Αργύρης Παγαρτάνης: «Ο αθλητισμός είναι οι ήρωές του, οι ιστορίες του»

Το νέο του βιβλίο, «Το Μυθιστόρημα του Μουντιάλ: 218 αληθινές ιστορίες από το Παγκόσμιο Κύπελλο», στάθηκε η αφορμή να συναντήσω τον δημοσιογράφο και συγγραφέα, Αργύρη Παγαρτάνη.

Την συζήτησή μας μονοπώλησε το καινούργιο του βιβλίο, οι ιστορίες που του αρέσει να θυμάται από τα Μουντιάλ, τα επεισόδια στην Βραζιλία, ο τρόπος που έγινε Λίβερπουλ, η Εθνική μας ομάδα, το όνειρό του για τα ελληνικά γήπεδα, καθώς και η συμβουλή του για τoν χώρο της δημοσιογραφίας.

-Ποιο ήταν το «ερέθισμα» που σας έδωσε την ιδέα να γράψετε το βιβλίο για το Μουντιάλ;

«Δεν υπάρχει άνθρωπος που να ασχολείται με το Μουντιάλ και να μην τον συναρπάζει αυτό το πράγμα. Παρ’ ότι μπασκετικός στα ξεκινήματα της καριέρας μου, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι είναι ένα πράγμα τρέλα το Μουντιάλ. Από παιδάκι έβλεπα όλους τους αγώνες. Μου άρεσε πολύ ο συμβολισμός του ποδοσφαίρου. Δηλαδή η Αργεντινή να νικάει την Αγγλία και να παίρνει την εκδίκησή της για τον πόλεμο των Φόκλαντς. Ή που κέρδισαν οι Ολλανδοί τους Γερμανούς μέσα στην Γερμανία το 1988 και βγήκαν ο κόσμος στον δρόμο με τα ποδήλατα. Αυτά μου φέρνουν φοβερή συγκίνηση. Πιστεύω ότι κι ο κόσμος αυτά θέλει. Αυτό το πράγμα είναι το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός. Ο αθλητισμός είναι οι ήρωες του, οι ιστορίες του. Δεν είναι ότι ο άλλος έτρεξε 100 μέτρα. Αλλά έτρεξε για κάποιο λόγο. Επειδή δεν είχε να φάει.Για παράδειγμα ο Μέσι στα ξεκινήματά του είχε αναπτυξιακό πρόβλημα και αν δεν υπήρχε η Μπαρτσελόνα να τον προσέξει και να τον βοηθήσει, τώρα μπορεί να ήταν ακόμα στα αζήτητα στο Μπουένος Άιρες.

Εξαιτίας του πατέρα μου, λοιπόν, που ήταν ναυτικός είχα πάνω από το κρεβάτι που έναν παγκόσμιο χάρτη και έβαζα μία πινέζα στις χώρες από τις οποίες περνούσε, έκανα μάλιστα και μερικά ταξίδια μαζί του. Μου άρεσε η ανθρωπογεωγραφία του ποδοσφαίρου. Όχι κατ’ ανάγκη το ποδόσφαιρο σαν σπορ, αλλά ο συμβολισμός του, τον οποίο άρχισα να τον ψάχνω μέσα από βιβλιογραφία. Άρχισα να διαβάζω και να ψάχνω τι έχει γίνει σε σπανιότερα Μουντιάλ μέσα από βιβλία ειδικά ξένα, αφού τα ελληνικά ήταν πολύ «φτωχά».

Διάβαζα ότι η εθνική Γαλλίας ταξίδεψε στο μουντιάλ χωρίς το προπονητή της. Και προέκυπτε το ερώτημα. Γιατί ταξίδεψε χωρίς προπονητή; Αποδείχθηκε μετά ότι ήταν δάσκαλος χορού και είχε μαθήματα να κάνει και από αυτό ζούσε και έβγαζε χρήματα. Οπότε επέλεξε να μην πάει στο Μουντιάλ. Για μένα αυτό είναι η ιστορία ότι δεν πήγε γιατί ήταν δάσκαλος χορού ο άνθρωπος. Αυτό είναι που σου δημιουργεί την έκπληξη, καθώς με τα σημερινά δεδομένα είναι κάτι απίθανο. Ο πρώτος σκόρερ του πρώτου Μουντιάλ, ο Στάμπιλε, μπήκε στην ομάδα της Αργεντινής (ήταν αναπληρωματικός) μετά από την επιλογή του βασικού επιθετικού που ήταν φοιτητής της Νομικής να πάει στο Μπουένος Άιρες να δώσει ένα μάθημα (πολύ κοντά στην Ουρουγουάη όπου διεξαγόταν τότε το Μουντιάλ). Οπότε αποφασίζουν να βάλουν βασικό τον Στάμπιλε. Ε, τον έβαλαν και πέτυχε τέσσερα γκολ.

