Ανάσες

Click here to listen while reading…

Του Νίκου Πλατιά

Βρέχει δύο μέρες ασταμάτητα. Ξεπλένονται οι δρόμοι. Αλλά ο ουρανός με βαραίνει. Αρχετυπικά αντανακλαστικά. Ψάχνω καταφύγιο. Σε στέγες, σε αγκαλιές, σε χαμόγελα. Πότε ανακούφιση πότε αγωνία. Κι έτσι κυλούν οι μέρες. Δεν τις μετράω πια. Με μετρούν. Πότε επαρκής πότε λίγος. Κοιτάω την στέγη. Έχει κολλημένους πάνω στίχους θλιμμένων τραγουδιών. Και μερικών θυμωμένων. Στον τοίχο μια φράση. «Ανάσες ελευθερίας». Του Νίκου. Τις κέρδισε. Για την ώρα. Και βλέπω το πλήθος να χωρίζεται στα δυο στο άκουσμα της φράσης. Μηχανιστικά. Υπάρχει κάτι κοινό βέβαια. Μας ενοχλεί όλους η φράση.

Λένε πως πραγματικότητα είναι ότι «μεταφράζει» ο νους μας από τις πληροφορίες που δέχεται. Αυτό νομίζω είναι και το κύριο χαρακτηριστικό που μας χωρίζει. Δεν μας διαιρεί η πραγματικότητα, αλλά αυτό που νομίζουμε πως είναι αληθινό. Φυσικά, υπάρχουν και «λεξικά» για το νου να χρησιμοποιήσει στη μετάφραση. Αν για παράδειγμα, το λεξικό «ονομάζεται» αγάπη, η πραγματικότητα μοιάζει σκοτεινή. Κοιτάω γύρω μου. Άστεγοι, μετανάστες, συσσίτια, χαμηλωμένα βλέμματα, λογαριασμοί, ρυθμίσεις, νεύρα. Οι λέξεις ξεπετάγονται αβίαστα. Μην ξεχάσω αυτό, το άλλο, εκείνο… αυτό που με σώζει είναι ο άλλος. Γιατί μόνος μου δεν νομίζω πως μπορώ να κάνω πολλά. Το πολύ πολύ να καταφέρω να μαζευτώ, να κάνω χώρο για μια εξτρά θέση κάτω από το υπόστεγο.

Και η φράση του τοίχου με ενοχλεί. Με θλίβει. Και πως θα γινόταν αλλιώς? Ο νους μου διαλέγει εικόνες. Με εικόνες σκέφτομαι. Μια απ’ αυτές, έχει στο κάδρο παιδικά μάτια απ’ το Σύνταγμα. Να κοιτούν τον φακό με επιφύλαξη αλλά και ευγένεια. Και θέλω να κλάψω. Και εξαγριώνομαι. Και για να δω τη χαρά σε αυτό το βλέμμα θέλω να φέρω τη συντέλεια στον κόσμο. Να κάψω τα πάντα και να μυρίσει θειάφι. Για κάθε παιδικό βλέμμα που μοιάζει να με ρωτά για όσα είδε μέχρι τώρα. Ποια ηθική ανώτερη από το χαμόγελο ενός παιδιού? Ποιος τολμά να την διατυπώσει? Κι έπειτα, σκέφτομαι πως αυτά τα μάτια την έχουν δει τη συντέλεια. Έχουν μυρίσει το θειάφι. Κι εγώ το πρώτο πράγμα που θέλω να πω είναι «μη φοβάσαι».

