Ο Όμηρος Πουλάκης στα Pints με αφορμή την παράσταση «Loot» που πρωταγωνιστεί

Συναντηθήκαμε στην πλατεία Εξαρχείων. Μια γειτονιά γεμάτη δράσεις, ιδέες, πρωτοβουλίες, ζωή. Η συζήτησή μας ξεκίνησε από αυτό ακριβώς, από αυτή τη γειτονιά, για την οποία τόσα έχουν ειπωθεί και γραφτεί χρόνια τώρα, τα περισσότερα στα πλαίσια μιας «ιπτάμενης φαντασίας»…

Μένεις στα Εξάρχεια, σωστά;

Ναι, μένω στα Εξάρχεια ένα χρόνο τώρα, αν και έμενα και παλαιότερα.

Γνωρίζω ότι είσαι ενεργό μέλος στο «Καρπούζι», μια συλλογικότητα που εδρεύει και δραστηριοποιείται στα Εξάρχεια. Μίλησέ μας γι’ αυτό.

Το «Καρπούζι» είναι μια καλλιτεχνική συλλογικότητα, η οποία ξεκίνησε περίπου πριν από ένα χρόνο να κάνει κάποιες παρουσιάσεις ταινιών. Έπειτα από την προβολή της ταινίας «Tungsten», στην οποία συμμετείχα και εγώ και με είχαν καλέσει να παρευρεθώ, μου έγινε πρόταση να ενταχθώ στο εγχείρημα. Έκτοτε, κάναμε αρκετές δράσεις στο παρκάκι της Τσαμαδού. Έτσι, το Σεπτέμβρη αποφασίσαμε να το κάνουμε αυτό όλο το χειμώνα. Ήρθαμε σε επαφή με δημιουργούς, οι οποίοι δέχτηκαν να έρθουν να μιλήσουν στη διάρκεια των παρουσιάσεων, με τελευταία την παρουσίαση της «Στρέλλας» του Πάνου Κούτρα, ο οποίος και παρευρέθηκε φυσικά. Το Σάββατο έχουμε κι ένα τρίωρο workshop για το σινεμά.

Όλο αυτό είναι καλό που γίνεται για διάφορους λόγους. Καταρχάς, το καθαρά τοπικό, δηλαδή γίνονται πράγματα στη γειτονιά. Έπειτα, διαμορφώνεται από ανθρώπους μαζί παρέα, που είναι πολύ ωραίο. Είναι ωραία ευκαιρία για τους ανθρώπους να έρθουν να δουν προβολές, να παρακολουθήσουν συζητήσεις, εκθέσεις φωτογραφιών, να συμμετάσχουν σε σεμινάρια όπως αυτό του Σαββάτου, να δράσουν έξω από το οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μας, ανακαλύπτοντας δουλειές δημιουργών, γνωρίζοντάς τους παράλληλα από κοντά. Επίσης, αυτή η προσπάθεια αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι που συνασπίζονται και δρουν συλλογικά για να κάνουν κάτι, μπορούν να το καταφέρουν. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό, μου δίνει χαρά η συμμετοχή μου σε αυτό.

Στα Εξάρχεια διακινούνται ιδέες και αυτό ενοχλεί την εκάστοτε καθεστηκυία τάξη. Με αφορμή και τα όσα συνέβησαν τελευταία στα Εξάρχεια, στο πλαίσιο της υπόθεσης Ρωμανού, θα ήθελες να μου πεις την άποψή σου γύρω από την εκτεταμμένη αστυνομοκρατία στην περιοχή;

Θα σου πω το εξής απλό, το οποίο είναι και καθαρά προσωπική μου εικόνα. Μένω στην Ιπποκράτους. Στη γωνία του σπιτιού μου κάθε βράδυ είναι περίπου 80 άνδρες των ΜΑΤ. Φοράνε μια στολή που είναι σαν στρατιωτική και είναι πάνοπλοι. Είναι εκεί, είναι κάθε βράδυ εκεί και δεν μπορώ να καταλάβω το λόγο. Έχουν ασπίδα, έχουν γκλομπ, έχουν όπλα και έχουν -έτσι το αντιλαμβάνομαι εγώ- μια συμπεριφορά βουβής εκδήλωσης βίας. Αυτό καταλαβαίνω προσωπικά. Κουνάνε την ασπίδα έντονα όταν νιώσουν ότι κάτι που περνάει θα έπρεπε να ακούσει αυτή την ασπίδα και πραγματικά δεν καταλαβαίνω το γιατί. Μάλιστα, περιπαικτικά καμιά φορά, περνώντας με φίλους και αντικρύζοντάς τους έτσι, τους λέω «Βλέπετε, εδώ, σε αυτή την πολυκατοικία πρέπει να μένουν πάρα πολλοί δολοφόνοι»… Εγώ γενικά, δεν μπορώ να συλλάβω γιατί πρέπει σε μια περιοχή να υπάρχει αυτή η αστυνομοκρατία. Ξαφνικά, ας πούμε, εμφανίζονται 50 μηχανάκια δικάβαλα και προκαλούν, χωρίς να έχει συμβεί τίποτα. Γιατί;

