Το τελευταίο standing ovation για τον Σάρας

Επιμέλεια: Νίκος Γκέκας, Δημήτρης Σκούφος

O όρος standing ovation στα ελληνικά σημαίνει μόνιμη επευφημία. Είναι εκείνο το παρατεταμένο χειροκρότημα που κάνει κάποιος όρθιος από σεβασμό σε κάποιον που του προσέφερε κάτι το ξεχωριστό. Μία κίνηση, μία ενέργεια, μία εμφάνιση που προξένησε στον θεατή δέος, τον πλημμύρισε με συναισθήματα και τον έκανε να… ονειρευτεί!

«Μα πως σε κάνει ένας αθλητής να ονειρευτείς; Είναι δυνατόν να σου προκαλέσει τέτοια συναισθήματα ένας μπασκετμπολίστας;» θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος που βλέπει τον αθλητισμό μέσα από ένα περισσότερο κυνικό πρίσμα και η αλήθεια είναι πως η απάντηση δεν είναι εύκολη.

Βλέπετε δεν μπορούν να σε κάνουν όλοι οι αθλητές να ονειρευτείς, δεν μπορούν να σου προξενήσουν όλοι δέος, δεν μπορούν όλοι να σε «πορώσουν». Είναι όμως και κάποιοι που μπορούν. Είναι αυτοί που έχουν γεννηθεί με αυτό το «μαγικό χάρισμα» μέσα τους! Δεν ξέρω αν φταίνε τα άστρα, η τύχη ή απλά το DNA όμως κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται για να γράψουν ιστορία!

Σε αυτή λοιπόν, την κατηγορία παικτών άνηκε και ο Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, ο «τρελοΣάρας» όπως τον φώναζαν οι φίλοι. Γεννημένος στο Κάουνας μία μέρα του Μαρτίου του 1976, ο Γιασικεβίτσιους έδειξε από μικρός τις ηγετικές του ικανότητες. Ικανότητες που πολύ σύντομα τον οδήγησαν στα κορυφαία ευρωπαϊκά κλαμπ και του χάρισαν αμέτρητους τίτλους.

Ο «Σάρας» μεταξύ άλλων αγωνίστηκε στις  Μπαρτσελόνα, Παναθηναϊκό, Μακάμπι Τελ Αβίβ και Ουόριορς, ενώ κατέκτησε 19 τίτλους  σε διασυλλογικό επίπεδο (εκ των οποίων οι 4 ήταν πρωταθλήματα Ευρώπης) και άλλα τρία μετάλλια σε εθνικό (χρυσό μετάλλιο και χάλκινο σε Πανευρωπαϊκά πρωταθλήματα και χάλκινο σε Ολυμπιακούς).

Πέρα από τις ομαδικές διακρίσεις, ο Γιασικεβίτσιους είχε και αμέτρητες προσωπικές διακρίσεις, όπως κάθε μεγάλος βιρτουόζος του αθλητισμού, αλλά νομίζουμε ότι δεν είναι επί του παρόντος να τις αναφέρουμε. Όχι, επειδή δεν θέλουμε, αλλά επειδή ο αθλητισμός και κατά συνέπεια το μπάσκετ είναι συναισθήματα και όχι στείρα καταμέτρηση τίτλων και αριθμών. Τα επιτεύγματα του «Σάρας» μπορείτε να τα βρείτε πανεύκολα στη Wikipedia, εμείς όμως, θέλουμε να αναφερθούμε στα συναισθήματα και στα βιώματα που είχαμε με τον «Σάρας». Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτό που θα μας κάνει να αφηγούμαστε τον μύθο του τρελοΛιθουανού στους νεότερους είναι τα συναισθήματα που μας προξένησαν οι στιγμές μαγείας και μεγαλείου που τόσο απλόχερα μας προσέφερε!

 

Ας ξεκινήσει λοιπόν, το τελευταίο standing για τον Σάρας με το Δημήτρη!

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ημέρα που διάβασα για τον ερχομό του στον Παναθηναϊκό. Χαιρόμουν τόσο πολύ σα να πρόκειται για δικό μου άνθρωπο. Ίσως ήταν και το όλο παρασκήνιο που τον ήθελε να έχει κλείσει στον Ολυμπιακό, αλλά ένα ωραίο βράδυ να ανακοινώνεται από τον «αιώνιο» αντίπαλο.

