«Αληθινοί επαναστάτες είναι εκείνοι που δεν έχουν να χάσουν τίποτε»

Διακόσια χρόνια έκλεισαν από την γέννηση του μεγάλου Ρώσου θεωρητικού του αναρχισμού, Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Μπακούνιν. Επίκαιρος όσο ποτέ σήμερα, με την πολιτική να περνάει κρίση και τις όποιες σύγχρονες μορφές εξουσίας να εκφυλίζονται μέσα στην κρίση αυτή. Επίκαιρος και διαχρονικός επίσης, με το όνομά του να είναι άμεσα συνδεδεμένο με την έννοια της επανάστασης, καθώς ο ίδιος συνήγαγε την θεωρία της αναρχικής πάλης, ενώ είχε ενεργή συμμετοχή σε όλες τις επαναστάσεις που έλαβαν χώρα στην εποχή του.

Ο Μπακούνιν, λοιπόν, γεννήθηκε από αριστοκρατική οικογένεια στις 30 Μαΐου του 1814 (με το νέο ημερολόγιο), σε ένα χωριό κοντά στη Μόσχα. Ακολούθησε στρατιωτική εκπαίδευση μετά από παραίνεση του πατέρα του. Διορίστηκε στην αυτοκρατορική φρουρά της Ρωσίας, αλλά εγκατέλειψε το στρατό γρήγορα για να σπουδάσει φιλοσοφία στην πρωτεύουσα. Ο Εγελιανισμός ήταν τότε σε άνοδο και κίνησε το ενδιαφέρον του Μπακούνιν, ο οποίος πήρε την άδεια να σπουδάσει στη Γερμανία. Επισκέφτηκε το Βερολίνο, τη Δρέσδη και τη Λειψία, εμβαθύνοντας στη φιλοσοφία του Χέγκελ, του Καντ και του Φίχτε.

Το 1844 βρέθηκε στο Παρίσι, το επίκεντρο του ευρωπαϊκού διαλογισμού, όπου και συνάντησε τον Καρλ Μαρξ, από τον οποίο εντυπωσιάστηκε. Ταυτόχρονα, στη γενέτειρά του ο Αυτοκράτορας Νικόλαος του αφαίρεσε όλα τα προνόμια που είχε ως ευγενής και τον καταδίκασε σε ισόβια εξορία στη Σιβηρία. Ο Μπακούνιν απάντησε με επιστολή στη La Reforme, κατηγορώντας τον Αυτοκράτορα για δεσποτισμό και καλώντας για επανάσταση και δημοκρατία στην Ρωσία και την Πολωνία.

Του 1848 βρέθηκε στην Πράγα, με σκοπό να ξεσηκώσει το συνέδριο των Σλάβων, ενώ έγινε μέλος της σλαβικής επαναστατικής επιτροπής. Το 1849 οργάνωσε την επανάσταση στη Δρέσδη, με συναγωνιστή του τον Ρίχαρντ Βάγκνερ. Σύντομα συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια και από τη Σαξονία, μετά τη Ρωσία και την Αυστρία. Το 1851 παραδόθηκε στις ρωσικές αρχές και φυλακίστηκε. Με το θάνατο του Νικόλαου, ο νέος αυτοκράτορας έστειλε τον Μπακούνιν σε μόνιμη εξορία στη Σιβηρία.

Εκεί, ο Μπακούνιν παντρεύτηκε την Αντωνία Κβιάτκοβσκα και άρχισε να συλλογίζεται σχετικά με την ανεξαρτητοποίηση της Σιβηρίας. Παρά το γεγονός ότι πέρασε πολλά χρόνια μέσα στη φρίκη των ποινικών κολαστηρίων, το πνεύμα του παρέμεινε ανεπηρέαστο. Κατόρθωσε τελικά να δραπετεύσει και να περπατήσει ανατολικά πάνω από 1.000 μίλια με σκοπό να επιστρέψει στο Λονδίνο και να ταχθεί εκ νέου στο κίνημα της επανάστασης. Ο πρώτος του σταθμός ήταν η Ιταλία, όπου επιχείρησε να ενώσει τους Ιταλούς, τους Ούγγρους και τους Σλάβους σε μια εξέγερση εναντίον της Αυστρίας και της Τουρκίας. Παράλληλα, οργάνωσε τη Συμμαχία των Επαναστατών Σοσιαλιστών, μια διεθνή ένωση με στόχο την προπαγάνδα και την προετοιμασία για άμεσες ενέργειες. Μετά από όσα αντιμετώπισε, διαπίστωσε ότι κάθε κυβέρνηση ήταν τυραννία. Ρίχτηκε στην επαναστατική δράση με έντονο ενθουσιασμό. Με τον Χέρτσεν δημοσίευσε τον “Συναγερμό της Επανάστασης” (Tocsin of revolution).

Το 1868, προσήλθε στη συγκέντρωση της Πρώτης Διεθνούς, όπου και εκδιώχτηκε από τον Καρλ Μαρξ. Να αναφέρουμε εδώ ότι οι δύο θεωρητικοί βρίσκονταν σε αντιπαλότητα. Αν και ο Μπακούνιν αποδεχόταν τις οικονομικές αναλύσεις του Μαρξ, θεωρούσε ότι η μέθοδός του θα οδηγούσε σε συμβιβασμό της κοινωνικής επανάστασης. Παράλληλα, άσκησε έντονη κριτική στην ιδέα της δικτατορίας του προλεταριάτου, την οποία θεωρούσε περισσότερο επικίνδυνη από μια πραγματική δικτατορία.

Τα τελευταία χρόνια του τα πέρασε πάμφτωχος στην Ελβετία, όπου κυκλοφόρησε πολλές προκηρύξεις, σχεδιάζοντας πάντα μυστικές επαναστατικές οργανώσεις. Μετά από κάποιες ακόμα αποτυχημένες εξεγέρσεις, αποφάσισε να αποσυρθεί από τον δημόσιο βίο. Ο Μιχαήλ Μπακούνιν  πέθανε σε νοσοκομείο της Βέρνης την 1η Ιουλίου 1876.

Παρότι έζησε σε μία διαφορετική και μακρινή εποχή, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι έκανε λόγο για ζητήματα που μας απασχολούν μέχρι και σήμερα, όπως αυτό της ατομικής ελευθερίας που διαρκώς υπονομεύεται. Η απόρριψη του Μπακούνιν για κάθε μορφή αρχής, κρατικής ή θεϊκής και η άποψή του πως η εξουσία μπορεί να αλλοτριώσει όποιον την αποκτήσει, ακόμα κι αν πρόκειται για έναν «απλό πολίτη», επιβεβαίωσαν γεγονότα που συνέβησαν σε μεταγενέστερες εποχές από τη δική του, όπως και στη σύγχρονη εποχή. Ο Μπακούνιν εναντιώθηκε στην ύπαρξη κάθε μορφής κράτους, ακόμα και τού σοσιαλιστικού, ενώ υποστήριζε ότι «Το πάθος για καταστροφή είναι δημιουργικό πάθος».

Άλλωστε, δεν είναι καθόλου τυχαίοι οι στίχοι του Θανάση Παπακωνσταντίνου, που συσχετίζουν το τότε με το τώρα: «Το πτυελοδοχείο του Μπακούνιν το χυτό, συντρόφια μήπως βρέθηκε και εκείνο, να φτύσω μέσα με οργή που οι νέες εποχές με κάνουνε να μοιάζω με κρετίνο… δεν με αναγνωρίζετε γιατί έλειπα καιρό».