Ένα νέο «Μαρακανάζο» για τους Βραζιλιάνους

Το 1950 μια ολόκληρη Βραζιλία βυθίστηκε στην θλίψη. Άνθρωποι αυτοκτονούσαν μην αντέχοντας αυτό που συνέβη. Η σιγουριά για τη νίκη, η υποτίμηση του αντιπάλου, τα πανηγυρικά πρωτοσέλιδα πριν καν διεξαχθεί το ματς ξεπερνούσαν την κοινή λογική και επιβεβαίωσαν για ακόμα μία φορά το ότι όταν δεν σέβεσαι και δεν υπολογίζεις αυτόν που έχεις απέναντί σου, θα την πατήσεις. Ήταν 16 Ιουλίου όταν η Ουρουγουάη σίγησε ένα κατάμεστο «Μαρακανά» και έριξε την «σελεσάο» στα τάρταρα.

Το περίφημο «Μαρακανάζο», όπως ονομάστηκε η «τραγωδία», η αποτυχία αν θέλετε της Βραζιλίας να κατακτήσει το Μουντιάλ μέσα στην χώρα της, ήρθε να διαδεχτεί ένα νέο «ναυάγιο», μια νέα «ντροπή» για τους βραζιλιάνους που είδαν την εθνική τους ομάδα να ταπεινώνεται και να σκορπίζεται από την Γερμανία στο πλαίσιο των ημιτελικών του φετινού Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το στάδιο «Μινεϊράο» έζησε τις δικές του τραγικές στιγμές μαζί με όλο τον φίλαθλο κόσμο στην Βραζιλία. Το «Μινεϊράζο», όπως γράφτηκε, συγκρίνεται με αυτό που συνέβη το 1950. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι δεν είχαμε τα ίδια τραγικά αποτελέσματα με τότε, με ανθρώπους να πηδούν από τις κερκίδες του γηπέδου και από τα μπαλκόνια των σπιτιών τους, αυτή η «εθνική ντροπή, η ντροπή των ντροπών» όπως γράφτηκε στα Μέσα της Βραζιλίας πόνεσε ακόμα περισσότερο τη χώρα που μετά από μία μέρα είδε και την Αργεντινή να περνά στον τελικό που θα γίνει μέσα στο στάδιο που αντιπροσωπεύει ένα ολόκληρο έθνος.

Η προχθεσινή ήττα με 7-1 από τους Γερμανούς είναι αμφίβολο αν θα ξεχαστεί ποτέ από τους Βραζιλιάνους. Και γενικότερα ο συγκεκριμένος ημιτελικός θα μείνει στην ιστορία, γιατί πολύ απλά άλλαξε την ιστορία του ποδοσφαίρου, δημιούργησε ένα νέο μύθο. Ένα μύθο που ζήσαμε και θα έχουμε να λέμε στους μικρότερους όταν εμείς, πια, γεράσουμε. Ένας αγώνας που το αποτέλεσμά του θα μνημονεύεται ως το πιο εκπληκτικό και μη αναμενόμενο στην ιστορία των Μουντιάλ. Ένα αποτέλεσμα που συγκλόνισε την Βραζιλία και το κατά τ’ άλλα μετριότατο σύνολο του Φελίπε Σκολάρι. Το ματς στο «Μινεϊράο» έθεσε νέους όρους στο ποδόσφαιρο, στην ιδιοσυγκρασία του. Ένας λαός έτοιμος να πανηγυρίσει μια πρόκριση σε τελικό στην ίδια του την πατρίδα, αλλά να μένει σιωπηλός και σοκαρισμένος από μια απίστευτη Γερμανία.

Κάτι παρόμοιο διαβάσαμε, είδαμε σε στιγμιότυπα, αναλύσαμε, σχετικά με το «Μαρακανάζο» την 16η του Ιούλη πριν 64 χρόνια. Στην πρώτη της συμμετοχή σε τελικό Παγκόσμιου Κυπέλλου η Βραζιλία υπό τις οδηγίες του τεχνικού Φλάβιο Κόστα και με ποδοσφαιριστές όπως οι Φριάσα, Ζιζίνιο, Αντεμίρ, Ζαϊρ και Τσίκο ευελπιστούσε να κατακτήσει το τρόπαιο και μάλιστα στην χώρα της. Σε μια διοργάνωση όπου δεν υπήρχαν νοκ άουτ παιχνίδια, παρά μόνο όμιλοι (σαν ένα μίνι πρωτάθλημα ανάμεσα στις ομάδες), η «σελεσάο» έφτασε στο τελευταίο παιχνίδι να αντιμετωπίζει την Ουρουγουάη, ψάχνοντας ακόμα και έναν βαθμό για να πάρει το «στέμμα». Και παρά το ότι η Βραζιλία μπήκε μπροστά στο σκορ στο 47’ με γκολ του Φριάσα, αυτό που θα επακολουθούσε δεν το είχε φανταστεί κανείς (ίσως κάποιοι Ουρουγουανοί μόνο).