Φτάνοντας σε μία τέτοια ηλικία (38 ετών) ξέρεις ότι κάποια στιγμή θα σταματήσεις. Δεν θα αντέχουν τα πόδια σου, το μυαλό σου δεν θα υπακούει στις εντολές, το pick ‘n’ roll δεν θα είναι πια το ίδιο. Ναι, θα έρθει κι αυτή η ημέρα που δεν θα μπορείς να βγάλεις στο παρκέ την σπιρτάδα που έβγαζες επί  15 χρόνια και βάλε. Όλα τα παραπάνω μπορεί να ίσχυαν για έναν οποιοδήποτε παίκτη, αλλά όχι για τον Σάρας. Γιατί ξέρεις ότι μπορούσε ακόμα λίγο, ακόμα λίγο, ρε παιδί μου. Μα στα 39, μα στα 40, θα έκανε ένα «τρελό» σουτ από αυτά που μόνο αυτός μπορούσε να πάρει και ήξερε πως θα καταλήξουν στο καλάθι. Θα έστηνε άριστα ένα pick ‘n’ roll, από αυτά που ζούσε, από αυτά που διδάσκονταν σε σεμινάρια προπονητικής. Αυτά τα pick ‘n’ roll που έδωσαν ζωή στον Παναθηναϊκό, στην Μακάμπι, στην Μπαρτσελόνα, στην εθνική Λιθουανίας.

Ήταν τέτοια η ευφορία μου όταν άκουσα πως θα ντυθεί στα «πράσινα». Ήξερα ότι μετά το πέρας της παρουσίας του στην ομάδα θα συγκαταλέγεται δικαίως δίπλα στους Μποντιρόγκα και Ουίλκινς. Και μιλώ για τους ξένους πάντα, γιατί πως θα μπορούσα να λησμονήσω την τριπλέτα του 2009 με τον Σάρας, τον Διαμαντίδη και τον Σπανούλη, στην –ίσως- πιο πληρέστερη ομάδα του Παναθηναϊκού στην ιστορία. Σαν τώρα θυμάμαι τις συνεργασίες του με Τσαρτσαρή, Μπατίστ και Πέκοβιτς. Τις no looking πάσες του που καμιά φορά ήταν πολύ έξυπνες για να κατανοηθούν. Τις πάσες πίσω από την πλάτη, όπως αυτή στον Μπατίστ στο ματς με την Σιένα το 2009. Τις έντονες διαμαρτυρίες του στους διαιτητές. Αυτή η γκρίνια ήταν που τον χαρακτήριζε εντός γηπέδου. Η γκρίνια που έδειχνε πάθος. Η γκρίνια που έδειχνε προπονητικό αίμα στις φλέβες.

Τον θυμάμαι πίσω από τον πάγκο να δίνει οδηγίες στους συμπαίκτες του, χωρίς να τον ενδιαφέρει και τόσο που μπροστά του είχε τον Ομπράντοβιτς. Τον θυμάμαι να σηκώνει το ευρωπαϊκό το 2009 σαν μικρό παιδί. Θυμάμαι την επική εικόνα να πανηγυρίζει με τον «Ζοτς» μετά από την κατάκτηση της Ευρωλίγκας. Θυμάμαι τα «όργια» που έκανε με την υπερηχητική ομάδα της Μακάμπι την διετία 2003-2005. Τον θυμάμαι να πωρώνει άγρια τους φίλους του Παναθηναϊκού και να λατρεύεται. Ήταν κάτι που έκανε από καρδιάς, όχι επίτηδες για να «κερδίσει» κάποιον. Το συνώνυμο του πάθους και του μπασκετικού IQ. Θυμάμαι πολλά, αλλά καλύτερα να αφήσω την εικόνα και το βίντεο να κάνουν την δουλειά τους. Γιατί στο κάτω-κάτω ο Σάρας μαζί με μερικούς άλλους απαρτίζουν την έννοια του μπάσκετ όπως αυτό θέλουμε να είναι: Όμορφες ιστορίες.

