Όταν η πολιτική συναντά το ποδόσφαιρο

Δεν πάνε πολλά χρόνια από την τραγωδία στο Πορτ Σαίντ, όπου έχασαν την ζωή τους 79 άνθρωποι ή από αυτή που έπληξε την εθνική ομάδα του Τόγκο και στοίχισε την ζωή σε τρεις ανθρώπους. Όταν υπεισέρχονται στο ποδόσφαιρο πολιτικά συμφέροντα, όταν υπάρχουν μεγάλες θρησκευτικές και εθνικιστικές διαμάχες, τότε αυτό που θέλουμε να λέμε και να θεωρούμε ως γιορτή, παίρνει μια άλλη εικόνα. Μια εικόνα μαύρη και μουντή, που αντικατοπτρίζει την ίδια την κοινωνία και τα προβλήματα που την διέπουν, τόσο στον πολιτικό τομέα, όσο και στον τομέα της ιστορίας και των εθνικών διαφορών.

Όσα τραγικά συνέβησαν πριν λίγες ημέρες στο Βελιγράδι ανάμεσα στην Σερβία και την Αλβανία έφεραν ξανά στη επιφάνεια χρόνια ζητήματα και αντιπαλότητες που δεν λένε να «ξεθωριάσουν» με το πέρασμα των χρόνων. Κοιτώντας κανείς το background μιας τέτοιας κόντρας καταλαβαίνει ότι πολύ δύσκολα δεν θα αναμιγνυόταν και σε έναν απλό αγώνα ποδοσφαίρου. Απλός, όμως, μπορεί να είναι για κάποιον ουδέτερο, για κάποιον που δεν γνωρίζει ή δεν τον ενδιαφέρει τι κρύβει από πίσω του αυτό το ζευγάρι. Ο πόλεμος στο Κόσοβο το 1999 και η διαμάχη για την προσάρτηση εδαφών έχει δημιουργήσει τέτοιο μίσος και αντιπαλότητα ανάμεσα σε Σερβία και Αλβανία που θεωρούνταν σίγουρο πως… κάτι θα γίνει.

Όπως γράφτηκε και σε προηγούμενο κείμενο αυτά τα ζητήματα δεν είναι τόσο απλά και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ελαφρά τη καρδία από την UEFA. Θα πρέπει να παίρνονται οι απαραίτητες προφυλάξεις και οι κατάλληλες διεργασίες που να διασφαλίζουν πως δεν θα γίνει το παραμικρό. Ίσως να φρόντιζε η ευρωπαϊκή ομοσπονδία ώστε να μην έπεφταν στον ίδιο όμιλο ομάδες με τόσο σημαντική αντιπαλότητα. Το θέμα είναι ότι η σημαία της «Μεγάλης Αλβανίας» που έκανε την εμφάνισή της στο Βελιγράδι ξύπνησε μνήμες από γεγονότα που έκαναν ξεκάθαρο τούτο: ότι η πολιτικοποίηση του ποδοσφαίρου είναι ένα πράγμα γνώριμο, παλιό, που έχεις τις ρίζες του σε περιόδους που το άθλημα εξαρτιόταν άμεσα από τον πολιτικό χώρο και χρησιμοποιούνταν ως ένα μέσο προπαγάνδας του εκάστοτε καθεστώτος.

Ψάχνοντας, βρίσκει κανείς γεγονότα, άλλα γνωστά, άλλα λιγότερο γνωστά, που καταδεικνύουν του λόγου το αληθές. Ότι η πολιτική βρήκε χώρο έκφρασης στο γήπεδο. Βρήκε ένα μέσο να εκφράσει με ζωηρό τρόπο τα πιστεύω της και σε ορισμένες περιπτώσεις να δείξει το άσχημο πρόσωπό της, είτε με εγκλήματα, είτε με προπαγάνδες και υπεράσπιση συμφερόντων.

Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα προπαγάνδας και εκφοβισμού στο ποδόσφαιρο ήταν το δεύτερο Μουντιάλ της ιστορίας στην Ιταλία το 1934. Η γείτονα χώρα υπό τον ζυγό του δικτάτορα Μουσολίνι δεν μπορούσε παρά να υπακούει σε κάθε του διαταγή. Μια από αυτές ήταν κι αυτή στην εθνική ομάδα της Ιταλίας, η οποία είχε… διαταχθεί να κερδίσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το Παγκόσμιο, έτσι ώστε να διατρανώσει ακόμα παραπάνω την κυριαρχία και την εξουσία που είχε ο Ντούτσε. Μάλιστα, λέγεται ότι ο Ιταλός δικτάτορας είχε δειπνήσει με τον διαιτητή του τελικού και του ημιτελικού της Ιταλίας πριν τα δύο ματς… Δεν χρειάζεται και πολύ για να καταλάβει κανείς τι ακριβώς θα ειπώθηκε ανάμεσα στους δύο άνδρες.