Έψαχνα, λοιπόν, όλα αυτά πρώτα απ’ όλα για δική μου ενημέρωση. Προέκυπταν απίθανες ιστορίες. Για μένα το μουντιάλ δεν είναι αυτός ο μήνας. Είναι μία διαδικασία δύο χρόνων, από τότε που ξεκινάει ο πρώτος προκριματικός μέχρι και τον τελικό. Λόγω και της γεωγραφίας που μ’ αρέσει, έκατσα κάποια στιγμή και βρήκα τις ιστορίες από όλα τα παιχνίδια των τελικών φάσεων (αγγλική βιβλιογραφία περισσότερο). Στην συνέχεια σκέφτηκα ότι θα είχε ενδιαφέρον να λεχθούν αυτά τα πράγματα, μην τα κρατήσω μόνο για μένα. Από εκείνο το σημείο ξεκίνησε η διαδικασία να κάτσω να γράψω ένα βιβλίο. Ήθελα να δώσω απαντήσεις σε μία ιστορία. Όταν την διαβάζει κάποιος να αναρωτιέται, «έγινε και αυτό το πράγμα ρε παιδί μου;».

Προσπάθησα, λοιπόν, να απομονώσω στιγμές που έχουν σχέση με το Μουντιάλ (προκριματική ή τελική φάση), οι οποίες έδιναν μια αίσθηση ότι είσαι μέσα στην ιστορία. Το γίγνεσθαι το πολιτικό, το ποδοσφαιρικό, να πεις ότι αυτή η ομάδα τότε ήταν εξαιρετική, όπως η Ουγγαρία, αυτό με ενδιέφερε».

-Μας είπατε το πώς σας ήρθε η ιδέα για το βιβλίο. Η ιδέα αυτή πως έγινε πράξη;

«Πως έγινε τώρα να το γράψω. Τότε έγραφα στην Match Money, την στοιχηματική εφημερίδα. Κάποια στιγμή, καλοκαίρι, ενώ δεν είχε πολλά παιχνίδια και είχα μία σελίδα να γράψω, λέω «σε περίπτωση που θέλετε να ασχοληθείτε περισσότερο με το στοίχημα πάρτε πέντε βιβλία αγγλικά» κι έτσι έκανα παρουσίαση βιβλίων που είχαν σχέση με το στοίχημα. Και με παίρνει μία μέρα στο τηλέφωνο ο Γιάννης ο Μηνδρινός, λέγοντάς μου ότι ενθουσιάστηκε από αυτό που έγραψα στην Match Money. Συναντηθήκαμε και μου πρότεινε να βγάλουμε ένα βιβλίο για το στοίχημα στα ελληνικά. Εγώ του είπα πως δεν γίνεται, καθώς τα αγγλικά βιβλία είχαν το κάθε ένα τα καλά του και τα κακά του και είναι γραμμένα για άλλο κοινό, αγγλικό, αμερικάνικο και αντιπρότεινα να φτιάξουμε ένα βιβλίο από μόνο του. Έτσι βγήκε το πρώτο μου βιβλίο για το στοίχημα («100 δρόμοι για την επιτυχία»).

Κατά την διάρκεια των συζητήσεων που κάναμε με τον Γιάννη του είπα ότι θα ήθελα να γράψω και κάτι άλλο, όχι τόσο τεχνικό και μου είπε να προχωρήσω στην ιδέα για το νέο βιβλίο για το Μουντιάλ. Μου είπε ότι θέλει να γράψουμε ιστορίες και του είπα ότι αυτές είναι που με συναρπάζουν κι εμένα. Έψαξα, βρήκα υλικό για καμιά 400αριά ιστορίες και μου είπε ότι πρέπει να κόψω μερικές. Το «κλειδί» που μου έδειξε τον τρόπο με τον οποίο έγραψα το βιβλίο ήταν το εξής: Κλείσε τα μάτια σου, φαντάσου ότι είσαι στην παραλία και διαβάζεις. Θα σου άρεσε να διαβάσεις αυτή την ιστορία; Είναι ευκολοδιάβαστη, ωραία, χιουμοριστική; Σου δίνει κάτι; Αν ναι, προχώρα. Αν όχι, ας την πίσω. Έτσι με αυτό τον τρόπο από τις 400 περίπου ιστορίες κατέληξα στις 218.