Τώρα, σε σχέση με το αν αυτό γίνεται τα Εξάρχεια είναι μια περιοχή που διατηρεί ακόμα ένα ζωντανό πολιτικό πρόσημο… Ναι, παραμένει μια γειτονιά που έχει διάθεση, οργανώνονται συνελεύσεις, συλλογικές δράσεις όπως το φεστιβάλ των Εξαρχείων που πραγματοποιήθηκε και πρόσφατα στην πλατεία κλπ. Είναι, νομίζω, μια ζωντανή γειτονιά, που κάποιες φορές σου προκαλεί φόβο αλλά όχι η περιοχή καθαυτή, οι άνθρωποι αυτοί που βρίσκονται εδώ γεμάτοι με όπλα. Είναι γύρω μας διαρκώς κάποιοι άνθρωποι με όπλα και δεν καταλαβαίνω το γιατί και δεν αιτιολογείται το γιατί. Με ποια αιτιολογία δίνεται η εντολή να είναι γεμάτη η περιοχή από πάνοπλους ανθρώπους; Και δεν θέλω να είμαι ούτε αφελής ούτε καχύποπτος. Αλλά το να διατυπώνεις το «αφελές» ερώτημα ενός παιδιού «Γιατί είστε εδώ 150 αστακοί;», δεν είναι αφελές εντέλει αλλά απολύτως λογικό ερώτημα.

Η αστυνομοκρατία και η κρατική καταστολή, όμως, είναι και ένα από τα κύρια ζητήματα που θίγει και η παράσταση «Loot», στο θέατρο του Νέου Κόσμου, στην οποία ο Όμηρος πρωταγωνιστεί αυτό το χειμώνα, κάθε Δευτέρα και Τρίτη. Συνειρμικά, λοιπόν, η κουβέντα μας πήγε προς τα εκεί…

Θα σε πάω στο «Loot», λοιπόν, καθώς ένα από τα θέματα που θίγει η παράσταση είναι και η αστυνομική βία, μαζί και με την κρατική αυθαιρεσία, την υποκρισία της κοινωνίας και της καθολικής Εκκλησίας και πολλά ακόμα. Πες μας δυο λόγια για το έργο γενικά αλλά και τις κοινωνικές παθογένειες που θίγει, ειδικότερα, διότι γράφτηκε μεν το 1964 στην Αγγλία, αλλά με κάποιο μαγικό τρόπο παρουσιάζει πολλά κοινά με την Ελλάδα του 2014 προς 2015.

Το έργο είναι του Τζο Όρτον,ο οποίος ήταν ένας συγγραφέας ιδιοφυής. Είχε αυτό το χαρακτηριστικό μιας διαβολικής διάννοιας. Το «κακό παιδί της Βρετανίας», ομοφυλόφιλος και ανοιχτά μάλιστα, με μια επιθετική εξωστρέφεια, με έργα που δημιουργούσαν πληγές στο συντηρητικό βικτωριανό αγγλικό σώμα καθώς ήταν βαθιά προσβλητικά για τους πάντες, για όλους τους θεσμούς: Εκκλησία, κράτος, αστυνομία, οικογένεια.

Στο «Loot», λοιπόν, είναι όλοι φαινομενικά νομοταγείς (καθώς η υποκρισία είναι βασικό στοιχείο του έργου) και τέλειοι, κάποιοι εμμονικοί με τη λογική άνθρωποι που τελικά παραλογίζονται αδιανόητα. Υπάρχει μια εξακολουθητική λεκτική επανάληψη σχημάτων που πατάνε πολύ στη λογική, αλλά τελικά οδηγούνται σ’ ένα σουρεαλσμό τρελό. Αυτός είναι και ο μηχανισμός της φάρσας.

Η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από το θάνατο μιας γυναίκας, της ημέρα της κηδείας της οποίας, ο γιος της και ο φίλος του – εραστής του, ο Ντένις, τον οποίο υποδύεσαι εσύ, πρέπει να κρύψουν τα κλοπιμαία από μια ληστεία τράπεζας και τελικά τα κρύβουν στο φέρετρο αυτής της γυναίκας.

