Το σκληρό reality show των εκλογών

Ο Μεγάλος αδερφός σε παρακολουθεί και έχει επεκτείνει την επιρροή του πάνω σου. Γιατί τώρα όχι μόνο σε βλέπει, αλλά πια «βλέπει» και τα συναισθήματα του, αφού πολύ απλά αυτός σου τα επιβάλλει.

Το 1948 ο Τζωρτζ Όργουελ γράφει το μυθιστόρημά του 1984, μια δυστοπία γύρω από την συνεχή παρακολούθηση των πολιτών από ένα απολυταρχικό καθεστώς που τον επικηδεμονεύει ασφυκτικά και διαρκώς. «Ο μεγάλος αδερφός σε βλέπει» ήταν το μότο του μυθιστορήματος, και σε λίγες δεκαετίες ακριβώς η ίδια φράση θα ακουγόταν σε τηλεοπτικό προιόν με τον τίτλο ”Big Brother”.Πλέον η παρακολούθηση των παικτών δε θύμιζε δυστοπικό σενάριο, αλλά μια διασκεδαστική πραγματικότητα κλειδαρότρυπας. Ένα reality show που γύρισε 70 χώρες, έγινε trendy, έγινε must και εκτόνωσε τη διάθεση του τηλεθεατή για «κοινωνικό ενδιαφέρον» ή για αδυσώπητο ξέσκισμα σαρκών με άλλοθι την προσωπική αλήθεια των παικτών. Προφήτης ή -άθελα του- εμπνευστής ο Όργουελ περιγράφει τη ζωή μας, όχι μόνο την κοινωνική,αλλά και την πολιτική πια. Γιατί ποιός είπε πως ο κόσμος βαρέθηκε τα reality; Τα κρύα νούμερα της AGB δεν είναι αξιόπιστοι δείκτες της ανταπόκρισης του κόσμου στο reality. Το reality μπήκε στον πολιτικό στίβο, κι έγινε πρόθεση ψήφου, έγινε πολιτικό κίνητρο και κριτήριο.

Στο κατώφλι των εκλογών, οι υποψήφιοι πολιτικοί δείχνουν να έχουν αφομοιώσει πλήρως τις αρχές του σωστού reality και πράττουν αναλόγως. Γιατί πια οι λέξεις τους ατονούν, οι πολιτικοί τους λόγοι συρρικνώνονται και τη θέση τους παίρνουν κακώς παιγμένα reality μονόπρακτα. Κι αν κάνεις να τους ρωτήσεις για πολιτικές θέσεις, θα πετάξουν το μπαλάκι στην αδυναμία των άλλων (”γιατί ο άλλος έχει θέση;”) και σιγά σιγά αντί πολιτικών προγραμμάτων, θα αρχίσουν να αφηγούνται την ταραγμένη ζωή τους, τη γεμάτη εμπόδια, τη γεμάτη κακούς πολέμιους που θέλησαν να τους ανακόψουν την ανοδική πορεία, ενώ θα αυτοδιαφημιστούν και θα αυτοταμπελαριστούν ως ντόμπροι, αληθινοί και καλοί. Έτσι σκέτο, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία. Στην καλύτερη περίπτωση θα αρχίσουν να σου περιγράφουν το παρελθόν τους, αντί να σου μιλήσουν για το μέλλον σου. «…. ο σκοπός της Νέας Ομιλίας είναι να στενέψει τα όρια της σκέψης. Στο τέλος θα κάνουμε κυριολεκτικά αδύνατο το έγκλημα της σκέψης,γιατί δεν θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς…», θα γράψει ο Όργουελ.

Και μήπως εκεί δεν μας οδηγούν τα πράγματα; Όταν στερεύουν οι πολιτικές προτάσεις πάνω στις οποίες οι πολιτικοί αντίπαλοι μπορούν να αντιπαρατεθούν γόνιμα, και αντί αυτών παρεμβάλλονται οι προσωπικές ιστορίες του καθενός,τι να πεις; Όταν κάποιος αποφασίζει να πολιτευτεί,όχι γιατί έχει ξεκαθαρίσει έναν πρόχειρο -τουλάχιστον- άξονα πολιτικών θέσεων, αλλά ρίχνεται στη μάχη με όπλο την «ντομπροσύνη»,την «λεβεντιά» του, την «ευγενειά» του, κι ένα γερό προσωπικό δράμα που το πουλάει κατά το δοκούν, τι να αντιπαραθέσεις;

Ο ένας κλαίει που δεν είπε στον πατέρα του ”σ’ αγαπώ” πριν πεθάνει, ο άλλος είναι δυσλεκτικός, ο παράλλος στηρίζει την πολιτική του επιτυχία σε ζουζουνίστικα επιδοκιμαστικά μηνύματα της συμβίας τους κι έτσι σε καλεί να τον ξαναψηφίσεις. Ένας άλλος δεν κοιμάται τα βράδια, άλλος μες στην παραζάλη της αυπνίας του φτιάχνει κόμματα, ενώ κάποιος άλλος προσεύχεται στην εκκλησία μιλώντας στο θεό. Κι είμαι τόσο βέβαιη πως κάποιος άλλος υποψήφιος κάπου σε αυτή τη χώρα διεκδικεί ψήφο επειδή η μάνα του είναι στο Τζάνειο με πρόβλημα στα νευρά, ή έχει τη γιαγιά του με σάκχαρο και νιώθει απελπισμένος κάθε φορά που της αρνείται τα λουκουμάκια. Άλλος θα ‘χει πατέρα εθισμένο στο τζόγο, και οι εκλογές θα ‘ναι το προσωπικό του στοίχημα για να ρεφάρει. Κι έτσι η «νέα Ομιλία» στενεύει επιδεικτικά τα όρια της γλώσσας, και προβάλλει σε πρώτο πλάνο τα καλά προβαρισμένα συναισθήματα του πολιτικού πομπού.

Κι αν αλήθεια μας έχει ξεμείνει λίγος σεβασμός για εμάς και για τους γύρω μας, πρέπει να αδιαφορήσουμε για το reality του οποιουδήποτε, όποιος κι αν μας το σερβίρει.

Γιατί φίλε υποψήφιε, έχω σε μεγάλη υπόληψη την λογική μου, τη σκέψη μου και τη γλώσσα που εσύ πας βιαίως να μου στενέψεις. Και δεν οφείλω για το ταραγμένο σου παρελθόν, ούτε για τη αβάσιμη «ειλικρίνεια» του παρόντος σου, να διαταράξω το δικό μου μέλλον.