«We’ ll be back soon…»

Δεν ξέρω κατά πόσον είναι εύκολο να αποτυπώσει κανείς πολλά και διάφορα συναισθήματα σε ένα γραπτό. Τι να πεις, τι ν’ αφήσεις απ’ έξω. Μια βραδιά γεμάτη ένταση, ρυθμό, συγκίνηση, νοσταλγία, πάθος, υπόσχεση. Υπόσχεση για το επόμενο live σαν κι αυτό και, ει δυνατόν, ακόμα καλύτερο. «We’ ll be back soon», μας είπε ο Sivert Hoyem χθες το βράδυ, λίγο πριν τελειώσει τη δεύτερη αθηναϊκή συναυλία του στο Stage Volume 1 κι εμείς, όσοι την παρακολουθήσαμε εκστασιασμένοι, δεν έχουμε παρά να αναμένουμε την υλοποίηση της υπόσχεσής του.

Τη συναυλία «άνοιξε» ο Remi κι αν δεν τον γνωρίζεις μέχρι τώρα, σίγουρα στο εξής έχεις μια καλή αφορμή για να φροντίσεις να τον μάθεις. Με επιρροές όπως Damien Rice, Ray Lamontagne, Tom Waits, Queen, The Doors, Pink Floyd, Glen Hanssard, Beirut, Johny Cash, Bob Dylan, Madrugada, Nick Cave, Leonard Cohen κ.ά., ο Remi (Άγγελος Κυπριανός) είναι από εκείνους τους μουσικούς που παίρνει τη βαλίτσα του και γυρίζει σε χώρες της Ευρώπης, προκειμένου να παίξει τη μουσική του σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις και να συμμετάσχει σε μουσικά φεστιβάλ.

Έχει πολύ αισθαντική φωνή, τα τραγούδια του –τα οποία και γράφει ο ίδιος- κινούνται σε folk, Indie, Acoustic, rock ‘n’ roll, bluegrass, americana, country και blues ρυθμούς, ενώ είναι ενδεικτικότατο του ταλέντου και της ενέργειας που διαθέτει ότι ήταν το opening act του Sivert Hoyem και το 2012 που είχε επισκεφτεί ξανά τη χώρα μας, σε Πάτρα και Ιωάννινα, αλλά και αυτή τη φορά, σε τρεις από τις 4 συνολικά συναυλίες του Νορβηγού καλλιτέχνη. Η εμφάνιση του Remi έγινε ακόμα πιο ενδιαφέρουσα όταν στη σκηνή κάλεσε την Ηλιάνα Κορέτση από την μπάντα του, η οποία παίζει ηλεκτρικό τσέλο κι έχει βελούδινη φωνή, χαρίζοντάς μας έτσι και οι δύο μαζί μερικές πολύ μελωδικές και ιδιαίτερες στιγμές της βραδιάς (περισσότερα για τον Remi και την μπάντα του μπορείς να βρεις εδώ: http://www.remiband.com/ ).

Δε σου κρύβω πως, όταν ο Remi ολοκλήρωσε το πρόγραμμά του και φεύγοντας προσφώνησε τον Sivert Hoyem με την μπάντα του, είχα άγχος για το τι πρόκειται να παρακολουθήσω. Ξέρεις, καμιά φορά, μυθοποιείς τόσο κάποιους καλλιτέχνες που ακολουθείς και σου αρέσουν, ώστε δεν θες με τίποτα να χαλάσει αυτή η εικόνα που έχεις πλάσει. Και οι άνθρωποι είμαστε πολύ περίεργα πλάσματα, αρκεί πολλές φορές κάτι πολύ μικρό για να απομυθοποιήσουμε κάποιον ή κάτι. Μεσολάβησε ενός τετάρτου διακοπή έως ότου, τελικά, ο Νορβηγός καλλιτέχνης εμφανιστεί. Για ό,τι ακολούθησε, εκ των υστέρων μπορώ να σου πω ότι θα άξιζε να περιμένω και πολύ περισσότερο.

«So am I good or bad…?» και κάπως έτσι το αθηναϊκό κοινό υποδέχτηκε τον frontman των Madrugada για δεύτερη συνεχόμενη βραδιά στην ίδια σκηνή. Χέρια στον αέρα, φωνές που γίνονται μία, κινητά να προσπαθούν να απαθανατίσουν ό,τι προλάβουν, αγκαλιές, βλέμματα όλο νόημα και ο Hoyem αγκαλιά με το μικρόφωνο, σχεδόν σα να αφηγείται μια πολύ προσωπική του ιστορία με την τόση βελούδινη και χαρακτηριστική φωνή του, ενώ στο τελευταίο «Oh, oh, oh, majesty» το χειροκρότημα του κοινού ήταν κάτι παραπάνω από γενναιόδωρο.

