TTIP: Η Χούντα των πολυεθνικών

Του Δημήτρη Μιλάνου

Πως θα χαρακτηρίζατε το πολίτευμα σε μια χώρα όταν ο λαός έχει χάσει το δικαίωμα να νομοθετεί αλλά αντίθετα το δικαίωμα αυτό το έχουν οι επιχειρήσεις; Ποια εθνική κυριότητα μπορεί να υπάρξει όταν οι κυβερνήσεις που εκλέγονται είναι εκ των προτέρων δεσμευμένες να ακολουθούν μια συγκεκριμένη πολιτική, χωρίς την παραμικρή απόκλιση, παρά την άποψη της πλειοψηφίας και που σε αντίθετη περίπτωση δέχονται βαρύτατες κυρώσεις από διεθνή δικαστήρια ορισμένα από πολυεθνικές; Όλοι θα συμφωνήσετε πως αυτό το καθεστώς μόνο από δημοκρατία και ελευθερία δε μπορεί να διέπεται. Οι περισσότεροι θα βιαστείτε να το ταυτίσετε με κάποιο δυστοπικό διήγημα φαντασίας, ωστόσο είναι πολύ πιθανό σε ένα όχι τόσο μακρινό μέλλον η παραπάνω εικόνα να αποτελεί καθημερινότητα.

Τον Ιούνιο του 2013 η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ ξεκίνησαν ένα κύκλο συνομιλιών για την δημιουργία της Συμφωνίας Διατλαντικής Εμπορικής και Επενδυτικής Συνεργασίας (Transatlantic Trade and Investment Partnership, ΤΤΙΡ) μέσα σε ένα καθεστώς απόλυτης μυστικότητας. Είναι χαρακτηριστικό πως η επιτροπή αυτή θα ανακοινώσει τα αποτελέσματα των συζητήσεων στους λαούς της Ε.Ε. όταν αυτές φτάσουν στο τελικό στάδιο, αφού έχουν πέσει πρώτα οι υπογραφές, ενώ οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες θα είναι κάλλιστα ενημερωμένες καθ’ όλη τη διάρκεια αφού περίπου 600 στελέχη τους θα πάρουν ενεργά μέρος στις διαπραγματεύσεις. Σκοπός της συμφωνίας θα είναι η ανάπτυξη κοινής αγοράς και στις δύο όχθες του βόρειου Ατλαντικού χωρίς δασμούς στην εισαγωγή προϊόντων αλλά και στην γενικότερη εναρμόνιση όλων των χωρών που θα συμμετάσχουν με το δίκαιο του ελεύθερου εμπορίου, της «ελεύθερης αγοράς». Δηλαδή μιλάμε για υποταγή και των δυο πλευρών σε ένα νομοθετικό πλαίσιο που φτιάχτηκε από και για τις μεγάλες Ευρωπαϊκές και Αμερικάνικες επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα προβλέπει βαρύτατες εμπορικές κυρώσεις είτε αποζημιώσεις αρκετών εκατομμυρίων ευρώ προς όφελος των εναγόντων εταιριών για τις χώρες που θα αρνηθούν να συμπορευτούν με τις διατάξεις.

Ωστόσο δεν είναι η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας του λεγόμενου και «οικονομικού» ΝΑΤΟ. Ήδη από το 1990 υπήρχαν σκέψεις και σχέδια με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Πολυμερή Συμφωνία για τις Επενδύσεις (ΠΣΕ), η οποία αποτέλεσε αντικείμενο μυστικών διαπραγματεύσεων, από το 1995 έως το 1997, μεταξύ των 29 κρατών-μελών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Όταν αντίτυπο του σχεδίου διέρρευσε στη δημοσιότητα την τελευταία στιγμή, κυρίως από τη Monde diplomatique, το κύμα των διαμαρτυριών που προκλήθηκε ήταν χωρίς προηγούμενο και υποχρέωσε τους εμπνευστές του να το αποσύρουν. Δεκαπέντε χρόνια μετά, το ίδιο σχέδιο επιστρέφει με νέο μανδύα.

