Τέλος κι αρχή

 

Του Νίκου Πλατιά

‘midnight killing’

Η Ισμήνη ασάλευτη, κοιτάει αρκετή ώρα την κούπα με τον καφέ της. Έχει ξημερώσει για τα καλά. Κοντοστέκεται στην έκφραση. «Για τα καλά». Χαμογελάει. Για καλό ή για κακό πάντως ξημέρωσε πάλι. Σήμερα δεν θα ανοίξει την τηλεόραση καθώς θα ετοιμάζεται για τη δουλειά. Δεν θέλει φασαρία τεχνητή. «-Ούτε μουσική ακόμα». Ξύπνησε με παράξενη διάθεση. Ίσως μελαγχολία. Δεν είναι σίγουρη. Δεν θα το ψάξει. «-Όχι τώρα». Θέλει να απολαύσει την αίσθηση ότι έχει πατήσει το slow motion και κέρδισε άλλη μια ευκαιρία.

Άλλη μια μέρα. Θα της πάρει ακριβώς μισή ώρα να ετοιμαστεί. Χρόνια εκπαίδευσης. Μισή ώρα βρέξει χιονίσει. Στα μισά, έχει μετανιώσει για τη μουσική. Αλλά είναι αναποφάσιστη. Θέλει χαμηλά τους χτύπους. Κάτι να της θυμίζει το κύμα. Δεν θα κάνει κίνηση. Ξέρει ότι το κύμα θα σκάσει στην εξώπορτα. Και δεν είναι έτοιμη ακόμα να αφήσει αυτή την αίσθηση να πεθάνει. Προτιμά πάντα να τραβάει πρώτη τη σκανδάλη. Σιχαίνεται το μακροσκελές τέλος. Το τέλος πρέπει να είναι σύντομο όσο μια ανάσα. Ίσως και λιγότερο. Μία κι έξω. Όπως βγαίνει απ’ το σπίτι. Με ένα σύντομο και δυνατό κλείσιμο της πόρτας.

Κλειδιά μέσα. Κλειδιά έξω. Του αυτοκινήτου. Αν μετρούσε αυτό το άνοιξε – κλείσε της κάθε μέρας θα τρελαινόταν μάλλον. Κάθε κλείσιμο ένα τέλος. Κάθε άνοιγμα μια αρχή. Δεν θα το ρισκάρει. Κλειδί στη μίζα. Το ράδιο εκπέμπει αυτόματα. Το κλείνει. Δεν είναι έτοιμη για ανοησίες ακόμα. Λατρεύει την ευαισθησία. Σιχαίνεται το κλάμα. Το εξωστρεφές. Όλα τα είδη της μουσικής έχουν και τραγούδια τέτοια. Άλλοι το λένε καψούρα. Άλλοι το λένε πόνο. Η Ισμήνη είχε πάντα το κλάμα ως όριο. Ότι πρεσβεύει κλάμα απορρίπτεται. Ότι φανερώνει ευαισθησία αποκτά αστερίσκο. «-Η ευαισθησία δεν υπάρχει σε όλα τα είδη της μουσικής». Συχνά πυκνά αναρωτιέται αν αυτή η διαπίστωση της επιβεβαιώνει το ότι μεγάλωσε. Βάζει cd. ‘Midnight killing’. «-Ότι πρέπει για καλημέρα». Χαμογελά.

«-Να κι άλλο όριο». Η ηλικία. Η Ισμήνη λέει πως παλιώνει όσο εξασκείται στην ευαισθησία. Η μάνα της, απλώς πως μεγάλωσε. Πως το βάρος των χρόνων φαίνεται στο πόσο συχνά νιώθεις ευάλωτος. Η Ισμήνη πάντα ένιωθε ευάλωτη. Αλλά δεν το έδειξε ποτέ. Έμαθε να ζει με αυτό. Το θεωρεί προνόμιο. Δεν ζήτησε ποτέ να αισθανθεί κυρίαρχη και άφθαρτη. Οι γύρω της την θεωρούν απροσπέλαστη. «-Οι άλλοι κλαίνε διαρκώς». Θυμώνει. Θα’ θελε οι άνθρωποι να υπερασπιστούν με αξιοπρέπεια την ευαισθησία. Παρατηρεί με απογοήτευση πως όσο περνούν τα χρόνια, οι άνθρωποι μπροστά στο κτήνος προβάλουν το κλάμα. «-Είναι σαν να λένε ‘έλα να με φας’». Θυμώνει.

Η Ισμήνη ένιωθε πάντα μόνη. Έμαθε να ζει με αυτό. Το θεωρεί προνόμιο. Δεν πιστεύει στην μοίρα. Δεν την τρομάζει να μην προορίζεται για κάτι σπουδαίο. Δική της επιλογή το σπουδαίο. Δική της η χαρά. Έτσι βλέπει τους πολλούς. Τρομαγμένους. Μην τυχόν και δεν υπάρχει κάποιο σχέδιο για όσα ζουν. «-Και τι θα κάνουν αν αυτό είναι το σχέδιο? Να μην βρίσκουν όσο καρτερούν?». Οι άνθρωποι φοβούνται πως δεν θα βρίσκουν πια. Η Ισμήνη δεν φοβάται. Παλιώνει. Η μάνα της έχει δίκιο. Η μάνα της μεγάλωσε. Από φόβο….