Παγαρτάνης

Μέσα από τις ιστορίες προκύπτουν πολλά πράγματα, αλλά εμείς εστιάσαμε κυρίως στους ανθρώπους και στα γεγονότα. Και να μην πουλούσε τίποτα, να μην είχε καθόλου επιτυχία το βιβλίο, εγώ θα ήμουν τόσο ευχαριστημένος μόνο και μόνο με την δουλειά που έκανα για να τα βρω όλα αυτά. Το επόμενο βήμα ήταν πως θα γραφτεί η ιστορία. Υπήρχαν δύο τρόποι. Ή να μείνουμε σε αυτά που έχουν ξανά γραφτεί και να τα παρουσιάσουμε με περισσότερες «σάλτσες» ή να το πάμε κάπου αλλού. Να δούμε τι λένε για αυτά τα περιστατικά οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές τους ή αυτοί που τα παρακολούθησαν. Να δούμε εφημερίδες της εποχής και βιντεάκια των αγώνων, όπως του Κίνα-Χονγκ Κονγκ το 1985, η χρονιά που έγιναν πρώτη φορά «χοντρά» επεισόδια στην Κίνα.

Για παράδειγμα το 1986 και το περίφημο χέρι του Μαραντόνα. Σκεφτόμουν τι να γράψω και λέω πως έχουν ειπωθεί και γραφτεί τα πάντα γι αυτό. Έτσι επέλεξα να γράψω για το άλλο του γκολ, εκείνο που πέρασε όλη την αγγλική ομάδα. Το γεγονός είναι ότι οι Άγγλοι που ήταν και οι ηττημένοι, βγήκαν την επόμενη ημέρα γράφοντας σε μία εφημερίδα: «ο Θεός έχει χέρια και πόδια». Τι ανωτερότητα… Ακόμα και η περιγραφή του Άγγλου σπίκερ στο γκολ του Μαραντόνα ήταν εντυπωσιακή κι ας είχε προηγηθεί το γκολ με το χέρι προηγουμένως».

-Έχετε παρακολουθήσει πολλές διοργανώσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου, έχετε ψάξει, έχετε διαβάσει πολλά για αυτές. Υπάρχει κάποια ιστορία, όχι μόνο από αυτές του βιβλίου, η οποία να σας έχει μείνει, να είναι ιδιαίτερη για εσάς;

«Προσπαθώ να κρατώ τις προσωπικές μου αναμνήσεις από τα Μουντιάλ για να μην τις μπερδεύω με τις δημοσιογραφικές. Ξεκίνησα από το 1990. Σε εκείνα τα μουντιάλ από το ’90 και μετά τα παρακολούθησα, βλέποντάς τα με μία διαφορετική οπτική από αυτήν που είχα όταν παρακολουθούσα, παιδί ακόμα. Το 1982 και το 1986 δηλαδή μου έλεγαν πολύ περισσότερα πράγματα τα παιχνίδια σε συναισθηματικό επίπεδο απ’ ότι τώρα. Θυμάμαι τον εαυτό μου να κλαίει με μαύρο δάκρυ που έχασε η Βραζιλία από την Ιταλία το ’82. Ήταν Ιούλιος στο εξοχικό κι εγώ καθόμουν μέσα και έβλεπα το παιχνίδι μόνος μου. Έρχονται να με δούνε οι δικοί μου κάποια στιγμή και με βλέπουν να έχω πλαντάξει στο κλάμα επειδή έχασε η Βραζιλία. Είναι από τις στιγμές που όταν βλέπω Μουντιάλ μου έρχεται στο μυαλό. Το είχα πάρει πολύ βαριά, ήμουν μικρός κιόλας».

-Να υποθέσω δηλαδή ότι έχετε μεγάλη αγάπη στην εθνική Βραζιλίας;

«Ναι βέβαια. Βραζιλία, Ολυμπιακός και Λίβερπουλ. Αυτές είναι οι ομάδες που υποστηρίζω».

