Κωνσταντίνα Κούνεβα: “H αλληλεγγύη, το μόνο μέσο επιβίωσης”

-Προέρχεστε από μια χώρα ταλαιπωρημένη τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’80 και την αλλαγή του ’89 φτάνουμε μέχρι το πολιτικό αδιέξοδο της περσινής χρονιάς. Πώς βιώσατε όλη αυτή την κατάσταση όσο βρισκόσασταν εκεί; Περιγράψετε μου την εμπειρία από μέσα.

Θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο βιβλίο για να περιγράψει κανείς τα προσωπικά του βιώματα. Το καθεστώς κατέρρευσε το 1989, αλλά το σύστημα της κρατικής οικονομίας είχε καταρρεύσει πολλά χρόνια πριν, και εμεις το ζούσαμε αυτό. Ο καθένας έπρεπε να βρει τρόπο να συμπληρώνει το εισόδημά του. Η μητέρα μου έραβε παπλώματα και μαζί με τον πατέρα μου καλλιεργούσαν λίγα πράγματα στο χωριό για να εξασφαλίζουμε τροφή. Το χωριό έσωσε πολύ κόσμο. Αλλά όταν το ’89 κορυφώθηκε η κρίση κι αδειάσανε τα ράφια των σούπερ μάρκετ, αντιμετωπίσαμε και πρόβλημα πείνας στην κυριολεξία. Ήμουν φοιτήτρια, τα κουπόνια σίτισης μας ήταν άχρηστα κι όσο δεν υπήρχε κανένα δέμα από την οικογένεια ή από συμφοιτητή, έπρεπε να επιβιώσω με καψαλισμένο ψωμί και τσάι. Αλλά είχαμε αλληλεγγύη μεταξύ μας, κι αυτό μας έσωζε. Αργότερα, όταν το σύστημα της αγοράς επικράτησε κι άρχισε να γίνεται ορατός ο διαχωρισμός πλούσιων και φτωχών, αυτή η αλληλεγγύη χάθηκε σιγά σιγά. Οι νεότεροι μετανάστευσαν, η Σιλίστρα, η ιδιαίτερη πατρίδα μου, είχε κάποτε πάνω από 86.000 κατοίκους, σήμερα έχει 10.000. Η χώρα άλλαξε τραγικά, κανείς από όσους πανηγύριζαν την πτώση του καθεστώτος το 1989 δεν είχε στο νου του αυτό που έγινε. Γι’ αυτό, όταν πέρσι το καλοκαίρι είδα τόσες χιλιάδες Βουλγάρους στους δρόμους, εξεγερμένους κατά των μονοπωλίων στην ενέργεια χάρηκα, βλέποντας ότι η συλλογικότητα και η αλληλεγγύη είναι ζωντανές.

-Δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν κατά καιρούς μιλήσει για “βουλγαροποίηση” της ελληνικής κοινωνίας δεδομένων των εξελίξεων που λαμβάνουν χώρα τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. (ανεργία, σμίκρυνση κατώτατου μισθού, φτωχοποίηση κτλ.) Σίγουρα υπάρχουν αναλογίες, κατά πόσο όμως είναι δόκιμη η σύγκριση;

Κάθε χώρα είναι μοναδική περίπτωση. Αλλά νομίζω ότι εδώ και 25 χρόνια, ξεκινώντας από τις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, και φτάνοντας στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες των μνημονίων, διαπιστώνουμε ότι επικρατεί ένας επικίνδυνος κανόνας: κάθε αλλαγή που γίνεται για να αντιμετωπιστεί μια κρίση, για να μεταρρυθμιστεί το κράτος της και οι θεσμοί μιας χώρας ή για να δανειοδοτηθεί, γίνεται εις βάρος των εργαζόμενων και των φτωχότερων. Είδατε καμία μεταρρύθμιση να προβλέπει αυξήσεις μισθών, διεύρυνση δικαιωμάτων, βελτίωση της εργατικής νομοθεσίας; Όχι. Δεν ξέρω αν αυτόν τον επικίνδυνο κανόνα πρέπει να τον ονομάσουμε «βουλγαροποίηση», «κινεζοποίηση». Ίσως κι αυτοί οι όροι πρέπει να αποφεύγονται, έχουν κάτι υποτιμητικό για τους πολίτες κάθε χώρας. Ας τον πούμε κανόνα της εξαθλίωσης. Το θέμα είναι να τον ανατρέψουμε, να τον διαψεύσουμε αυτόν τον κανόνα.