Το 1938 οι το γερμανικό πρωτόκολλο της εποχής προστάζει τους Άγγλους να χαιρετήσουν ναζιστικά, ενώ σε ένα ακόμα Μουντιάλ, αυτό του 1978 στην Αργεντινή τα πάντα διεξάγονται κάτω από σκιές. Η χώρα βρίσκεται υπό το καθεστώς δικτατορίας και ο δικτάτορας, Χόρχε Βιντέλα, θέλει να χρησιμοποιήσει την διοργάνωση ως ένα μέσο για να δείξει στην διεθνή κοινότητα μια καλύτερη εικόνα και ότι όλα κυλούν αρμονικά μέσα σε μια καταπιεσμένη κοινωνία. Εν μέρει το πέτυχε με την κατάκτηση του τροπαίου από την Αργεντινή, ωστόσο το στιγμιότυπο να απονέμει το τρόπαιο στους παίκτες της Αργεντινής είναι από τις πλέον αντιφατικές στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Παρά τα σπουδαία ταλέντα που είχε η «αλμπισελέστε», χρειάστηκε κάποια περίεργα σφυρίγματα για να φτάσει μέχρι τον τελικό με τους Ολλανδούς. Η αποβολή των δύο καλύτερων Ούγγρων στο εναρκτήριο ματς, το πέναλτι κατά της Γαλλίας, τα έξι γκολ στο Περού είναι μόνο μερικά από τα… παράξενα που γέμισαν τον κόσμο με υποψίες για διαφθορά και υποκίνηση αποτελεσμάτων.

Το ποδόσφαιρο ως άθλημα μπορεί να θεωρηθεί και ως ένα παιχνίδι δικτατορικό, μιλώντας μεταφορικά. Ο άρχων του αγώνα, ο διαιτητής, είναι σαν ένας δικτάτορας, τον οποίο δεν ακουμπά κανένας, δεν μπορεί κανένας να μην υπακούσει. Το ίδιο το παιχνίδι είναι σαν ένας πόλεμος, όπου κοντράρονται δύο διαφορετικά έθνη, δύο διαφορετικές ιδέες. Αποτελεί ένα πεδίο μάχης που η νίκη είναι μονόδρομος, φέρνει δόξα. Όταν όμως η μεταφορά γίνεται κυριολεξία, οι συνέπειες είναι τραγικές.

Ξεχνά κανείς την τεράστια θρησκευτική αντιπαλότητα ανάμεσα σε Ρέιντζερς και Σέλτικ στην Σκωτία, που φυσικά εκτείνεται σε όλη την δομή της κοινωνίας της χώρας. Οι καθολικοί (Σέλτικ) και οι προτεστάντες (Ρέιντζερς) απεικονίζουν την διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε ομάδες ανθρώπων που σκέφτονται διαφορετικά και έχουν πραγματικό μίσος ο ένας για τον άλλο.

Παραδείγματα πολλά, όπως αυτό του 1979 όταν δύο φανατικοί προτεστάντες ανατίναξαν δύο ιρλανδικά μπαρ κατάμεστα από κόσμο. Ή αυτό του επόμενου χρόνου στον τελικό του Λιγκ Καπ Σκωτίας που βρήκε νικήτρια την Σέλτικ με 1-0 επί της Ρέιντζερς. 9.000 οπαδοί των δύο ομάδων μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο και συνεπλάκησαν, κρατώντας πάνω τους κάθε λογής όπλο! Το 1996, ένας δεκαεξάχρονος οπαδός της Σέλτικ δολοφονήθηκε από τον γιο και ανιψιό των δύο προτεσταντών βομβιστών του 1979!

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα ανάμειξης πολιτικής με ποδόσφαιρο είναι τα γεγονότα στην Σερβία που έδωσαν το έναυσμα για την έναρξη του πολέμου με την Κροατία. Στις 13 Μαϊου 1990 ο αγώνας ανάμεσα στην Ντιναμό Ζάγκρεμπ και τον Ερυθρό Αστέρα στο γήπεδο «Μαξιμίρ» σημαδεύτηκε από πολύ σοβαρά επεισόδια. Οι οπαδοί της Ντιναμό ήταν κοντά στο κόμμα HDZ του Κροάτη ηγέτη, Φράνκο Τούτζμαν, και αυτό δημιούργησε ακόμα μεγαλύτερο μένος μεταξύ των οπαδών των δύο ομάδων. Στον αγώνα οι οργανωμένοι της Ντιναμό φανέρωσαν τον πολιτικό τους ρόλο που είχε να κάνει με την ανεξαρτησία της Κροατίας, ενώ οι οπαδοί του Ερυθρού πάλευαν για την «εθνοκάθαρση» στην Σερβία.