Ένα «Μαρακανά» ασφυκτικά γεμάτο (πάνω από 200.000 θεατές παρακολούθησαν  τον αγώνα και μετά βίας οι 100 ήταν Ουρουγουανοί) παραληρούσε για κάτι που είχε σίγουρο αρκετές μέρες πριν τον τελικό και επιβεβαιωνόταν μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Μέχρι εκεί όμως. Ο Ομπντούλιο Βαρέλα, ο εμβληματικός αρχηγός της «σελέστε» έδωσε το έναυσμα της αντεπίθεσης και την έναρξη της «τραγωδίας» για την χώρα του «καφέ». Σκιαφίνο και Γκίτζια ήταν οι υπαίτιοι της ανατροπής και αυτοί που ανάγκασαν ένα ολόκληρο έθνος να σιγήσει. «Αύριο θα νικήσουμε την Ουρουγουάη», έγραφε το πρωτοσέλιδο της “Gazeta Esportiva” την προηγούμενη του αγώνα. Το “Nunca mais meu Brasil” (Ποτέ πια Βραζιλία μου) έχει μείνει από τότε. Μια αντιπαραβολή της σιγουριάς των Βραζιλιάνων πριν το παιχνίδι και τον πόνο και την οδύνη που τους προκάλεσε το αποτέλεσμα αυτού. Ήθελαν να ανυψώσουν το ηθικό τους, να ξανά συστηθούν στον παγκόσμιο χάρτη μετά από μια μακρά διάρκεια διακτατορίας. Κι όμως αυτό τους τα διέλυσε όλα.

«Σε αυτή την χώρα είτε είσαι πρώτος είτε τελευταίος. Η δεύτερη θέση είναι σαν την τελευταία», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ο αναπληρωτής υπουργός αθλητισμού, Λουίς Φερνάντες. «Είχα μερικά δευτερόλεπτα για να αποφασίσω τι θα κάνω. Σούταρα και η μπάλα πήγε στα δίχτυα. Ήταν το καλύτερο γκολ που έβαλα ποτέ», είχε πει ο σκόρερ του νικητήριου τέρματος της Ουρουγουάης, Αλτσίδες Γκίτζια. «Τρεις άνθρωποι έχουν κάνει το Μαρακανά να σιγήσει. Ο Φράνκ Σινάτρα, ο Πάπας κι εγώ», είχε συμπληρώσει. Και πράγματι έτσι ήταν. Οι Βραζιλιάνοι τα έχασαν. Βρήκαν «εξιλαστήριο θύμα» στο πρόσωπο του τερματοφύλακά τους, Μοασίρ Μπαρμπόζα, ο οποίος δεχόταν το φταίξιμο για μισό αιώνα. «Η μεγαλύτερη τιμωρία στη Βραζιλία είναι 30 χρόνια φυλακή, αλλά εγώ πληρώνω για κάτι που δεν είμαι υπεύθυνος, 50 χρόνια τώρα», είχε δηλώσει ο Μπαρμπόζα που ακόμα και 40 χρόνια αργότερα τον θεωρούσαν γρουσούζη μην επιτρέποντάς του να μεταδώσει αγώνες της «σελεσάο» ή να παρακολουθήσει από κοντά προπονήσεις. Πέθανε το 2000, άγνωστο αν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει εκείνη την ήττα.