-Ποια η γνώμη σας αφενός για το συνδικαλιστικό κίνημα αυτή την ώρα στην Ελλάδα και αφετέρου για το γεγονός πως αυτό εκλείπει από αρκετούς χώρους εργασίας την πιο κρίσιμη για τα εργασιακά στιγμή;

Το συνδικαλιστικό κίνημα ήταν και θύτης και θύμα σ’ αυτήν την κρίση. Τα συνδικάτα είναι αδύναμα, τα έχουν εγκαταλείψει οι εργαζόμενοι, αλλά γι’ αυτό δεν φταίει μόνο ο φόβος και η τρομοκρατία που ασκούν οι εργοδότες. Φταίνε κι οι ηγεσίες των συνδικάτων, που πολλές φορές εμφανίζονται σαν μια ακόμη εξουσία μπροστά στον εργαζόμενο, και από την ασφάλεια των γραφείων τους του ζητάνε: «και τώρα, κάνε μια απεργία» ή «μην κάνεις τίποτα, θα αναλάβουμε εμείς». Από το ένα άκρο, στο άλλο. Υπάρχουν πολλά που πρέπει να αλλάξουν στα συνδικάτα, πολλά που πρέπει να γίνουν από το μηδέν. Πρέπει να κάνουμε τη δική μας ριζική συνδικαλιστική μεταρρύθμιση. Αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε από τη μια στιγμή στην άλλη τις δομές που υπάρχουν, με τις αναπηρίες τους. Πρέπει να χτίσουμε πάνω σ’ αυτές.

-Επιμένω στα εργασιακά καθώς αποτελούν μελανό σημείο που όσο παραμένει άλυτο, προοπτικές δεν θα υπάρχουν. Το όνομα σας είναι συνώνυμο της πάλης κατά της εργοδοτικής αυθαιρεσίας. Ο εργαζόμενος τη δεδομένη στιγμή ωστόσο υφίσταται τις συνέπειες αυτής της κατάστασης σε πολύ έντονο βαθμό. Πώς θα αντιμετωπιστεί το φαινόμενο;

Υπάρχουν δυο πράγματα που πρέπει να γίνουν. Πρώτον, πρέπει να παλέψουμε να καταργηθούν όλοι οι νόμοι που αδυνατίζουν τη θέση του εργαζόμενου μπροστά στην αυθαιρεσία του εργοδότη. Και τέτοιοι νόμοι ψηφίστηκαν πολλοί τα χρόνια των μνημονίων. Και δεύτερο, να βοηθήσουμε τους εργαζόμενους να ξεπεράσουν τον φόβο, να τους δώσουμε αυτοπεποίθηση να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους, να στηρίξουμε όσους αγώνες είναι σε εξέλιξη να πετύχουν έστω μερικές μικρές, συμβολικές νίκες.

-To σύστημα της Ενωμένης Ευρώπης έτσι όπως έχει διαμορφωθεί αυτή την ώρα, δεδομένης και της πολιτικής της λιτότητας, με βάση το δόγμα κάποιων, ικανοποιεί το αίσθημα της ασφάλειας. Από την άλλη κατά μία έννοια υπονομεύει το αίσθημα της ελευθερίας. Κατά πόσο αναιρεί το ένα το άλλο;

Τι είδους ασφάλεια μπορεί να υπάρχει στη λιτότητα ή στην αποδυνάμωση της εργατικής νομοθεσίας; Δεν το καταλαβαίνω. Σε ποιον δίνει ασφάλεια το δικαίωμα του εργοδότη να απολύει με ελάχιστο κόστος όποιον θέλει, όποτε θέλει; Τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη θυσιάζονται πολλές ελευθερίες στο όνομα της ασφάλειας, ιδιαίτερα η ελευθερία της διαπραγμάτευσης των μισθών και των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Αλλά η ανεργία έχει φτάσει σε ιστορικό ρεκόρ και έχει κάνει όλους, εργαζόμενους και ανέργους, να ζουν στην ανασφάλεια. Το δίλημμα μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας είναι ψεύτικο, παραπλανητικό.

-“Προμηθεύσου γνώση, παγωμένε!/ Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν’ ένα όπλο. /Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία”, ένας στίχος του Μπρεχτ που απ’ ότι έμαθα ενστερνίζεστε. Πώς το αντιλαμβάνεστε; Πώς ο πεινασμένος θα πάρει την εξουσία στα χέρια του;

Ο Μπρεχτ μας λέει κάτι πολύ απλό, που ταυτόχρονα είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο. Η γνώση είναι δύναμη, και δεν πρέπει να είναι μονοπώλιο των ισχυρών, αυτών που ελέγχουν την εξουσία. Είναι απλό, γιατί εδώ και δεκαετίες το καταλαβαίνουν οι φτωχές οικογένειες που θυσιάζουν πολλά για να μορφώσουν τα παιδιά τους. Κι είναι ταυτόχρονα το πιο δύσκολο πράγμα, γιατί οι ισχυροί, οι άνθρωποι που ελέγχουν τον πλούτο, έχουν πάντα ένα μεγάλο προβάδισμα στη γνώση, ιδιαίτερα την καινούργια γνώση, που φροντίζουν να την ελέγχουν. Οι μεγάλες πολυεθνικές, τα μονοπώλια δεν έχουν κανένα πρόβλημα ακόμη και να αμείψουν με πολλά χρήματα τα ταλαντούχα παιδιά των φτωχών στρωμάτων, τα μορφωμένα παιδιά των «πεινασμένων». Αλλά θα πάρουν τη γνώση τους μόνο για δικό του όφελος, όχι για το σύνολο.