Λίγες ημέρες μετά τις πρώτες ελεύθερες εκλογές στην Γιουγκοσλαβία, ένα τέτοιο παιχνίδι δεν μπορούσε να αποτελέσει κάτι άλλο από πεδίο έκφρασης του πολιτικού γίγνεσθαι, αλλά με σφοδρό τρόπο λόγω του τεράστιου μίσους. Οπαδοί του Ερυθρού Αστέρα άρχισαν να ξηλώνουν τις διαφημιστικές πινακίδες και στη συνέχεια επιτέθηκαν στους οπαδούς της Ντιναμό με καρέκλες και μαχαίρια, τραγουδώντας εθνικιστικά τραγούδια όπως το «Ζάγκρεμπ είναι Σέρβικο» και το θα «σκοτώσουμε τον Τούτζμαν» (είχε βγει πρώτος στις εκλογές).

Όπως ήταν λογικό, ο αγώνας δεν ολοκληρώθηκε ποτέ με την αστυνομία που ήταν αποτελούμενη περισσότερο από Σέρβους και Βόσνιους, ανέλαβε δράση μόνο στην κερκίδα των οπαδών της Ντινάμο, εξαγριώνοντας τους Κροάτες. Μάλιστα, η αποστολή του Ερυθρού Αστέρα φυγαδεύτηκε με αεροπλάνο! Εικόνες που έχουν μείνει στην μνήμη από τότε είναι η κίνηση του ποδοσφαιριστή Ζβόνιμιρ Μπόμπαν να χτυπάει με κίνηση καράτε αστυνομικό που βαρούσε έναν οπαδό της Ντιναμό.

Πολλοί θεώρησαν αυτά τα επεισόδια προάγγελο πολέμου που «σιγόβραζε» εδώ και χρόνια ανάμεσα στις δύο χώρες. Μετά από καιρό στο γήπεδο της Ντιναμό δημιουργήθηκε άγαλμα με την επιγραφή: «Στους οπαδούς αυτού του συλλόγου που ξεκίνησαν τον πόλεμο με τη Σερβία σε αυτό το γήπεδο στις 13 Μαΐου ου 1990».

Πάλι στην Σερβία, οι οργανωμένοι του Ερυθρού στήριξαν το εγχείρημα της ανεξαρτησίας και έπαιξαν τον ρόλο τους στην ανατροπή του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς. «Σλόμπονταν, κάνε στη Σερβία μια χάρη και αυτοκτόνησε», ήταν το σύνθημα που ακούστηκε στο «Μαρακανά» του Ερυθρού Αστέρα τον Ιούλιο του 2000. Τον Σεπτέμβριο ο Μιλόσεβιτς θα χάσει στις εκλογές, προσπαθώντας να επανέλθει με πλάγιους τρόπους. Τότε ανέλαβαν δράση οι οπαδοί που μπήκαν στο κοινοβούλιο, όπου εντοπίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία νοθείας. Οι Εθνικιστές οπαδοί άρχισαν να κάνουν κουμάντο στην εξέδρα και φυσικό επόμενο ήταν η βία να κάνει την εμφάνισή της σε πολλές περιπτώσεις.

Παρόμοιες καταστάσεις έχουν συμβεί και στην Ουγγαρία, με το εθνικιστικό κόμμα Jobbik να προσπαθεί να αυξήσει τον αντισημιτισμό στην χώρα και να βρίσκει ευκαιρία στο πλαίσιο του αγώνα ανάμεσα στην Ουγγαρία και την Ρουμανία, έξω από το άδειο γήπεδο «Φέρεντς Πούσκας» να προβεί σε κάθε είδους επεισόδια, με δακρυγόνα και ξύλο με αστυνομικούς, από Ούγγους εθνικιστές. Πως μπορεί να ξεχάσει κανείς την δολοφονία του Κολομβιανού Αντρές Εσκομπάρ, ο οποίος έτυχε να πετύχει ένα μοιραίο αυτογκόλ στο Μουντιάλ του 1994 που του στοίχισε την ζωή. Τα λεφτά που είχαν παιχτεί από τα συνδικάτα στοιχηματισμού της Κολομβίας για την πρόκριση της ομάδας ήταν πάρα πολλά και χάθηκαν εξαιτίας αυτού του αυτογκόλ. Αυτό ήταν που ώθησε τον Ουμπέρτο Μουνιό Κάστρο να στηθεί έξω από το μπαρ “El Indio” και να πυροβολήσει εν ψυχρώ τον Εσκομπάρ.

