυαλό σκατά παραμένουν και έτσι αποχωρώ από τη σχολή λόγω διαφωνιών με την συνεταίρα μου (και κυρίως λόγω της απίστευτης κούρασης του να δούλευω 09:00 με 22:00). Ξενερώνω πολύ και με την πρωινή δουλειά σε ιδεολογικό και επαγγελματικό επίπεδο γιατί το δημόσιο δυστυχώς είναι αμείλικτο στη μιζέρια του. Δεν γλιτώνεις, τελεία. Έτσι σιγά σιγά μεταφέρομαι σε πιο λαϊτ καθήκοντα και τελικά σε μη καθήκοντα αφού αφενός δεν είμαι και τόσο καλό παιδί πια και όλο γκρινιάζω για δυσάρεστα πράγματα και αφετέρου δεν είμαι και πολύ διαθέσιμος έξω από το γνωστό χαζοωράριο του δημοσίου. Όχι πως δεν ήθελα βέβαια κιόλας. Το κεφάλαιο αυτό είχε ήδη κλείσει μέσα μου, απλά η γενικότερη σκατοκατάσταση και οι πάντα παρούσες φωνούλες συνεχίζουν το γνωστό τροπάριο “μη φύγεις από το δημόσιοοοοοοοοοο”.

Έτσι φτάνουμε στο σήμερα. Δηλαδή σε μια φάση που κάνω τρεις δουλείες, μια πρωινή – μη δουλειά επί της ουσίας αφού δεν κάνω τίποτα, μια βραδινή παίζοντας μουσική και μια γενικότερη αφού φωτογραφίζω και διδάσκω φωτογραφία. Στην Ελλάδα της κρίσης όμως, δύο σχεδόν κανονικές δουλειές δεν φτάνουν για να βγάλεις όσο μια “μη δουλειά” στο δημόσιο. Για αυτό είμαι ακόμα εδώ, πάντα φλώρος και φοβισμένος, κρατικο-γονιο-συντηρούμενος. Γιατί δεν έμαθα ποτέ να στηρίζομαι στα πόδια μου και να πιστεύω. Γιατί δεν έμαθα ποτέ να ξεβολεύομαι για να κατάφερω κάτι. Όπως δυστυχώς και πάρα μα πάρα πολλοίΈλληνες που δεν είναι άχρηστοι και σάπιοι μέσα τους όμως δεν κάνουν και πολλά για αυτό. Και λέω πως είμαι ένα χαρακτηριστικό κωλοπαράδειγμα της γενιάς μου που είναι στ’ αλήθεια όπως λέει ο φίλος μου ο Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης “όμορφοι κι ηττημένοι”.

Βλέποντας λοιπόν την χώρα μου σήμερα και κοιτάζοντας τον εαυτό μου στα μάτια λέω πως θέλουμε πολύ δρόμο για να σηκώσουμε το κεφάλι από τα σκατά. Για να ξεβολευτούμε, να τολμήσουμε, να πούμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Να αλλάξουμε τα μυαλά μας, να ξεστραβωθούμε, να μελετήσουμε, να αυτο-μορφωθούμε αφού τα σχολεία μας απέτυχαν και οι γονείς μας δεν μας βοήθησαν παρά μόνο υλικά.

Μακάρι οι εκλογές να φέρουν κάτι νέο. Αλλά αν εμείς δεν αλλάξουμε και νέο να είναι κώλος θα το κάνουμε…