-H συμμετοχή σας στο ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ ανατρέπει τα έως τώρα δεδομένα ενώ πολλοί σχολιάζουν πως η φωνή του “απλού, φτωχού πολίτη” πλέον θα ακουστεί. Η αλήθεια είναι πως η εκλογή σας έγινε σε μια περίοδο που όντως η δυσαρέσκεια των ανθρώπων προς τους επαγγελματίες πολιτικούς ήταν έντονη. Πιστεύετε πως οι πολίτες μέσω της κίνησης αυτής θα βρουν ένα όραμα να σας ακολουθήσουν, μια ελπίδα για τη ζωή που αξίζουν και θέλουν να πάρουν πίσω;

Μάλλον είναι όπως τα λέτε, πολλοί άνθρωποι με διάλεξαν για λόγους συμβολικούς, άλλοι γιατί πίστευαν ότι είμαι μια από αυτούς και θα τους υπερασπίσω, άλλοι γιατί ξεφεύγω από το μοντέλο του επαγγελματία πολιτικού, αν και αυτό νομίζω ότι ισχύει για τους περισσότερους από τους συνυποψήφιους στο ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά, τώρα είναι η ώρα της πράξης. Οι πολίτες πρέπει να με κρίνουν ανά πάσα στιγμή και περιμένω τις υποδείξεις τους, τη βοήθειά τους, την κριτική τους. Όλα τα μέσα που διαθέτω στις Βρυξέλλες, στο Στρασβούργο ή στην Αθήνα θα είναι στη διάθεσή τους.

-Τα τελευταία γεγονότα με τις καθαρίστριες και τη βίαιη επίθεση του αστυνομικού εναντίον της απολυμένης γυναίκας συζητήθηκαν έντονα τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Έχοντας υποστεί τη σωματική βία μέσα από την επίθεση του 2008 όπως και οι καθαρίστριες τώρα θα ήθελα να σχολιάσετε το γεγονός.

Το έχω σχολιάσει, με τη δήλωσή μου μετά την αστυνομική επίθεση. Είμαι περήφανη που είμαι μια από σας, είπα στις καθαρίστριες. Είμαι περήφανη που είμαι η «Βουλγάρα καθαρίστρια» του ευρωκοινοβουλίου. Το λέω ξανά, γιατί μερικοί χρησιμοποίησαν αυτόν ακριβώς τον χαρακτηρισμό υποτιμητικά, σαν να ήταν βρισιά. Εγώ τον ακούω σαν τίτλο τιμής.

-Κάθε μέρα νέοι αποφασίζουν να φύγουν στο εξωτερικό προκειμένου να αναζητήσουν μια αξιοπρεπή ζωή, που θα τους δίνει απολαβές αντάξιες με αυτές της εργασίας τους. Έχοντας βιώσει την εμπειρία της μετανάστευσης πώς αντιμετωπίζετε το φαινόμενο σήμερα; Τι θα συμβουλεύατε όσους προβληματίζονται για την επιλογή ανάμεσα στον οικείο τόπο και στο άγνωστο;

– Θα τους συμβούλευα να προσέξουν την επιλογή τους, διότι η μετανάστευση δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οδηγεί σε αξιοπρεπή ζωή και σε αξιοπρεπείς αμοιβές. Οι μετανάστες από τη Βουλγαρία και τις άλλες χώρες, δεν προσγειώθηκαν κατευθείαν σε έναν παράδεισο. Αντίθετα, γνώρισαν εξευτελισμούς, διακρίσεις, θανάσιμους κινδύνους. Αρκετοί, στάθηκαν στα πόδια τους, έστησαν με αξιοπρέπεια το νοικοκυριό τους στις καινούργιες πατρίδες. Αλλά το ίδιο έκαναν και πολλοί από αυτούς που έμειναν πίσω, στις πατρίδες τους. Ατομικά, λοιπόν, θα συμβούλευα τον καθένα να κάνει αυτό που νιώθει ότι είναι καλύτερο για τον εαυτό του. Συλλογικά, θα συμβούλευα τους νέους να μείνουν στην πατρίδα τους, και να προσπαθήσουν να την φτιάξουν όπως την ονειρεύονται. Μια χώρα που την εγκαταλείπει ο ανθός της, η νεολαία της, δεν έχει μέλλον.

-Μετά την επίθεση, η στήριξη που δεχτήκατε από τον κόσμο ήταν συγκινητική. Είναι η αλληλεγγύη το μέσο για έναν καλύτερο κόσμο;

Είναι το μόνο μέσο επιβίωσης σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί ο νόμος της σκληρότητας και του ατομισμού. Άλλωστε, οι κοινωνίες από τα πανάρχαια χρόνια συγκροτήθηκαν ακριβώς πάνω σ’ αυτή την αλληλεγγύη. Αλλιώς έχουμε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων. Είναι η συνταγή καταστροφής του ανθρώπινου είδους.