Οι… σωτήρες της Βορειοατλαντικής οικονομίας ευαγγελίζονται πως η TTIP θα δημιουργήσει 400.000 νέες θέσεις εργασίας μέχρι το 2015. Κάτι ανάλογο με ότι έταζαν στο Μεξικό επί Κλίντον για να υπογράψει μια αντίστοιχη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με ΗΠΑ και Καναδά, τη λεγόμενη και NAFTA. Βέβαια το αποτέλεσμα ήταν, από τις 200.000 θέσεις που υπόσχονταν, να καταστρέψουν 680.000. Η ΤΤΙΡ θα ωφελήσει θεωρητικά και στην αύξηση του ΑΕΠ η οποία υπολογίζεται από 0,03 έως 0,13% σε μια μεταβατική περίοδο 10-20 χρόνια. Παράλληλα, ο ισχυρισμός για συνολικά φτηνότερες τιμές στα προϊόντα λόγω εξάλειψης των δασμών πέφτει στο κενό καθώς αυτοί είναι έτσι κι αλλιώς χαμηλοί με εξαίρεση συγκεκριμένους τομείς οικονομικής δραστηριότητας και στρατηγικής συμμαχίας.

Από την άλλη μεριά υπολογίζεται ότι θα υπάρξει περίοδος μακροχρόνιας ανεργίας, δεδομένου ότι θα υπάρξει φαινόμενο αναπροσαρμογής της εργασίας με κοινωνικό και οικονομικό κόστος για τα νοικοκυριά και τον προϋπολογισμό. Ταυτόχρονα από την κατάργηση των δασμών θα υπάρξει μείωση του προϋπολογισμού κατά 2,6% που σε βάθος δεκαετίας θα σημαίνει ένα ποσό κοντά στο 25-30 δις ευρώ. Επίσης θα υπάρξει μείωση των ενδοκοινοτικών συναλλαγών αλλά και αρνητική επίδραση στις συναλλαγές με τρίτες χώρες. Ειδικά η εξέλιξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή πολιτική για την περιφερειακή συνοχή.

Η ΤΤΙΡ επιδιώκει να ανοίξει στον ανταγωνισμό όλους τους «αόρατους» κλάδους ή τους κλάδους γενικού συμφέροντος. Τα κράτη που θα υπογράψουν τη συμφωνία ΤΤΙΡ θα υποχρεωθούν όχι μόνο να υποτάξουν τις δημόσιες υπηρεσίες τους στην εμπορευματική λογική αλλά και να παραιτηθούν οποιουδήποτε δικαιώματος επέμβασης στους ξένους παρόχους υπηρεσιών που εποφθαλμιούν τις αγορές τους. Τα πολιτικά περιθώρια ελιγμών σε υγεία, ενέργεια, παιδεία, νερό ή μεταφορές θα εξανεμιστούν. Ο εμπορικός πυρετός δεν προσπερνά ούτε τη μετανάστευση αφού οι εμπνευστές της ΤΤΙΡ υφαρπάζουν την αρμοδιότητα εφαρμογής κοινής πολιτικής στα σύνορα, αναμφίβολα για να διευκολύνουν την είσοδο όσων έχουν ένα προϊόν ή μια υπηρεσία να πουλήσουν σε βάρος των υπολοίπων.

Έχουμε ήδη τέτοια παραδείγματα που δείχνουν «εικόνες από το μέλλον» που μας επιφυλάσσουν αν δεν τους ανατρέψουμε:
• Πρόσφατα, ευρωπαϊκές εταιρείες προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη κατά της αύξησης του κατώτατου μισθού στην Αίγυπτο ή κατά του περιορισμού των εκπομπών τοξικών αερίων στο Περού.

• Στην Αργεντινή, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και προκειμένου να μετριάσει τη λαϊκή οργή, η κυβέρνηση της χώρας «πάγωσε» τις αυξήσεις στους λογαριασμούς του ηλεκτρικού και του νερού. Οι πολυεθνικοί πάροχοι, των οποίων οι υπέρογκες τιμές είχαν προκαλέσει την αντίδραση της κυβέρνησης, άρχισαν τις αγωγές. Γι’ αυτό και για άλλα «εγκλήματα», η Αργεντινή αναγκάστηκε να πληρώσει πάνω από ένα δισεκατομμύριο σε αποζημιώσεις.

