Στο σκοτάδι

Της Κασσάνδρας Γαλάτου

Το “Blind” μπορεί να χαρακτηριστεί μια κλασική ευρωπαϊκού τύπου ταινία, με πολύ δυνατά στοιχεία όπως η εξαιρετική σκηνοθεσία, το μοντάζ και ασφαλώς το σενάριο.

H υπόθεση της ταινίας είναι η εξής: “ Έχοντας χάσει την όρασή της, η Ingrid (Ellen Dorrit Petersen) απομονώνεται σπίτι της και αποξενώνεται όλο και περισσότερο από τον άντρα της (Henrik Rafaelsen), ο οποίος μοιάζει αδύναμος να τη βοηθήσει. Παραδομένη στις σκέψεις της, αρχίζει να αναρωτιέται για πράγματα τα οποία βρίσκονται στο όριο πραγματικότητας και φαντασίας. ”

Αρχικά, βλέπουμε να ξετυλίγονται στα μάτια μας απλές ιστορίες με κοινό άξονα τη μοναξιά, οι οποίες με κάποιον τρόπο συνδέονται μεταξύ τους. Στη συνέχεια, όμως, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Eskil Vogt στήνει ένα σεναριακό παιχνίδι γεμάτο από σουρεαλιστικά και ονειρικά στοιχεία, καλώντας τους θεατές να απαντήσουν σε ερωτήματα, με κυριότερο αυτό του τι είναι πραγματικό και τι όχι.

Η φωτογραφία της ταινίας, με κύριο χαρακτηριστικό το έντονο λευκό χρώμα και τον ψυχρό φωτισμό, συμβάλει με μεγάλη επιτυχία στο όλο κλίμα της ταινίας. Αξίζει να αναφερθεί πως διευθυντής φωτογραφίας είναι ο «δικός μας» Θύμιος Μπακατάκης, ιδιαίτερα γνωστός για ταινίες όπως ο «Κυνόδοντας» (2009) και το “Attenberg” (2010).

Η πρωταγωνίστρια, Ellen Dorrit Petersen, με το ιδιαίτερο παρουσιαστικό της και την υποκριτική της δεινότητα, μαγνητίζει τα βλέμματα και κλέβει την παράσταση στον ρόλο της ανασφαλούς, απόμακρης και με ζωηρή φαντασία Ingrid, καταφέρνοντας να δείξει τον ψυχισμό και την εσωτερική πάλη μιας γυναίκας που έχει χάσει την όρασή της.

Αναμφίβολα, το “Blind” είναι μια ταινία με ιδιαίτερη αισθητική και ιδιόρρυθμο σενάριο που θα προβληματίσει, καθώς πιθανότατα θα υπάρξουν αμφιλεγόμενες απόψεις και γνώμες. Το μόνο που σας μένει να κάνετε είναι να τη δείτε και να λάβετε θέση.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 3/5

Σκηνοθεσία: Eskil Vogt

Ηθοποιοί: Ellen Dorrit Petersen, Henrik Rafaelsen, Vera Vitali, Marius Kolbenstvedt, Stella Kvam Young, Isak Nikolai Møller, Jacob Young, Nikki Butenschøn, Erle Kyllingmark, Helga Guren

Για περισσότερες κριτικές μπείτε εδώ