«Ανάσες ελευθερίας». Παρατηρώ πως κανένας δεν αδιαφορεί στο άκουσμα της φράσης. Όλοι αντιδρούν. Φράση που διχάζει και ενώνει. Μάλλον έχουμε βρει τη φράση της δεκαετίας. Με κινητοποιεί. Μου λείπουν ανάσες. Μου λείπει ελευθερία. Δεν το παραδέχομαι, από σεβασμό στους απεγνωσμένους, αλλά αισθάνομαι φυλακισμένος. Οι τοίχοι του κελιού μου έχουν για ταπετσαρία χαρτονομίσματα. Μάταια την ξύνω. Δεν βγαίνει με τίποτα. Στα κάγκελα, σφυρηλατημένα με μεγάλα γράμματα, τα όνειρα που εξακολουθώ να έχω. Και να ήθελα να τα ξεχάσω δεν γίνεται. Η λίμα είναι πίσω από την ταπετσαρία. Μάταια ξύνω. Το νόημα απλό. «Παραιτήσου». Θέλω να βγάλω νύχια κοφτερά. Να κάψω σεντόνια να τα πετάξω απ’ το παράθυρο. Να ξεκινήσω την εξέγερση. Κι έπειτα σκέφτομαι τα μάτια σου. Μου ζήτησαν σε κάποιο επισκεπτήριο, να κάνω υπομονή μέχρι να βρεθούμε «έξω». Και δεν θέλω να σε βλέπω θλιμμένη. Σφίγγω τα δόντια.

«Ανάσες ελευθερίας». Έρχεται και ξανάρχεται η φράση. Σαν μαστίγιο. Ναι είναι η φράση της δεκαετίας. Τη νιώθω να με μαστιγώνει. Σφίγγω τα δόντια. Έχω να κάνω πολλά ακόμα. Πρέπει να αντέξω. «Όλοι οι καριόληδες μια εταιρεία». Και θέλω να την κλείσω. Αυτή η εταιρεία μας «απολύει» έναν έναν. Πρέπει να κλείσει αυτή η εταιρεία. Να πάψουν οι φοβέρες. Το υψωμένο δάχτυλο. Η ψεύτικη ευγένεια της συγκατάβασης. Οι σηκωμένοι ώμοι χωρίς σηκωμένα μανίκια. Το «κουράγιο» το θέλω να μου το πει ο διπλανός. Αυτός θα είναι ο ήρωας μου. Αυτός που δεν εγκατέλειψε. Σφίγγει τα δόντια. Και δεν σπάνε. Και μου γνέφει να κάνω υπομονή. Μυστήριο πράγμα να μπορείς να διαβάζεις το βλέμμα. Ο διπλανός μου έχει παιδιά. Είναι απολυμένος. Προσεχώς με έξωση. Κομμένο το ρεύμα. Αναπνέει με την καλοσύνη των ξένων. Μα μου χαμογελά. Τι δύναμη κρύβει. Όταν τον συναντώ δεν μου συγχωρώ την αίσθηση της ματαιότητας.

Ακούω φοβέρες. Έρχονται από πάνω. Εκ της διευθύνσεως λέει. Και? Τι να φοβηθεί αυτός που πέρασε τις συμπληγάδες? Με τι απειλές να φοβερίσεις κάποιον που έζησε τον εφιάλτη του? Φοβάται αυτός που δεν έχασε ακόμα. Τον καταλαβαίνω. Αλήθεια σου λέω. Τον καταλαβαίνω. Αλλά δεν είναι ο διπλανός μου. Δεν μου είπε να κάνω υπομονή στο επισκεπτήριο. Δεν ήρθε να με δει. Δεν έκανε λίγο χώρο να μπω από κάτω να μην βρέχομαι. Δεν μου χαμογέλασε. Δεν μου είπε να μην φοβάμαι. Δεν μύρισε το θειάφι. Δεν του οφείλω. Να πάει στο διάολο και η «εταιρεία» του και ο κόσμος του. Μου σφίγγεις το χέρι να με σταματήσεις. «Όχι! Μην τους βρίζεις. Άνθρωποι είναι».

Νιώθω ένα τράβηγμα στο μανίκι. Γυρνάω να δω. Παιδικό βλέμμα. Με «ρωτά» τι του έφερα. «Τον κόσμο μάτια μου» απαντώ. «Μα θα σου δείχνω κι από λίγο. Κομμάτι το κομμάτι γιατί δεν χωράει εδώ στο υπόστεγο». Και σφίγγω τα δόντια. Και θέλω να φωνάξω «θάνατος στους σκατόψυχους». Και μου λες να σωπάσω. «Δεν νιώθουν» μου λες, «αλλά θα νιώσουν που θα πάει». Άνθρωποι είναι λες. Άνθρωποι. Μεταξύ μας αυτό… ο διπλανός μου είναι υπερήρωας…

  • Φωτογραφία : Χρήστος Τόλης