“Ασυλία επωνύμων” το λένε καλέ μου

Το να επισημαίνεις τα αυτονόητα έχει σημασία μόνο εάν και εφόσον συνοδεύεται από την πρόθεση να αμφισβητήσεις ή να ανατρέψεις την δυναμική τους. Αλλιώς ισχύει το “τι ‘χες Γιάννη, τι ‘χα πάντα” που είπε κι ο σοφός καθ’ όλα λαός. Εσφαλμένα, θα έλεγα, θεωρείται κατά κοινή ομολογία πως η εκάστοτε δεινή οικονομική συγκυρία έχει ως αποτέλεσμα την απαξίωση από την πλευρά των πολιτών, των θεσμών, των προσώπων και των πρακτικών του κάθε πολιτικού συστήματος. Και για να το πούμε αλλιώς, η οικονομική κρίση μπορεί να φέρει κρίση του συστήματος αξιών μας, της υπάρχουσας εξουσίας. Αν με ρωτούσατε θα μιλούσα για μια αμφίρροπη διαδικασία. Το κακό, άλλωστε, θέλει πολλά χέρια για να μορφοποιηθεί.

Στην Ελλάδα έχουμε διαφθορά που προκάλεσε γιγάντια οικονομικοπολιτικά σκάνδαλα, γραφειοκρατία και πελατειακές σχέσεις που με τη σειρά τους οδήγησαν στην τερατοποίηση του δημόσιου τομέα και την ευνοιοκρατία που άφησε στο περιθώριο τους άξιους, έδωσε άφεση αμαρτιών στους φταίχτες βρίσκοντας άλλοθι για γέλια. Πρόσφατα διάβασα για μια 33χρονη οικιακή βοηθό από τις Φιλιππίνες η οποία εργαζόταν στην Γερμανία για μια Ελληνίδα κυρία με υψηλό αξίωμα. Ενώ είχαν υπογράψει συμβόλαιο ότι θα παίρνει 750 ευρώ τον μήνα, εκείνη της έδινε πολύ λιγότερα. Η υπάλληλος έφτασε να έχει μαζέψει χρωστούμενα 17.000 ευρώ ενώ στο τέλος δέχθηκε επίθεση μετά από πρωτοβουλία της να ζητήσει όσα πρέπει. Ο θύτης στην προκειμένη περίπτωση απολαμβάνει διπλωματική ασυλία λόγω της θέσης του.

Ρίξτε μια ματιά και στο χώρο των Μέσων Ενημέρωσης, σ’ αυτόν που κινούνται οι Έλληνες εκδότες-επιχειρηματίες, τα παραδείγματα των οποίων είναι ασύλληπτα πολλά μονάχα τη χρονιά που πέρασε. To Noέμβριο του ’13 ένας κρίθηκε ένοχος για μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο, ύψους 208.000 ευρώ ενώ του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών ετών με αναστολή. Ένας άλλος, πρώην εκδότης, τη μία παρουσιαζόταν με δική του πρωτοβουλία στην Ασφάλεια για τα χρέη που είχε και την άλλη αφηνόταν ελεύθερος. Την τρίτη με πόνο και φανερή θλίψη αφηγούνταν από τους τηλεοπτικούς δέκτες τα βάσανα του στο κοινό ενώ λίγο έλειψε να γίνει και έρανος για τα βάρη του. Οι εν λόγω κύριοι οφείλουν πολλά και το θέμα είναι πως ποτέ δεν θα δώσουν αυτά που στην πραγματικότητα χρωστάνε.

Η πηγή όμως του κακού δεν είναι οι Έλληνες εκδότες και μόνο. Είναι κι ολόκληρος ντουνιάς επιχειρηματιών, οι οποίοι δρουν και αντιδρούν τη δύσκολη στιγμή με μαθηματική ακρίβεια και προμελετημένο σε όλα τα επίπεδα σχέδιο. Με υψηλά τα νούμερα των χρεών τους προς τους ιδιώτες και το Δημόσιο απευθύνονται στη Δικαιοσύνη, κάνοντας αίτηση για να κηρυχθεί η επιχείρησή τους σε καθεστώς πτώχευσης, την ώρα που οι απλήρωτοι υπάλληλοι τους φτιάχνουν στρατιές. Ναι σαφώς, οι εργαζόμενοι δια της νομικής οδού θα διεκδικήσουν τα δεδουλευμένα τους, η δίκη όμως ίσως να αναβληθεί κι αν είναι να γίνει το αποτέλεσμα θα είναι μηδενικό. Κι ακόμα κι αν ο δικαστής κρίνει ένοχο τον επιχειρηματία, αυτό θα μείνει μόνο στα χαρτιά, διότι ο άμοιρος κατηγορούμενος δεν θα έχει να πληρώσει όσα χρωστά στους εργαζόμενους. Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη κύριοι;

Και το κουτί της Πανδώρας διογκώνεται και παίρνει σάρκα και οστά στην καθημερινότητά μας. Ασύλληπτοι επιχειρηματίες, επώνυμοι στο απυρόβλητο και ασυλία άνευ όροις καταρρακώνει όχι μόνο το επίπεδο της οικονομίας αλλά και αυτό των αξιών, της πίστης στη δικαιοσύνη, την ισότητα, την αντιμετώπιση επί ίσοις όροις. Όπως ο νόμος δεν συλλαμβάνει αυτούς, έτσι κι ο ανθρώπινος νους πως αυτοί θα παραμείνουν ελεύθεροι κι οι υπάλληλοί τους δέσμιοι των δεινών που εκείνοι τους προκάλεσαν. Ασυλία επωνύμων το λένε. Αυτά είπε και ο γενικός επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης πρόσφατα στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, Λ. Ρακιντζής, όπου κλήθηκε να εξηγήσει το περιεχόμενο της πρόσφατης έκθεσής του για το 2013. “Διακριτική μεταχείριση επωνύμων”, “έκδοση βουλευμάτων που απαλλάσσουν τους επώνυμους κατηγορούμενους”, “βραδύτητα στην απονομή της Δικαιοσύνης”, “ανεπάρκεια των δικαστηρίων να επιβάλουν τον νόμο, κυρίως στα οικονομικά εγκλήματα” και, επιπλέον, “νομοθετικές ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν ad hoc για να επιτρέψουν ή να καλύψουν διεφθαρμένες συμπεριφορές”. Τα είπε. Θα τον ακούσει κανείς; Δυσπιστώ. Κι αν είσαι απ’ αυτούς που περιμένεις πως το ελληνικό κράτος θα σε διαφυλάξει, σε ζηλεύω. Στο λέω.