Δέκα ποδοσφαιριστές είχαν βρεθεί «γαζωμένοι» με πυροβόλα όπλα στην περιοχή Ταχίρα της Κολομβίας στα σύνορα με την Βενεζουέλα, με τις Αρχές να αποδίδουν την εκτέλεση την εξτρεμιστική παραστρατιωτική οργάνωση “ELN” και τον αρχηγό της Ελ Παγιάσο ή «Κλόουν», ενώ η αιτία ήταν η ενίσχυση της οργάνωσής τους με περισσότερα μέλη και τα θύματα ήταν ο τρόπος πίεσης. Πολλά τέτοια περιστατικά έχουν ξανασυμβεί στην Κολομβία με παίκτες να βρίσκονται στο στόχαστρο των συνδικάτων, τα οποία μέσω αυτών κερδίζουν πολλά εκατομμύρια. Φεύγοντας από την Λατινική Αμερική βλέπουμε τα πιο πρόσφατα τραγικά που συνέβησαν με απολογισμό πολλά θύματα.

Το πούλμαν της αποστολής της εθνικής ομάδας του Τόγκο «γαζώνεται» από σφαίρες αυτονομιστών της Αγκόλας, με τα θύματα να είναι τρία και να προκαλούν το σοκ των Τογκολέζων ποδοσφαιριστών που αρνήθηκαν να αγωνιστούν στην διοργάνωση του Κόπα Άφρικα, φοβούμενοι για την σωματική τους ακεραιότητα. Ακόμα πιο κοντά, την 1η Φλεβάρη του 2012, 79 άνθρωποι έχασαν την ζωή τους στο Πορτ Σαίντ στην Αίγυπτο. Μετά το σφύριγμα της λήξης ανάμεσα στην Αλ Μασρί και την Αλ Αχλί (3-1) για την 17η αγωνιστική του Αιγυπτιακού πρωταθλήματος επικράτησε πανικός.

port_said_stadium_disaster_61

Στον αγωνιστικό χώρο εισβάλλουν οπαδοί της Αλ Μασρί για να πανηγυρίσουν τη νίκη της ομάδας τους, αλλά και να επιτεθούν στους παίκτες και τους 1.200 οπαδούς της φιλοξενούμενης ομάδας. Η αστυνομία δεν μπόρεσε να ελέγξει την κατάσταση και ο τραγικός απολογισμός ήταν 79 νεκροί, μεταξύ των οποίων πολλοί αστυνομικοί μαχαιρωμένοι, αρκετοί οπαδοί με χτυπήματα στο κεφάλι. Αιτία των συγκρούσεων ήταν η πολιτική κατάσταση η οποία επικρατούσε στη χώρα, με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, που κέρδισε πρόσφατα τις εκλογές στην Αίγυπτο, να κατηγορεί οπαδούς του πρώην ηγέτη Χόσνι Μουμπάρακ ως υποκινητές των επεισοδίων.

Αυτά είναι μόνο μερικά στιγμιότυπα από τον σημαίνοντα ρόλο που έχει πλέον η πολιτική στο ποδόσφαιρο. Ρόλος που μπορεί να εκφραστεί με τρόπο ανθρώπινο, με κάποιο σύνθημα, με κάποια έκφραση διαμαρτυρίας, αλλά και με βία, σε πολλές περιπτώσεις ακραία, που μπορεί να οδηγήσει σε τραγωδίες, όπως μερικές που αναφέρθηκαν παραπάνω. Ακόμα και στην Ελλάδα έχουν εκφραστεί πολιτικά παράπονα μέσα από το ποδόσφαιρο. Ο αγώνας Γερμανία-Ελλάδα για το Euro του 2012 ξεκίνησε μια ολόκληρη συζήτηση για την σχέση που έχουν οι δύο χώρες σε πολιτικό επίπεδο, ενώ παλιότερα έχουν γίνει και «παρατράγουδα» με τους γείτονες Τούρκους, με διάφορα πανό του… Μωάμεθ και την Κωνσταντινούπολη να εμφανίζονται σε γήπεδα σε αγώνες με ελληνικές ομάδες.

Αυτό που πρέπει να μείνει στο νου και έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ή την πολιτική, είναι η ίδια η ανθρώπινη ζωή. Όμως τα συμφέροντα πολλές φορές είναι τόσο μεγάλα για μερικούς, ώστε να φτάνουν στο σημείο να μην υπολογίζουν αυτό το υπέρτατο αγαθό.