-Μιας και το έφερε η κουβέντα. Πως αποφασίσατε να γίνετε Λίβερπουλ;

«Έγινα Λίβερπουλ από ένα ματς που δεν είδα. Παίζει ο Ολυμπιακός με την Μπενφίκα κάπου το 1983. Κερδίζει εδώ ο Ολυμπιακός με 1-0 με γκολ του Αναστόπουλου. Στην Πορτογαλία βέβαια έχασε 3-0, σε ένα παιχνίδι που δεν πέρασε ούτε το κέντρο. Βλέποντας αυτά είχα στο μυαλό μου την Μπενφίκα για ομαδάρα. Τότε η Ερτ έδειχνε ένα ματς τις Τετάρτες και αυτό έτυχε να είναι το Λίβερπουλ-Μπενφίκα στην επόμενη φάση. Να πω πως ότι παιχνίδι και να έδειχνε τότε καθόμασταν και το βλέπαμε. Ένα ματς σούπα, λοιπόν,  τίποτα σπουδαίο, το οποίο λήγει 1-0 υπέρ της Λίβερπουλ. Δεν μου κάνει κάτι ιδιαίτερο η Λίβερπουλ. Σε δύο βδομάδες είναι ο επαναληπτικός και έχοντας την εικόνα των δύο ομάδων λέω από μέσα μου «Μπενφίκα-Λίβερπουλ 3-0 για πλάκα». Εκείνη την εβδομάδα δεν έδειχνε όμως το συγκεκριμένο ματς η τηλεόραση κι έτσι την άλλη μέρα διαβάζω «Μπενφίκα-Λίβερπουλ 1-4». Την ίδια μέρα είδα τα στιγμιότυπα του αγώνα με τους παίκτες της Λίβερπουλ να φορούν κίτρινες εμφανίσεις και να κάνουν μια μαγική εμφάνιση. Αυτό ήταν με ώθησε να γίνω Λίβερπουλ.

Δεν θα γίνεις μία ομάδα για να πας να την λες στον άλλο. Υπερηφανεύομαι ότι έχω πάει στο «Καραϊσκάκης» σε παιχνίδι Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός με τον πατέρα μου, όπου ήταν και Παναθηναϊκοί μέσα και δεν άνοιξε ούτε μύτη. Τέλη δεκαετίας ’70 ήταν. Έχω πάει επίσης στη Λεωφόρο σε ματς κυπέλλου το ‘84, όπου ο Ολυμπιακός έχασε 3-2 με τρία γκολ του Χαραλαμπίδη, πήγα με το κασκόλ μου, φώναξα κι έφυγα. Και βλέπει τώρα ότι έχουν αφήσει το ποδόσφαιρο να το λυμαίνονται  οι «στρατοί». Έχουν αφήσει το ποδόσφαιρο σε 30.000 οργανωμένους περίπου. Και όλοι οι άλλοι που είμαστε και περισσότεροι έχουμε τόση δύναμη που μπορούμε να τους κάνουμε «φου» και να πάμε εμείς στα γήπεδα, όπως πήγαν οι Άγγλοι και άφησαν τους άλλους απέξω να σκοτώνονται.

Το ποδόσφαιρο από μόνο του έχει τον τρόπο να τους απομακρύνει, Αυτοί μας το στερούν. Για ποιο λόγο να μην είναι και ο οπαδός της άλλης ομάδας δηλαδή;  Ένα από τα όνειρά μου τα μελλοντικά είναι να συμμετέχω σε μια προσπάθεια υγειών ανθρώπων οι οποίοι αγαπάνε μια ομάδα και θέλουν να δουν το ματς αγκαλιά με τον φίλο τους. Να υπάρχει ένα τέτοιο κίνημα για να δούμε πόσοι είμαστε κιόλας. Αν και πιστεύω ότι είμαστε η πλειοψηφία. Και να απομακρύνουμε την λέρα από τα γήπεδα».

-Είμαστε όμως έτοιμοι εδώ στην Ελλάδα για να γίνει κάτι τέτοιο;

«Το κακό είναι ότι δε μιλάει κανείς, αλλά το ότι δε μιλάει δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει η πλειοψηφία η σιωπηρή. Υπάρχει και ο κόσμος που ασχολείται και δεν διαβάζει πλέον εφημερίδες. Τώρα μειώνονται και τα φύλλα και αυξάνεται η ζήτηση στα οπαδικά. Και βέβαια πρέπει να τονιστεί, ότι κατά την γνώμη μου, οι δημοσιογράφοι είναι ο σημαντικότερος λόγος που γίνονται επεισόδια. Εμείς υποδαυλίζουμε τα πάθη και τα μίση, λες και αυτό θα προσφέρει κάτι στην ενημέρωση του απλού ανθρώπου. Βγήκε ο Θόδωρος Νικολαϊδης, για να πάω και στους τελικούς του μπάσκετ, και είπε για τον Ολυμπιακό: «Χάσαμε δίκαια». Επειδή βγήκε δηλαδή ο Αγγελόπουλος και είπε ότι «έσφαξαν» τον Ολυμπιακό οι διαιτητές… Ποιοι διαιτητές, ρε παιδιά… Και αντιστοίχως ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος. Δηλαδή στην ζωή σου πρέπει να είσαι συνέχεια νικητής; Ένα ματς είναι…

