Σαν σύννεφα

Του Νίκου Πλατιά 

Look for the girl…

Γράφουν οι «The Drums» (The Drums FBpage) : Less dreaming. More meaning. Η φράση καρφωμένη στη σκέψη για μέρες. Σαν μανιφέστο που περιμένει να γραφτεί. Άλλο ένα, σκέφτομαι. Ή που έχει ήδη γραφτεί και πρέπει να το γνωρίσω. Συνήθως δεν διαθέτω πολύ χρόνο για αυτά. Κρατώντας κλειδιά για δύο κόσμους και με αδιάκοπο πήγαινε-έλα, θέλει χρόνο να μπορέσεις να εκλογικεύσεις αυτό που νιώθεις. Ένας σάκος με ακολουθεί από τον έναν στον άλλο και πίστεψέ με, είναι δύσκολο να τον καθαρίζω συνέχεια. Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι να τον γεμίζω με τα απολύτως απαραίτητα.

Κινούμαι ανάμεσα στον κόσμο. Τον παρατηρώ. Τα ρούχα, την κίνηση, τους μορφασμούς. Το παιχνίδι των υποθέσεων. Σκαρώνω ιστορίες. Δεν έχει μεγάλη σημασία αν πέφτω μέσα ή όχι. Ζώντας ανάμεσα στον κόσμο ξέρει κανείς αν και σε ποιο βαθμό ισχύουν οι πιθανότητες. Ο λόγος που αυτοαναγορεύομαι σε παρατηρητή δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί. Αρκεί να τον γνωρίζω.

Φοβάται ο κόσμος. Και κρυώνει. Μέσα. Για το έξω δεν έχει μεγάλη σημασία. Κάτι θα βρει να βάλει. Κι αρχίζουν να μιλούν οι σοφοί για το μέσα. Το πολύτιμο. Το ακριβό. Και κλείνει τα μάτια ο κόσμος όταν κρυώνει μέσα. Κι ακούει σοφούς. Έξω. Και θέλει να κλείσει και τα αυτιά καμιά φορά από την φλυαρία. Μέσα μιλά κάτι άλλο. Μα δυσκολεύεται. Δεν έχει ένταση. Και που και που, όταν σωπαίνουν οι σοφοί, ακούει κάποιον να μιλά σαν να βρίσκεται μέσα. Σαν να γνωρίζει το κρύο. Και μοιάζει να λέει ένα τραγούδι.

Θυμάμαι μια στιγμή. Θυμάμαι και την ιστορία που υπέθεσα. Ημέρα Τετάρτη γύρω στις 9 το πρωί. Παπάκι σταματημένο σε φανάρια στην Αλεξάνδρας. Οδηγός ο Βασίλης. Είναι γύρω στα 45, με κατσαρά σκούρα μαλλιά, μέτριο ανάστημα και μάλλον σκληρά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο. Αμίλητος και με μάλλον βλοσυρό ύφος. Ακούγεται ήχος από κινητό. Ο Βασίλης ψάχνει την δεξιά τσέπη του και ξετρυπώνει μάλλον γρήγορα το κινητό του με μάλλον τρεμάμενη φωνή… «έλα αγάπη μου… ναι… τελικά με απέλυσαν… εντάξει είμαι μην ανησυχείς… ναι… Μαρία?… κι εγώ μάτια μου… κι εγώ… τα λέμε σπίτι…» «Πράσινο Αχμέτ! Πάμε να σε κεράσω…» Όταν άναψε το φανάρι δεν ήμουν πια ο ίδιος…

Η ιστορία απέκτησε πρόσθετα χαρακτηριστικά. Καταλάγιασε η ορμή, το βλέμμα βάθυνε όπως μπροστά σε θάλασσα που όλα όσα φανταζόμαστε έχουν την τάση να προβάλλονται σαν καραβάκια χάρτινα που μόλις ξεκίνησαν να ταξιδεύουν για να επιστρέψουν με απαντήσεις. Φυσούσε ελαφριά, ίσα που να ανοίγει το μέτωπο και να φαινόμαστε ίδιοι. Ίσα που να γίνεται φανερή η σκέψη. Ίσα που να μετατρέπει ένα κλάσμα του χρόνου σε ιερή στιγμή που μας κάνει όμορφους στη σιωπή μας και ευγενικούς στην γαλήνη μας. Άργησα να ανοίξω το γκάζι τουλάχιστον δύο δεύτερα και όταν τελικά το αποφάσισα, σε είχα κοιτάξει στα μάτια και είχαμε ήδη διηγηθεί την ιστορία μας. Και είχαμε ήδη γίνει φίλοι…

Αν κοιτάξεις από πάνω τα πλήθη στους δρόμους, μοιάζουν με σύννεφα. Αλλάζουν σχήμα και έκταση. Αν μπορείς να σκαρώσεις μια ιστορία για τον καθένα, το σύννεφο αποκτά χρώμα. Μονάχα ένα σύννεφο έχει το ίδιο χρώμα. Το πλήθος των απολυμένων. Και πυκνώνει. Θαρρώ πως είναι καιρός πια να βρέξει. “Less dreaming, more meaning”…