Σωστά! Έχουν οργανώσει ένα σχέδιο την ίδια μέρα της κηδείας να κάνουν και τη ληστεία, ώστε το ένα γεγονός να επικαλύψει το άλλο, ώστε να πάρουν τα κλοπιμαία και να φύγουν. Και σιγά σιγά ξετυλίγεται η υπόθεση, με τον σύζυγο της γυναίκας να είναι στο δικό του κόσμο, ο γιος έχει χάσει τη μητέρα του αλλά τον νοιάζει πώς θα πάρει τα λεφτά για να φύγει με τον εραστή του (να ένα σημείο που θίγεται ο θεσμός της οικογένειας από τον Όρτον), η νοσοκόμα της γυναίκας η οποία φαινομενικά είναι πολύ θρησκευόμενη αλλά έχει ξεκάνει πολύ κόσμο για το χρήμα και κάπου εκεί εμφανίζεται και ο επιθεωρητής Τράσκοτ, ο οποίος αρχικά συστήνεται ως υπάλληλος της εταιρείας υδάτων. Πολλή τρέλα μαζεμένη, αν τα βάλεις κάτω δηλαδή.

Όπως είπαμε και πριν, το έργο αυτό περνά πολλά μηνύματα τα οποία «κουμπώνουν» πολύ με την Ελλάδα του σήμερα και χωρίς να έχει γίνει κάποια ιδιαίτερη παρέμβαση στο πρωτότυπο κείμενο, σωστά;

Σε επίπεδο πλοκής και διαδοχής γεγονότων, σχεδόν καμία. Σε επίπεδο αστείων έχει γίνει. Κάποια αστεία που θα λειτουργούσαν σ’ ένα βρετανικό κοινό γιατί θα αντιλαμβάνονταν το βρετανικό χιούμορ, εμείς, μέσα από μια διαδικασία προβών, τα μετασχηματίσαμε σε αστεία που επενεργούν σήμερα στο ελληνικό κοινό. Διατηρώντας, δηλαδή, πάντα την ουσία, αλλά όχι το περιτύλιγμα.

Πιστεύεις ότι το θέατρο μπορεί να συμβάλει ώστε, με κάποιο τρόπο, αν όχι να εξαλειφθούν, να περιοριστούν έστω τέτοια φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας της ελληνικής κοινωνίας όπως η μισαλλοδοξία, η υποκρισία κ.ο.κ.;

Με την έννοια ότι το θέατρο είναι Παιδεία, ναι. Δε συμφωνώ όμως απόλυτα με αυτή τη θέση και θα σου πω τι εννοώ. Πολύ συχνά ακούω να αξιώνουν από την Τέχνη μια άμεση σχέση αιτίας και αιτιατού, σε σχέση με την ενεργοποίησή μας στα διάφορα φαινόμενα. Εγώ θεωρώ ότι αυτό δεν γίνεται. Κατ’ εμέ η Τέχνη και το θέατρο, κατά συνέπεια, λειτουργούν «υπόγεια», σταδιακά. Δεν μπορούν να έχουν άμεσα αποτελέσματα. Η Τέχνη είναι ένας ανοιχτός χώρος δημιουργίας όπου πολλά εννοούμενα μπορούν να εμφανιστούν, δεν μπορεί να έχει μόνο μία χροιά και ερμηνεία σ’ ένα αντικείμενο. Το ότι δεν έχει άμεση σχέση αιτίας και αιτιατού βοηθάει σ’ αυτό. Δηλαδή, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι ένα έργο που προβάλλει, πχ, φασιστικά ιδεώδη, ότι επενεργεί και με αυτό τον τρόπο στο θεατή. Μπορεί να έχει τα εντελώς αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το θετικό, λοιπόν, είναι ότι η Τέχνη ανοίγει το διάλογο, τη συζήτηση, μας φέρνει αντιμέτωπους με τις ελλείψεις μας, με τα κενά μας, με όλα εκείνα που είχαμε ξεχάσει, με όλα εκείνα που χάσαμε ενώ δεν υπήρχαν. Ακόμα και σαν ασχολία, είναι διαφορετικό να περνάς τη μέρα σου για να μάθεις ποιο ρόπαλο ανοίγει καλύτερα ένα κεφάλι, απ’ ότι αν αυτός ο πίνακας είναι καλύτερος από τον άλλο κ.ο.κ.

