Η πόλη η δική μας, η παλιά…

Θα πέσω πάνω σου στο δρόμο τυχαία. Γεια, πώς είσαι; Όλα καλά; Έτσι λέμε, τα ίδια, αντέχουμε, θα πεις. Θα πορευτούμε για λίγο μαζί. Δεν ήμουν έτοιμος γι’ αυτό, θα σκύψεις να μου πεις. Να έρθω εδώ, να βαδίσω σε τούτους τους δρόμους, να αντικρίσω τα πρόσωπα, να ζήσω αυτές τις στιγμές. Δεν ήμουν έτοιμος να φοβάμαι τη σκιά μου, να χάνω το νου μου στους κεντρικούς τους δρόμους, να διαβαίνω ασάλευτος μες στις άψυχες σορούς, να κοιτώ να ξεγλιστρήσω από τα τεντωμένα άκρα, να παρατηρώ τα άπραγα χέρια άβουλη, χωρίς καμία απολύτως έκφραση στο πρόσωπο. Δεν ήμουν έτοιμος να ζήσω αυτά τα χρόνια, αυτά τα ξενύχτια, αυτό το σκοτάδι το αλλοπρόσαλλο.

Όλα καλά; Έτσι λέμε, τα ίδια, αντέχουμε, θα πεις και θα νοσταλγήσεις εποχές που τίποτα δεν χώριζε τον εαυτό σου απ’ την επιθυμία. Ήμουν έτοιμος να διαβάσω την πικρία του κόσμου στα βιβλία, πρώτη θλίψη, δραματική ταινία, δυσανάγνωστο ανάγνωσμα. Τώρα γυρίζω σε άδειους δρόμους, πνιγμένους μες στη βουή των αυτοκινήτων, δήθεν καλοζωϊσμένους, μα άδειους. Γράμματα στοιβαγμένα σε εισόδους, άνθρωποι στα οχήματα. Θα μου πεις… Δεν ήμουν φτιαγμένος να βγάλω φωτιά απ’ το στόμα, να περπατήσω μες στην χαμένη κινητοποίηση, να ηττηθώ όπως οι άλλοι, εκείνοι που κάποτε θαύμαζα. Να περπατήσω, ανάμεσα στα λυσσασμένα κορμιά, διεκδικώντας μια ζωή που σου ζητά το λόγο, έχει κι αυτό τη γλύκα του. Ίσως δε σκέφτηκα σωστά, ίσως συρρίκνωσα το όνειρο σε ό,τι άντεχε η αγοραστική μου δύναμη, θα μου πεις. Ναι ίσως, θα σου απαντήσω. Κι ύστερα φίλε μου, θα κοιτάξουμε τριγύρω τα μονοπάτια εκείνα του κέντρου που περπατήσαμε, και παίρνοντας βαθιά ανάσα, θα ξαποστάσουμε.

Μαγαζιά, βιοτεχνίες, περιπλανώμενοι μετανάστες, μεγάλα εμπορικά καταστήματα, ξεθωριασμένες σημαίες, ναρκομανείς στην Ομόνοια, πιο πέρα τα μπαράκια που ήπιες κι έχασες τον έλεγχο μικρός, η Ακαδημίας με τους ματατζήδες που πάντα περνούσες και γύρναγες την πλάτη, η πλατεία πιο πάνω απ’ το Μετρό γεμάτη κόσμο, κόσμο φουρκισμένο, ανήμπορο, αγχωμένο, άσπρη σκόνη στα μάτια στο Σύνταγμα, 6 Δεκεμβρίου του ’08, είχες γύρει το κορμί σου, το κουρασμένο αυτό κορμί σου σ’ ένα δέντρο, δίπλα σου τα βήματα κάποιου και στο πανό του η Κούνεβα. Μια μικρή κλαίει και δεν είναι δάκρυα χαράς, βόλτες στα σοκάκια του Μεταξουργείου, οι γυναίκες σου μαυρίζουν την ψυχή, τύψεις. Μια πενηντάρα με αίματα από γκλομπ, μια ρακή για τα γρήγορα στα Εξάρχεια, το παλιό παρκάκι που σύχναζες, ο Ιρακινός που σου ‘λεγε ευχαριστώ για ένα δίευρω. Κοιτάξαμε την πόλη μας, τους δρόμους που γυρίσαμε.

Μετά γύρισες σπίτι, η νύχτα πέρασε. Ξύπνησες νωρίς απ’ τη βροχή που έπεφτε σαν ήχος από κανόνι στο μπαλκόνι. Η βροχή χτυπούσε επίμονα, η αγωνία αν έχεις αφήσει κάτι έξω χτυπούσε επίμονα, η έννοια πως πρέπει να σηκωθείς χτυπούσε επίμονα, η σκέψη πως δεν υπάρχει αναβολή το ίδιο. Δεν σε αφήνει το άγχος να πιστέψεις σε τίποτα, κυρίως σε αυτό που επιμένει να φωνάζει ο εαυτός σου. Σηκώθηκες βιαστικά, έκανες τσιγάρο και καφέ, το στομάχι παραπονέθηκε κι αυτό με τη σειρά του. Διάβασες μια είδηση που σε τάραξε και είπες για το περιτύλιγμα απ’ το οποίο ο φρεσκολουσμένος, καθάριος κόσμος παρατηρεί το βρώμικο, τον μίζερο εκείνης της απέναντι όχθης. Σκέφτηκες πως θα ήθελες να βγεις στους δρόμους, να νιώθεις με κάτι άλλο πέρα απ’ αυτό που σου επιτρέπουν οι μέρες του αυταρχισμού.

Χρειάστηκες κάτι να πιεις να συνέλθεις. Δύσκολη μέρα για ηρωισμούς. Δεν είμαστε σε φάση απεξάρτησης. Κοίταξες φωτογραφίες στον υπολογιστή. Θα ήθελες να τρέξεις, να ξαναπάς εκεί. Εκεί που κοιτάς τώρα. Δεν ξέρεις αν γίνεται, δεν ξέρεις αν μπορείς. Γεια, πώς είσαι; Όλα καλά; Έτσι λέμε, τα ίδια, αντέχουμε, θα πεις. Θα πορευτούμε για πάντα μαζί.