• Στο Ελ Σαλβαδόρ, κάποιες τοπικές κοινότητες κατάφεραν, με μεγάλο κόστος (τρία μέλη τους δολοφονήθηκαν), να πείσουν την κυβέρνηση να μην επιτρέψει την εγκατάσταση στην περιοχή τους ενός μεγάλου ορυχείου χρυσού που απειλούσε με καταστροφική μόλυνση τα υδάτινα αποθέματά τους. Η καναδική εταιρεία που ήθελε να ανοίξει το ορυχείο ενάγει το Ελ Σαλβαδόρ για 315 εκατομμύρια δολάρια –για απώλεια των αναμενόμενων μελλοντικών κερδών.

• Πέρυσι, ο Ισημερινός καταδικάστηκε σε καταβολή του ποσού των δύο δισεκατομμυρίων δολαρίων υπέρ πετρελαϊκής εταιρείας.

•Ένα ακόμα παράδειγμα που αφορά και την Ελλάδα είναι αυτό της τράπεζας Postova Bank με έδρα τη Σλοβακία. Η τράπεζα έσπευσε να αγοράσει ελληνικά ομόλογα το 2010, αγνοώντας την κρίση, την οποία είχε ήδη βυθιστεί η Ελλάδα, γοητευμένη από τις εξαιρετικά υψηλές αποδόσεις ως αντιστάθμισμα του υψηλού ρίσκου. Όταν έγινε το PSI, τα ελληνικά ομόλογα έχασαν πάνω από το 50% της ονομαστικής αξίας τους. Η συντριπτική πλειονότητα των ιδιωτών επενδυτών αποδέχτηκε το κούρεμα, η Postova ανήκει σ’ αυτό το 10% που δεν υπέγραψε. Και βασισμένη σε μια διμερή συμφωνία περί επενδύσεων, έσπευσε να μηνύσει το ελληνικό κράτος στο δικαστήριο διαιτησίας της Παγκόσμιας Τράπεζας…

Είναι ξεκάθαρο λοιπόν ότι τα κράτη θα χάσουν τη δυνατότητα από το να ορίζουν τον κατώτατο μισθό μέχρι να ακυρώνουν καταστροφικές για το περιβάλλον «επενδύσεις» τύπου Σκουριών. Με το τωρινό σύστημα ελέγχου της ελεύθερης αγοράς που εκπορεύεται επί το πλείστον από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου αλλά και από τα νομοθετικά πλαίσια που θεσπίζουν διάφοροι περιφερειακοί υπερεθνικοί οργανισμοί (π.χ. NAFTA/EE) ήδη υπάρχουν πάνω από 3.000 μηνύσεις που περιμένουν να διευθετηθούν σε ένα από τα ειδικά δικαστήρια. Αν και εφόσον προσπάθειες τύπου TTIP ή TTP( Συμφωνία Συνεργασίας του Ειρηνικού) ευωδώσουν, τότε το μόνο σίγουρο είναι ότι τα περιστατικά θα αυξηθούν ραγδαία.

Αξίζει σίγουρα να αναφερθούμε και σε κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα που αφορούν τη νομοθεσία των τροφίμων, ώστε να πάρουμε από τώρα μια… γεύση για το τι μας περιμένει. Για αρχή ας δούμε το ζήτημα των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ). Αν και στις ΗΠΑ οι μισές πολιτείες εξετάζουν το ενδεχόμενο να καταστήσουν υποχρεωτική την ένδειξη ότι κάποιο τρόφιμο περιέχει ΓΤΟ -μέτρο που υποστηρίζει το 80% των Αμερικανών καταναλωτών- οι βιομηχανίες αγροτικών και διατροφικών προϊόντων, όπως και οι ανταγωνιστές τους στην Ευρώπη, πιέζουν για την απαγόρευση ενδείξεων τέτοιου τύπου. Η αμερικανική Εθνική Ένωση Ζαχαροπλαστών δεν μάσησε τα λόγια της: «Η αμερικανική βιομηχανία θα επιθυμούσε η ΤΤΙΡ να προχωρήσει στο ζήτημα αυτό, καταργώντας τις ενδείξεις για ΓΤΟ και τις προδιαγραφές αναγραφής των συστατικών». Πρέπει να αναφέρουμε ότι η Ευρωπαϊκή αγορά μέχρι τώρα τηρεί αυστηρούς όρους όσον αφορά τα μεταλλαγμένα τρόφιμα και ίσως πλην ελάχιστων εξαιρέσεων έχει απαγορεύσει συνολικά την πώληση τους. Γεγονός που φυσικά εξοργίζει τις πολυεθνικές του χώρου (πχ Monsanto).

