Σκόρπιες ιστορίες «ξένων»: H Λασπούπολη Αθήνα (μέρος πρώτο)

Αυτό που με ιντριγκάρει περισσότερο απ’ όλα σ’ αυτή την κοινωνία είναι το πώς ορίζει τον ξένο της. Ποιος είναι ο ξένος τελικά; Αυτός που έρχεται από άλλη χώρα; Αυτός που επιστρέφει από επιλογή ή από ανάγκη; Αυτός που εγκαθίσταται από αγάπη για την χώρα;

 

«Λασπούπολη την έλεγαν την Αθήνα τότε…»

 

βόσποροςΔιασχίζοντας την Πειραιώς για να βρω την Καλών Τεχνών, συναντάω μια μελαχρινή γυναίκα κάπου στα 65. Μου δίνει οδηγίες για το πώς θα πάω και προσέχω αμέσως την βαριά προφορά σε κάποιες λέξεις, που στην αρχή με παραπέμπει στη Θεσσαλονίκη. Πηγαίνει κι αυτή στην Καλών Τεχνών – δεν έμαθα την ιδιότητά της- και με ρωτά αν είμαι φοιτήτρια εκεί. Περπατάμε μαζί για πέντε λεπτά και στο ενδιάμεσο μου αφηγείται τη ζωή της.

 

  • Κάνω μια εργασία για τη μετανάστευση, και συγκεντρώνω υλικό από διαφορετικές βιβλιοθήκες..
  • Μετανάστευση ε; Ωραία.. Αλλά να τα γράψεις ωραία και δίκαια. Μην τα πεις στρογγυλεμένα.
  • Στον κινηματογράφο και τη μετανάστευση θα εστιάσω. Στους μετανάστες στα τελευταία χρόνια της κρίσης.
  • Όχι, να πεις και για τα παλιά,γιατί εκεί ξεκινούν όλα. Γιατί όλοι ξαφνικά μου προέκυψαν με μια πολίτικη ρίζα, που καμαρώνουν για αυτή. Εμένα να ρωτήσεις,όμως, τι ωραία που ήταν τα πράγματα όταν πρωτόρθαμε το ’74. Τα παιδιά μου τα’ στελνα σε γνωστό σχολείο, απ’ τα καλά της Αθήνας. Γυρνούσαν στο σπίτι κλαίγοντας κάθε μέρα και δεν καταλάβαινα το γιατί. Ώσπου μια μέρα με ρώτησαν τι σημαίνει «τουρκόσπορος». Κάθε μέρα τα κορόιδευαν.
  • Μα πού την ήξεραν τη λέξη τα παιδιά;
  • Οι γονείς τους τα λεγαν.. Δε θέλουν να βλέπουν κανέναν σ’ αυτή τη χώρα.. Μη και τους χαλάσει την ησυχία τους. Φέραμε γνώση και δε ζητήσαμε τίποτα. Δε σου μιλάω για την προσφυγιά με την καταστροφή τότε, σου μιλάω για πιο μετά. Αλλά και γενικά τι τους κάναμε; Έλληνες είμαστε που ζήσαμε αλλού -και να σου πω- καλό τους κάναμε μόνο.. Γνώση τους φέραμε,το καινούριο τους φέραμε..Λασπούπολη την έλεγαν τότε την Αθήνα και την κατοικούσαν μόνο άξεστοι. Ούτε να μαγειρεύουν δεν ήξεραν καλά καλά, μια μπριζόλα έβαζαν στα κάρβουνα και τέλειωσαν. Όλα τα μαγειρευτά που τρως από την Πόλη τα μαθαν. Και τέχνη και πολιτισμό.. Ήταν καλλιεργημένοι στο μέρος μου οι άνθρωποι. Δεν ζούσαν για το περιττό όμως. Δηλαδή όταν ήρθαμε εδώ, είχαμε τα χρυσαφικά μας, ναι, είχαμε μια κάποια άνεση και ωραία πράγματα. Τους εβλεπες γύρω να σε κοιτούν με περιφρόνηση και με μια ζήλεια «τι μας τα φοράει τα κοσμήματα αυτή τώρα, τι να μας δείξει;» και ξέρεις τίποτα δεν ήθελα να δείξω. Τα φορούσα, ήξερα όμως πως αν δεν έχω λύσει τα βασικά μου, θα ‘ταν γελοίο να τα φοράω. Κι όμως σ’ αυτή τη χώρα βρήκα ανθρώπους που δεν είχαν να φανε και μάζευαν λεφτά για να πάρουν αμάξι.. Να αυτές οι αντιθέσεις με έπνιξαν. Και με έπνιγαν που όλα τα λεγαν αλλιώς για να φανούν πιο όμορφα. Κι η τεμπελιά με νευριάζει…Με συγχωρείς που σε ζάλισα, ε, αλλά όταν τα θυμάμαι, φουντώνω με όλα. Διαβάστε τα καλά όλα αυτά εσείς τα νέα παιδιά, αλλά να τα λέτε σωστά, πώς να πω, κοφτερά, κι ας πονάνε, όχι στρογγυλεμένα όμως.

 

Και έτσι για να βγάλουμε κι ένα μίνι συμπέρασμα από την ιστορία μας, ξένος σ’ αυτή τη χώρα είναι αυτός που επιστρέφει.

 

Έχει κι άλλες πολλές ιστορίες όμως και στο τέλος θα συνθέσουμε τη μορφή του. Έχετε το νου σας για τη συνέχεια…