Η στιγμή που χωριστήκαμε…

Μαζί την κλαίγαμε την μιζέρια μας, ρε φιλενάδα, προχτές. Μαζί κοροϊδεύαμε την μπατιροσύνη μας, και σιχτιρίζαμε το φραπέ που φτασε κι αυτός στα 3 ευρώ (παναθεμά τον) για αυτό τον ήπιαμε στο μπαλκόνι μου και μας ήρθε τσάμπα. Σου βγαλα και γαλακτομπούρεκο που ‘χε φτιαξει η μάνα μου, και μου πες πως στο ζαχαροπλαστείο έχεις να πατήσεις κάτι μήνες, γιατί καλό καλό αλλά τσουρουφλάνε οι τιμές του. Ναι, εκείνο το γωνιακό το γαλλικό, που μας είχε κοστίσει από δύο κιλά εκείνο το καλοκαίρι. Καλέ μαζί δεν ήμαστε που λέγαμε πως τα κόψαμε τα περιττά από την αφραγκία, και το μόνο καλό είναι πως ξαναβρήκαμε τη γραμμή μας; Μετά μας έπιασαν τα γέλια και ταράξαμε τα βερύκοκα από το χτήμα σου, που μας ήρθαν τσάμπα. Φτύναμε το κουκούτσι και ονειρευόμασταν πανακότες και προφιτερόλ. 4 ευρώ την πήγαν την αναθεματισμένη την πανακότα οι δικοί μας οι βλάχοι. Μείνε με το βερύκοκο, γιατί δεν μας βγαίνουν, μωρή, να κάνουμε τίποτα αύριο, σου είπε στο τέλος. Μετά πήγαμε μια τσάμπα βόλτα, και καταλήξαμε στη θάλασσα στο τσάμπα πάλι.

Θυμάσαι τι απογοήτευση μας έπιασε όταν τα μετρούσαμε όλα και δεν μας έβγαιναν; Τα χρόνια που περάσαμε στη σχολή κάπου δεν συμβάδιζαν με τις προσδοκίες μας. 4 χρόνια σχολής και 4 αιώνες ονείρου, πώς στα κομμάτια να χωρέσουν σε εκείνη την αποθήκη που σε έχουν βάλει να δουλέψεις, 100 ώρες τη μέρα; Δε σου φτάνει και το ξέρω. Όποτε σε πιάνουν τα διαόλια σου, με παίρνεις τηλέφωνο στη μέση της βάρδιας και μου τους βρίζεις. Σιχτιρίζεις την τύχη σου, αλλά στη ζούλα μη σ’ ακούσουν. Δε σ’ ακούω νομίζεις πως ψιθυρίζεις για να μη σ’ ακούσουν να τους κακολογείς; Μετά βιας ακούω τις λέξεις σου, μα οι κοφτές σιωπές σου με ξεκουφαίνουν. Νομίζεις πως πριν κλείσεις δεν προλαβαίνω να ακούσω τον αναστεναγμό σου; Νομίζεις πως δεν είμαι παρούσα σ’ εκείνο το δευτερόλεπτο που από σπασμένος άνθρωπος γίνεσαι καλογυαλισμένη μηχανή;

Μαζί δεν ήμαστε που λέγαμε και γελούσαμε πως στη φυλακή θα ‘ναι πιο καλά; Μαμ, κακά,κουτσομπολιό και νάνι. Μαζί δεν προσπαθούσαμε να βρούμε έγκλημα να κάνουμε, μα αποδειχτήκαμε άχρηστες για όλα; Μαζί δεν πήγαμε σε εκείνη τη συνέντευξη και μας ρώτησαν αν οι γονείς μας δουλεύουν, για να μας κατεβάσουν κι άλλο τον προτεινόμενο μισθό, έτσι και μας πετύχαιναν στην ανάγκη;  Μαζί δεν τους σκυλοβρίσαμε και αποχωρήσαμε κυρίες; Μαζί δεν αποφασίσαμε πως την αξιοπρέπεια, την κάνει η ηθική κι όχι η μόστρα; Μαζί δεν τσιγκουνευόμαστε να παραγγείλουμε όταν έρχεσαι σπίτι μου να μείνεις; Μαζί δεν τρώμε εκείνα τα λιωμένα μακαρόνια που φτιάχνω που θέλουν καλαμάκι, κι όχι πιρούνι; Μαζί δεν αναρωτηθήκαμε αν είναι καλύτερο να μείνει ή να φύγει κανείς; Να φοβηθεί την ανεργία ή την εργασία αυτή την περίοδο; Μαζί δεν μοιραστήκαμε το τελευταίο μου τσιγάρο στο μπαλκόνι, και τσοντάραμε από δύο ευρώ για να πάρουμε άλλο πακέτο, γιατί είχαμε ντέρτια εκείνο το βράδυ; Μαζί δεν ήμαστε που μου λεγες πως ο πατέρας σου κινδυνεύει να απολυθεί λίγο πριν τη σύνταξη, στη μάνα σου αυξήθηκε η συμμετοχή για τα φάρμακα, η αδερφή σου το σκέφτεται σοβαρά για εξωτερικό, γιατί «δεν πάει άλλο»; Μαζί δεν ήμαστε που μου λεγες πως εκείνο το μεταπτυχιακό που ‘χες βάλει στο μάτι, δε βγαίνεις με τίποτα να το κάνεις, γιατί «έχει γίνει κι αυτό πολυτέλεια, και σε λίγο δε θα ‘χουμε να φάμε;»

Αφού μαζί τα λέγαμε όλα, στην κάλπη γιατί τα είπαμε χώρια;