Μετά, ήταν όλα εκεί. Τραγούδια τόσο από την προσωπική του δισκογραφία αλλά και από τη δισκογραφία των Madrugada, με τους οποίους η φωνή του Sivert Hoyem είναι άρρηκτα συνδεδεμένη. Give it a whirl, What’s on your mind, Honey Bee, Into the sea, Where is my moon, Endless Love, Prisoner of the road, Ride on sisters, Inner Vision και πόσα ακόμα που έκαναν τον κόσμο κυριολεκτικά να παραληρεί.

Δεν είχε τύχει έως τώρα να παρακολουθήσω ξανά τον Hoyem ζωντανά, αν και ακούω Madrugada και τον ίδιο από το λύκειο. Σίγουρα περίμενα κάτι πολύ καλό αλλά, εντέλει, όχι όσο καλό μου προέκυψε. Αυτός ο άνθρωπος έχει πολύ πάθος μέσα του. Σε πρώτο επίπεδο, φαίνεται από τα τραγούδια που γράφει. Όμως, αυτό γίνεται εμφανέστερο αν τον δεις και να τα ερμηνεύει πάνω στη σκηνή. Τα νιώθει στα έπακρο, το μεταδίδει στο κοινό και είναι λες και χάνεται στις ιστορίες που περιγράφει. Φυσικά δεν έλειψαν και οι αναμενόμενες αναφορές στην εποχή των Madrugada γενικά, αλλά και στις φορές που επισκέφτηκαν τη χώρα μας ως μπάντα, ειδικότερα.

Ίσως, αυτό που μου άρεσε περισσότερο στη χθεσινή εμφάνιση του Sivert Hoyem και της μπάντας του, ήταν η στιγμή που ο Νορβηγός καλλιτέχνης, λίγο πριν το τέλος της συναυλίας, προφανώς θέλοντας να ευχαριστήσει το κοινό για την αγάπη που του έδειξε –η οποία ήταν μεγάλη, σε διαβεβαιώ- κατέβηκε από τη σκηνή μ’ ένα σάλτο και βρέθηκε μπροστά στην πρώτη σειρά των κιγκλιδωμάτων, να τραγουδά μαζί με τον κόσμο. Περιττό να σου πω πώς αντέδρασε το κοινό σε αυτό…

Μπήκε στα παρασκήνια και βγήκε άλλες δυο φορές, με τον κόσμο να μη σταματά να φωνάζει και να χειροκροτεί, να ζητά «ένα ακόμα» κι άλλο ένα κι άλλο ένα… Κι όταν το τέλος, έπειτα από δύο ώρες ενός εκρηκτικού live, ήρθε και άναψαν τα φώτα, ο Sivert Hoyem μαζί με τους μουσικούς του έμειναν στο κέντρο της σκηνής να κοιτούν το πλήθος, να εκδηλώνει με κάθε τρόπο τον θαυμασμό του, μ΄ ένα χαμόγελο ευχαρίστησης για ό,τι προηγήθηκε, αλλά και μιας «άτυπης συμφωνίας» συνάμα, ότι το ραντεβού θα ανανεώνεται συχνά.

«Σας ευχαριστούμε γι’ αυτές τις δύο βραδιές, ήταν υπέροχα, θα τα ξαναπούμε σύντομα» – The End.

Υ.Γ. Επειδή θέλω να είμαι ειλικρινής, θα σου πω επιγραμματικά δύο πράγματα που με «χάλασαν». 1) Όσον αφορά στο κοινό, ένθερμο και ενεργό. Μέχρι εδώ, όλα καλά. Κατά την άποψή μου, όμως, είναι ασέβεια να μιλάς ακατάπαυστα και να δημιουργείς τρομερή οχλαγωγία στη διάρκεια του opening act. Δώσε μια ευκαιρία και σε κάποιον που ίσως δεν γνωρίζεις. Μπορεί να έχει κάτι πολύ καλό να σου πει. Όπως και είχε… 2) Ο χώρος διεξαγωγής της συναυλίας είναι σχετικά καινούριος και καλοφτιαγμένος, με πολύ καλή ακουστική. Ωστόσο, για τον Sivert Hoyem αποδείχτηκε κάπως στενάχωρος. Ήμασταν σχεδόν αγκαλιά ο ένας με τον άλλο.