Είπαμε ότι η Τέχνη πρέπει να είναι ανοιχτή. Πρόσφατα και με αφορμή τα όσα συνέβησαν στη διάρκεια της απονομής των θεατρικών βραβείων Καρόλου Κουν, υπήρξε μεγάλη συζήτηση γύρω από αυτό. Είδα τη θέση και την άποψή σου την οποία και εξέφρασες μέσω του προσωπικού σου λογαριασμού στο facebook και θα ήθελα να μου πεις δυο λόγια γι’ αυτό το περιστατικό, όχι για τα πρόσωπα καθαυτά, αλλά για το «άνοιγμα» αυτό της Τέχνης.

Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το εξής απλό. Εννοείται ότι δεν απαγορεύεται να κάνει ο οποιοσδήποτε όποια παράσταση θέλει. Θα έπρεπε να είναι έτσι γιατί δεν έχουν όλα τα παιδιά που ασχολούνται με το θέατρο τη δυνατότητα να κάνουν όποια παράσταση θέλουν, πχ για οικονομικούς λόγους. Είναι, σαν να λέμε σχηματικά, ότι ο καθένας έχει δικαιώμα να πίνει καφέ, απλά εμείς δεν έχουμε καφέ. Άρα, πρακτικά, αποκλειόμαστε κάποιοι από αυτό το δικαίωμα του καφέ. Ωστόσο, ναι, ο καθένας μπορεί να παίξει όπου θέλει.

Το ζήτημα δεν έχει να κάνει με το αν επιτρέπεται ή απαγορεύεται να παίξει ο εκάστοτε Σάκης Ρουβάς οτιδήποτε. Το πρόβλημα προκύπτει στο εξής. Βραβεύεται και η βράβευση αυτή αιτιολογείται με ένα επιχείρημα το οποίο είναι ψευδές, δεν στέκει, ότι δηλαδή ο καθένας μπορεί να δοκιμάζεται. Μα δεν μπορεί ο καθένας να δοκιμάζεται. Όχι μόνο από την άποψη των ίσων ευκαιριών. Κι ακόμα παραπέρα, παιδιά που είναι στο χώρο 15 και 20 χρόνια, είναι σ’ έναν συνεχή αγώνα, όχι για να πείσουν με την κακή έννοια, αλλά για να δείξουν τη δουλειά τους, συνομιλούν μέσω της δουλειάς τους. Υπάρχει, δηλαδή, μια διαδικασία εμπειρίας, διδαχής, συνεχούς ενασχόλησης με το αντικείμενο που σε αφορά να μάθεις.

Το παράλογο στην προκειμένη, λοιπόν, δεν είναι ότι ένας άνθρωπος έπαιξε σ’ ένα έργο. Το θέμα έγκειται στη βράβευση. Γιατί η βράβευση αυτή αιτιολογείται μ’ ένα επιχείρημα που δεν στέκει. Κι επιπλέον, όταν θες να ασχοληθείς με κάτι πραγματικά, αυτό πιστοποιείται από τον χρόνο. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν είχαν σχέση με το θέατρο, θέλησαν όμως να ασχοληθούν με αυτό και το διεκδίκησαν, όχι με την γραφειοκρατική έννοια, αλλά με το χρόνο. Ξεκίνησαν από μια πολύ μικρή σκηνή, μετά πήγαν σε μια πιο μεγάλη, μετά σε μια ακόμα μεγαλύτερη και πάει λέγοντας. Άρα, το θέλουν όντως. Κουβαλούν σωματικά και ψυχικά το τίμημα της μαθητείας και της έκθεσης.

Για μένα, εκεί είναι λοιπόν το ζήτημα, μαζί και με το ψευδές επιχείρημα, το οποίο τροφοδοτεί μια συνθήκη που είναι ψέμα. Λέει, δηλαδή, σε νέα παιδιά αυτό. Δηλαδή, δεν χρειάζεται να παιδευτείς και ιδιαίτερα, αφού μπορεί ο Ρουβάς, μπορείς κι εσύ. Και δεν είναι έτσι.

Εκτός από το «Loot», που ανεβαίνει κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο του Νέου Κόσμου, θα ήθελες να μου πεις πού αλλού σε βρίσκουμε φέτος;

Φυσικά! Είμαι και στο θέατρο Πορεία, στη «Μεγάλη Χίμαιρα» του Καραγάτση, Τετάρτη-Κυριακή. Πρόκειται για το γνωστό μυθιστόρημα του Καραγάτση σε θεατρική διασκευή του Στρατή Πασχάλη και σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Τάρλοου.

Όμηρε, σ’ ευχαριστώ πολύ κι εύχομαι ό,τι κάνεις να προσθέτει κάτι ακόμα στην προσωπική σου εξέλιξη!

Κι εγώ σ’ ευχαριστώ Αθανασία μου κι εύχομαι τα καλύτερα στο εγχείρημά σας ως www.pints.gr!