Αυτό που με εκνευρίζει είναι που είπαν ότι κανένας παίκτης του Ολυμπιακού δεν θα πάει στην Εθνική ομάδα. Ιδιοκτησία σου είναι εσένα ο Σπανούλης δηλαδή ή ο Παπαπέτρου; Η Εθνική είναι κάτι το «ιερό» με αυτά που έχει πετύχει. Ούτε για τον Βασιλακόπουλο με βρίσκουν σύμφωνο αυτά που ακούγονται. Ναι είναι Παναθηναϊκός τον γνωρίζω, αλλά ότι τι, θα πάρει τηλέφωνο και θα πει να κερδίσει ο Παναθηναϊκός; Και δημιουργείται τώρα αυτό το πράγμα ότι υπάρχει από πίσω σαπίλα κλπ. Απίθανα πράγματα…».

-Και για να επιστρέψουμε στο Μουντιάλ. Βλέπετε τι γίνεται στην Βραζιλία με τις διαδηλώσεις, τις διαμαρτυρίες και τα επεισόδια από ανθρώπους που δεν θέλουν το Μουντιάλ. Πιστεύετε ότι θα έπρεπε να δίνονται διοργανώσεις από την FIFA σε χώρες με τόσο σημαντικά προβλήματα, όπως υγείας και εκπαίδευσης;

«Μέχρι το 1970 η FIFA ήταν ένας οργανισμός ευπατρίδικος να το πω. Άνθρωποι που ήθελαν την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου. Όταν ανέλαβε ο Χαβελάνζ την μετέτρεψε σε καθαρά κερδοσκοπικό οργανισμό και έκτοτε έτσι πορεύεται. Βεβαίως και το ποδόσφαιρο δεν έχει σχέση με αυτό του 1970. Η FIFA, λοιπόν, δεν υποχρεώνει κανένας κράτος να αναλάβει το Μουντιάλ. Τα κράτη μόνα τους λένε ότι θέλουν να διοργανώσουν Μουντιάλ και η FIFA αναλαμβάνει να ελέγξει αν πληρούν τις προϋποθέσεις (γήπεδα , υποδομές, χρήματα, δρόμους, αεροδρόμια κλπ.). Από την στιγμή που η FIFA θεωρεί ότι είναι βιώσιμο να γίνει το Μουντιάλ στην τάδε χώρα, στην περίπτωσή μας στην Βραζιλία, και δεν υποχρεώνει και κανέναν, στα παλιά της τα παπούτσια αν η Βραζιλία κόψει τις δαπάνες από την υγεία κοκ. Το θέμα είναι η Βραζιλία πως το σκέφτηκε. Η νυν πρόεδρός της είναι με τον λαό και πιθανότατα έβαλε τα πράγματα σε ένα ζύγι και αναρωτήθηκε τι θα κερδίσει από το Μουντιάλ. Ήθελε να κάνει κάτι πιο σοβαρό πέρα από καρναβάλια και άλλα τέτοια.

Όταν βγάζεις μια αίσθηση σοβαρότητας αυτομάτως προσελκύεις και επενδύσεις. Τα λεφτά αυτά κάλλιστα θα μπορούσαν να πάνε σε νοσοκομεία για παράδειγμα, ωστόσο η σταθερότητα που θα βγάλει η Βραζιλία από το Μουντιάλ, θα βοηθήσει αργότερα και όχι μόνο για το πρεστίζ. Έτσι το σκέφτηκαν οι Βραζιλιάνοι νομίζω. Όλοι θέλουν το Μουντιάλ γιατί είναι μία τρομακτική διαφήμιση. Κανένα άλλο γεγονός στον κόσμο δεν συγκεντρώνει την ίδια ώρα τόσο πολύ μεγάλο ακροατήριο για τις δύο συγκεκριμένες ώρες, όπως ο τελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Γι αυτό επιδιώξαμε κι εμείς τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Θα μπορούσαμε φυσικά να το είχαμε διαχειριστεί αλλιώς και να είχαμε γλιτώσει και αρκετά χρήματα, αλλά το καλό που μας έκαναν οι Αγώνες είναι ότι αν δεν τους είχαμε πάρει, αυτά που βιώνουμε θα τα είχαμε βιώσει 4-5 χρόνια νωρίτερα».