 

 

 

 

Αφού ο Δημήτρης σας διηγήθηκε τις αναμνήσεις και τα όνειρα του με τον “Σάρας” ήρθε η ώρα του Νίκου…

Τον “τρελοΣάρας” ο περισσότερος κόσμος στην Ελλάδα τον έμαθε από το πέρασμα του στον Παναθηναϊκό, όμως κατά την ταπεινή μου άποψη τα καλά του “μαγικά” τα έκανε νωρίτερα στη Μπαρτσελόνα και κυρίως στη Μακάμπι και την εθνική Λιθουανίας.

Η στιγμή που έχει μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη μου τοποθετείται χρονικά λίγους μήνες πριν τους Ολυμπιακούς της Αθήνας, τότε που η Μακάμπι συνέτριβε στον τελικό του φάιναλ φορ  τη Σκίπερ Μπολόνια με το εξωπραγματικό 118-74 και ο Γιασικεβίτσιους έμοιαζε από άλλον πλανήτη. Αν δεν με πιστεύετε μπορείτε να ρωτήσετε 200.000 οπαδούς της “ομάδας του λαού” που είχαν κάνει το όνομα του τραγούδι εκείνο το βράδυ! Χρόνια αργότερα ο “Σάρας” θα πει για την Μακαμπι της διετίας 2004-05Ήμασταν οικογένεια και διασκεδάζαμε τα παιχνίδια περισσότερο από οτιδηποτε άλλο“.

 

 

Η δεύτερη μεγάλη στιγμή του Γιασικεβίτσιους που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι η εμφάνιση του στον τελικό της Ευρωλίγκας το 2003. Η Μπαρτσελόνα μετά από 9 χαμένους τελικούς, ήθελε να βάλει τέλος στην κατάρα που την ακολουθούσε και η κοινή παρουσία των Σάρας και Μποντιρόγκα στη Βαρκελώνη της έδινε την ποιότητα που χρειαζόταν για να το καταφέρει. Ο Γιασικεβίτσιους έκανε το “θαύμα” του, οι “μπλαουγκράνα” νίκησαν τη Μπενετόν με 76-65 και οι οπαδοί τους έκλαιγαν στη κερκίδα σαν μικρά παιδιά!

 

 

Σίγουρα στις μεγάλες στιγμές του Γιασικεβίτσιους μπορούμε να βάλουμε το χρυσό μετάλλιο με τη Λιθουανία το 2003 και το πρωτάθλημα Ευρώπης με τον Παναθηναϊκό το 2009, όμως για να είμαι ειλικρινής σε αυτές τις περιπτώσεις δεν βίωσα με την ίδια ένταση τα συναισθήματα που είχα αισθανθεί στους τελικούς της Ευρωλίγκας με Μακάμπι και Μπαρτσελόνα. Στις 2 αυτές στιγμές που σας ανέφερα, είχα “ονειρευτεί” με τον Σάρας και αυτό είναι κάτι το μοναδικό που ελάχιστοι παίκτες μου το έχουν προσφέρει.

Επιτρέψτε μου να κλείσω αυτό το αφιέρωμα με τον τρόπο που αρμόζει στον Σάρας και σε όσα μας προσέφερε.

Ο ήρωας των εφηβικών μας χρόνων, Σαρούνας Γιασικεβίτσιους σταμάτησε το μπάσκετ. Δυστυχώς δεν θα ξαναδούμε τον “τρελοΣάρας” να κάνει τα μαγικά του με τη σπυριάρα και να “πλακώνεται” με τους “γκρι”, δεν θα τον ξαναδούμε να πορώνεται για ένα κλέψιμο και να κάνει κατάθεση ψυχής στο παρκέ σαν να μην υπάρχει αύριο.

Ο Σάρας αποσύρθηκε και μια ολόκληρη γενιά που τον λάτρεψε, έφτασε αισίως τα 25 και ας τον θυμόμαστε στο φάιναλ φορ του 2003 σαν να ήταν χθες. Υποχρέωση μας σε 10 χρόνια να λέμε για τον μύθο του στους νεότερους και η αφήγηση να ξεκινάει κάπως έτσι: “Ο “Σάρας” ήταν ο αθλητής που μία νύχτα Μαϊου 200.000 φίλαθλοι είχαν μετατρέψει το όνομα του σε σύνθημα στο Τελ Αβίβ“.