Τι να μας πούνε και οι βάρβαροι;

Γνωστή Ελληνίδα best-seller βιβλίων δηλώνει στεντόρεια «διαβάζω μόνο Έλληνες συγγραφείς. Αφού δε μπορώ να τους «εξαντλήσω» ποτέ, γιατί να πάω στη διεθνή λογοτεχνία; Δεν με εκφράζουν οι ξένοι.» Την άκουγα έκπληκτη- κατά τ’ άλλα η φυσιογνωμία της ήταν πολύ ευγενική- και έμεινα έκπληκτη. Θυμήθηκα τη βαθυστόχαστη συζήτησή μου με ένα ταξιτζή που είχε καταλήξει στο συμπέρασμα «γιατί να πάω σε άλλη χώρα στο εξωτερικό; Σάμπως τη γύρισα όλη την Ελλάδα; Ας πάνε τα ψώνια διακοπές στο Παρίσι, εγώ θα πάω Βόλο και θα πίνω τσίπουρα στο λιμάνι.»

Δεν αντιλέγει κανείς πως μέσα στο χάος της σύγχρονης «λογοτεχνικής» φλυαρίας μέσα στη ελληνική παραγωγή βιβλίων, θα υπάρχουν βιβλία άξια ανάγνωσης που έχουν παραγκωνιστεί. Δεν αντιλέγει επίσης κανείς πως η Ελλάδα έχει μέρη υπέροχα που δεν έχουμε καταφέρει να εξερευνήσουμε. Λιγότερο, δε, θα διαφωνήσει κανείς πως η ελληνική γλώσσα είναι μια γλαφυρότατη,γεμάτη εικόνες, και συμβολισμούς. Πού μας οδηγεί, όμως, αυτό το παίνεμα; Στο να μη μάθουμε καμιά άλλη γλώσσα, γιατί «ποτέ δε θα καταφέρουμε να εισδύσουμε στο εύρος της ελληνικής γλώσσας;»

Είναι μικρές οι αποστάσεις μεταξύ ακίνδυνου πατριωτισμού και ολισθηρού εθνικισμού, και πολλές φορές η μετάβαση δεν είναι πλήρως ευδιάκριτη. Το ότι αγαπώ την χώρα που με γέννησε και με έθρεψε με την νοοτροπία και τους κοινούς της συμβολισμούς, δε σημαίνει πως παράλληλα δηλώνω απερίφραστα την περιφρόνηση μου για την άλλη χώρα και το έργο που αυτή παράγει σε διάφορους τομείς. Ίσως να χρειάζεται μια μεγαλύτερη προσπάθεια για να μπεις στο νόημα του Άγγλου συγγραφέα, π.χ, άσε που ακόμα και εξωτερικά υπάρχει μια δυσκολία στη ταύτιση. Γιατί, φίλε αναγνώστη, άλλο να λένε τον ήρωα του βιβλίου Μπάμπη και να ‘ναι φτωχός γκαραζιέρης στη Λάρισα και ‘να ερωτεύεται την όμορφη κόρη του αφεντικού του,τη Χαρούλα, κι άλλο να τον λένε Τζον, να ‘ναι πορτιέρης στη Wall Street και να ερωτεύεται την πετυχημένη χρηματίστρια Μπέττυ. Ξεκινώντας από τα ονόματα κιόλας, υπάρχει ένα πρόβλημα. Τι να μας πει κι ο Ντοστογιέφσκι με τη λεπτή ψυχογραφική του ανάλυση, η Βιρτζίνια Γούλφ με τους εσωτερικούς μονολόγους, ο Σταντάλ με το διαυγή ρεαλισμό του, ο Μπουκόφσκι με τη χαμερπή καταβύθιση στην ανθρώπινη φύση, ο Κάφκα με τους δυστοπικούς του λαβυρινθους;

Πείτε, όμως, στους συγγραφείς των best-seller που την πένα τους, την δουλεύουν καλά, και τις λέξεις τις βάζουν πάντα σε σωστή θέση, πως η λογοτεχνία όπως κι τέχνη εν γένει, είναι υπόθεση πανανθρώπινη και τα ποταπά εθνικά δεν πολυχωράνε. Κι αυτή τη γλώσσα πολεμούν να εδραιώσουν οι σπουδαίοι γραφιάδες, και σ’ όλους απευθύνονται. Κι όταν μιλούν για πάθη, σκέψεις, λόγια,συναισθήματα, δεν τους βάζουν διαχωριστικές γραμμές εθνικών συνόρων, γιατί η τέχνη είναι ο μόνος χώρος που λιώνει τα σύνορα, καίει τις σημαίες και πυρπολεί τους αυτιστικούς εθνικούς συμβολισμούς της κάθε χώρας.

Γι’ αυτό και παρόλο που λατρέυουμε τα ελληνικά μέρη, θα ονειρευόμαστε ταξίδια σε τόπους εξωτικούς και μακρινούς. Έτσι… εμφορούμενοι από το βίτσιο αλλοπαρμένων ταξιδευτών, που διεκδικούν το πανανθρώπινο της τέχνης, να το εφαρμόσουν στη ζωή τους.