Αφιέρωμα του ESPN στον Μοασίρ Μπαρμπόζα

Όλα τα παραπάνω απεικονίζουν την «ζημιά» που μπορεί να προκαλέσει ένας αγώνας σε έναν ολόκληρο λαό. Την ίδια «ζημιά» που έζησαν οι Βραζιλιάνοι την 8η Ιουλίου, 64 χρόνια μετά το «Μαρακανάζο». Αυτή την φορά ήταν πιο εξευτελιστικό, πιο ντροπιαστικό. Μέσα στην χώρα τους με τις προσδοκίες για κατάκτηση του Μουντιάλ πολύ υψηλές, παρά την μέτρια ομάδα, διαλύθηκαν από τους προετοιμασμένους Γερμανούς, όχι μόνο αγωνιστικά, αλλά κυρίως ψυχολογικά. Μια Βραζιλία που είχε ξεφύγει από αυτό που ξέραμε ως θεαματικό ποδόσφαιρο και είχε μπει στην λογική του αποτελέσματος με κάθε τρόπο (ισχυρό παράδειγμα το ματς με την Κολομβία που οι παίκτες γύρισαν στην άμυνα από το 65’) δέχθηκε ένα ισχυρό πλήγμα που ενδεχομένως να επηρεάσει την εικόνα της στο μέλλον. Ίσως και όχι δεν τον ξέρουμε. Αλλά η χαρά του ποδοσφαίρου, τα κόλπα, οι όμορφες προσωπικές προσπάθειες χάθηκαν.


Αντιπαραβολή συναισθημάτων στο βίντεο του φωτογράφου Ντάνιελ Νίλσον

Οι παλιότεροι θα γυρίσουν πολύ πίσω για να τα βρουν. Την εποχή του Πελέ, του Σόκρατες, του Γκαρίντσα, του Ζαϊρζίνιο και πολλών άλλων. Οι νεότεροι απλά θα γυρίσουν στο 2002 ρίχνοντας μόνο μια ματιά στην ενδεκάδα του τελικού με την Γερμανία στο Μουντιάλ της Νότιας Κορέας και της Ιαπωνίας. Μάρκος, Λούσιο, Εντμίλσον, Ρόκε Ζούνιορ, Καφού, Ζιλμπέρτο Σίλβα, Κλέμπερσον, Ρομπέρτο Κάρλος, Ροναλντίνιο, Ριβάλντο, Ρονάλντο. Η τελευταία μεγάλη Βραζιλία. Αυτή θα είναι μέχρι να ξανά «γεννηθεί» η επόμενη. Γιατί μπορεί μετά το «Μαρακανάζο» η «σελεσάο» να κατέκτησε τρεις παγκόσμιους τίτλους σε 5 διοργανώσεις, ωστόσο είχε τους παίκτες να το κάνει. Τώρα τι έχει; Ένα Νεϊμάρ που παλεύει μόνος του, χωρίς να είναι και ο ίδιος κάτι εντυπωσιακό και μια άμυνα που παρά την ποιότητα του Νταβίντ Λουίζ δείχνει να αγκομαχά όταν λείπει ο αρχηγός Τιάγκο Σίλβα. Νεϊμάρ και Σίλβα δεν έπαιξαν στον ημιτελικό. Η παρουσία τους ενδεχομένως να μετρίαζε το εξευτελιστικό της υπόθεσης. Εντούτοις, δεν ξέρουμε αν θα το άλλαζε, καθώς η Γερμανία με τον Λεβ στον πάγκο είναι κλάσεις ανώτερη τουλάχιστον όσον αφορά στην τακτική και στην μελέτη του αντιπάλου.


Ο τελικός του 1950 στο «Μαρακανά»

Ο Σκολάρι τα «άκουσε» για τα καλά. Μια φανέλα του Νεϊμάρ κάηκε. Το κλάμα των ποδοσφαιριστών της Βραζιλίας αντικατόπτριζε ένα έθνος ολόκληρο. Και πάλι απέτυχαν να φτάσουν στην κορυφή του κόσμου μέσα στην πατρίδα τους. Η συντριβή αυτή ίσως είναι το ιστορικότερο αποτέλεσμα στην ιστορία των Μουντιάλ. Πιθανότατα ξεπερνά και το «Μαρακανάζο». Το 2014 πρώτα και το 1950 είναι οι ημερομηνίες που έθεσαν σε νέα βάση το ποδοσφαιρικό «είναι» των Βραζιλιάνων. Τα χρόνια που ακολούθησαν μετά το 1950 βρήκαν τις απαντήσεις. Τώρα τι θα κάνουν;