-Την Εθνική πως την βλέπετε;

«Είναι πραγματικά τεράστιο επίτευγμα για την Εθνική να φέρνει 0-0 με την Πορτογαλία σε φιλικό και να βγαίνουν την άλλη ημέρα οι εφημερίδες και να λένε ότι θέλει δουλειά η ομάδα. Εγώ έχω ζήσει την Εθνική από παιδάκι και για μένα το γεγονός ότι είναι στο Μουντιάλ είναι τεράστια επιτυχία. Αν το καλοσκεφτούμε υπάρχουν 200 χώρες που παίζουν ποδόσφαιρο. Αυτό δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει ούτε στο μπάσκετ. Από το 1986 έως το 2014 είμαστε σχεδόν πάντα στις πεντάδες. Δεν βγαίνουμε τετράδα για παράδειγμα και τρελαινόμαστε. Και φυσικά το να φέρνει η Ελλάδα 0-0 με Πορτογαλία και να λέμε έτσι, είναι κάτι που το έχει κερδίσει με τις επιτυχίες της αυτή η Εθνική. Αλλά και να μην προκριθεί στην επόμενη φάση δηλαδή και τι έγινε. Δεν μπορούμε να κάνουμε ό, τι θέλουμε. Καμία χώρα δεν το κάνει αυτό. Να δούμε ποιοι είμαστε, να το εκμεταλλευτούμε και θα πάμε καλά».

-Κλείνοντας, τι συμβουλή θα δίνατε σε κάποιον που θέλει να ασχοληθεί με το επάγγελμα της δημοσιογραφίας;

«Όταν θέλει κάποιος να ασχοληθεί με κάτι και το θέλει πραγματικά, αν βρεθεί κάποιος και του πει μην το κάνεις, περισσότερο θα τον πεισμώσει παρά θα τον βοηθήσει να αλλάξει δρόμο. Ο καθένας μόνος του δημιουργεί τις προοπτικές του. Θα έλεγα τι θα έκανα εγώ αν ξεκινούσα τώρα και έμπαινα στον χώρο. Αυτό που θα προσπαθούσα να κάνω είναι πρώτα να αποβάλλω το πόσα παίρνω από το τι κάνω και δεύτερον να βάλω από πίσω όλο μου τον εαυτό. Να ζω, να κοιμάμαι και να ξυπνάω με αυτό το πράγμα. Με την λογική πως θα γίνω καλύτερος, να μάθω. Από ‘κει και πέρα όταν δουλεύεις με σκοπό, κάτι θα πάρεις. Υπάρχουν πολλές αδικίες γενικά σε όλα τα επαγγέλματα. Δημοσιογράφο δεν σε κάνει το δίπλωμά σου. Σε κάνει η αποδοχή που έχεις από τον κόσμο, αν τα λες καλά ή αν μπορείς να κάνεις την διαφορά σε σχέση με αυτό που συμβαίνει γύρω σου. Εγώ θα προσπαθούσα γι αυτό. Να κάνω την διαφορά. Είτε γράφοντας ένα θέμα αλλιώς, είτε προσφέροντας μια διαφορετική άποψη. Θα πήγαινα κόντρα στο ποτάμι.

Αν μπορείς να πεις κάτι καλά και αν μπορείς να πεις κάτι με περισσότερα στοιχεία ή με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι το λένε οι πολλοί σίγουρα θα βρεις αντίκρισμα. Αυτό όμως θα το αποφασίσεις μόνος σου και θα το κάνεις μόνος σου».

βιβλίο μουντιάλ

Το βιβλίο, «Το Μυθιστόρημα του Μουντιάλ: 218 αληθινές ιστορίες από το Παγκόσμιο Κύπελλο», κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Αθλητικός Τύπος, καθώς και σε internet e-book stores.

*Η φωτογραφία στο μέσον της συνέντευξης είναι από την παρουσίαση του βιβλίου του κ. Παγαρτάνη. Τον ευχαριστούμε πολύ για την διάθεσή της και γενικότερα για την συνέντευξη που παραχώρησε για χάρη των Pints.