Ένα ακόμα ενδιαφέρων παράδειγμα έχει να κάνει με τον τρόπο απολυμάνσεις των κοτόπουλων. Η αμερικανική βιομηχανία κρέατος επιδιώκει να επιτύχει την κατάργηση του ευρωπαϊκού κανονισμού που απαγορεύει τα κοτόπουλα που έχουν απολυμανθεί με χλώριο. Ο όμιλος Yum!, κάτοχος της αλυσίδας γρήγορου φαγητού Kentucky Fried Chicken (KFC), που βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή της μάχης αυτής, μπορεί να υπολογίζει στη δύναμη πυρός των εργοδοτικών οργανώσεων. «Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει μόνο τη χρήση νερού και ατμού στα κοτόπουλα», διαμαρτύρεται η Βορειοαμερικανική Ένωση Κρέατος. Στο θέμα των κοτόπουλων υπάρχει και μια άλλη ομάδα πίεσης. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κρέατος, που εκφράζει τη λύπη του για «την αδικαιολόγητη απόρριψη» από τις Βρυξέλλες «των κρεάτων με αναβολικά πρόσθετα, όπως η υδροχλωρική ρακτοπαμίνη».

H απαγόρευση χρήσης κρέατος ζώου που έχει λάβει ρακτοπαμίνη φαίνεται να εξοργίζει και ένα άλλο κτηνοτροφικό κλάδο της Αμερικής. «Οι αμερικανικές εταιρείες παραγωγής χοιρινού κρέατος δεν θα αποδεχθούν άλλο αποτέλεσμα παρά την άρση της ευρωπαϊκής απαγόρευσης της ρακτοπαμίνης», απειλεί το Εθνικό Συμβούλιο Παραγωγών Χοιρινού Κρέατος (National Pork Producers Council, NPPC). Τι είναι όμως αυτή η ουσία; Η ρακτοπαμίνη είναι φάρμακο που χρησιμοποιείται για την αύξηση του όγκου του άπαχου κρέατος. Λόγω των κινδύνων που εγκυμονεί για την υγεία ζώων και καταναλωτών, έχει απαγορευτεί σε 160 χώρες, μεταξύ τους και τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., τη Ρωσία και την Κίνα. Για τον αμερικανικό όμιλο παραγωγής χοιρινού κρέατος, το προστατευτικό αυτό μέτρο αποτελεί διατάραξη του ελεύθερου ανταγωνισμού, στην οποία η συμφωνία ΤΤΙΡ πρέπει επειγόντως να δώσει τέλος.

Όπως και στην περίπτωση του ΠΣΕ, έτσι και τώρα ο μοναδικός τρόπος να αποτραπεί αυτή η καταστροφική για τους λαούς της Ευρώπης και της Αμερικής συμφωνία, είναι ένα μαζικό κίνημα αντίδρασης και αντίστασης. Ήδη αρκετές καμπάνιες έχουν ξεκινήσει με σκοπό την ενημέρωση των πολιτών για το ΤΤΙΡ σε αντίθεση με τις ηγεσίες των δύο πλευρών που θέλουν να κρατήσουν το όλο θέμα στην αφάνεια. Θετική εξέλιξη αποτελεί το γεγονός πως εργατικά σωματεία και από τις δύο όχθες του Ατλαντικού (πχ το United Steelworkers) δείχνουν έντονα και αυτά την εναντίωση τους. Μόνο μελανό σημείο, ιδιαίτερα μιας και ήταν περίοδος των ευρωεκλογών, η μη ανάδειξη του θέματος από μεριάς της Ευρωπαϊκής Αριστεράς στο βαθμό που χρειαζόταν. Η μάχη απέναντι στην ΤΤΙΡ, η μάχη απέναντι στη ελεύθερη αγορά και εν τέλει η μάχη απέναντι στον ίδιο τον καπιταλισμό πρέπει να είναι η «παντιέρα» της ανυπότακτης ριζοσπαστικής αριστεράς που προσβλέπει σε μια Ευρώπη των Λαών.