Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε…στο Εθνικό

Στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου ανεβαίνει φέτος το πιο γνωστό έργο του Σικελού πρωτοπόρου θεατρικού συγγραφέα και διανοούμενου Λουίτζι Πιραντέλο, το “Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε”. Μια κωμωδία καταστάσεων, η οποία περιστρέφεται γύρω από την άφιξη και την μυστηριώδη συμπεριφορά του κρατικού υπαλλήλου Πόνζα, ο οποίος μετακομίζει στην πόλη με τη γυναίκα και την πεθερά του. Η συμπεριφορά αυτού, αλλά και της πεθεράς του προκαλούν το έντονο και αδιάκριτο, πολλές φορές, ενδιαφέρον του προϊσταμένου του και του κύκλου του, οι οποίοι θα κάνουν και θα προσπαθήσουν τα πάντα, προκειμένου να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους, αλλά και να αποδείξουν, ο καθένας για τον εαυτό του, την αλήθεια την αντιφατικών σεναρίων που έχουν πλέξει για τον Πόνζα και που για αυτούς δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η δική τους αλήθεια. Αυτή που οι ίδιοι πιστεύουν ακράδαντα. Μια αλήθεια, η οποία αλλάζει διαρκώς, ανάλογα με τα γεγονότα, ή μάλλον την αφήγηση των γεγονότων, ανάλογα με την σκοπιά του καθενός.

Η αδιακρισία της κοινής γνώμης και η απίστευτη ευκολία της να βγάζει συμπεράσματα, αλλά και να κρίνει οποιαδήποτε διαφορετική συμπεριφορά είναι το επίκεντρο της ιστορίας. Από τον τίτλο και μόνο, μπορεί κάποιος να καταλάβει, πώς η αλήθεια όσων λέγονται, είναι απλώς η αλήθεια του καθενός. Η αλήθεια των γεγονότων είναι, σχεδόν πάντα, κάτι τελείως διαφορετικό. Και αν ακόμη το ξέρουμε αυτό, είναι πολύ πιο διασκεδαστικό, ακόμα πιο αυτοσαρκαστικό, αλλά συνάμα και ζήτημα αυτοκριτικής, το να το βλέπουμε να εκτυλίσσεται μπροστά μας. Κι αυτό, διότι κατά τη διάρκεια της παράστασης, είναι πολύ δύσκολο να μην αναρωτηθεί ο θεατής, έστω και μια φορά; “Μα ποια είναι τέλος πάντων η αλήθεια;” Κι εδώ εντοπίζεται μια από τις επιτυχίες του έργου. Το γεγονός ότι σε κρατάει, μέσα σε ένα χαοτικό και νευρικό σενάριο, το οποίο επαναλαμβάνει ουσιαστικά, ξανά και ξανά την ίδια ιστορία από διαφορετικές σκοπιές και θα μπορούσε πολύ εύκολα να κουράσει, αλλά και ότι, αν προσέξεις λίγο την υπόθεση και υποψιαστείς, θα καταλάβεις ότι κι εσύ, είσαι λίγο-πολύ κομμάτι της κοινής γνώμης. Αυτήν, την οποία στη διάρκεια της παράστασης μπορεί να κοροϊδέψεις λίγο.

Από άποψη σκηνοθεσίας, ο Δημήτρης Καρατζάς αποδεικνύεται ένα καλό χαρτί, το οποίο χρησιμοποιεί το Εθνικό. Ένας από τους νεότερους, αν όχι ο νεότερος σκηνοθέτης -μόλις 26 ετών-που έχω δει να ανεβάζει τόσο διάσημο έργο και να τα καταφέρνει καλά. Η νευρικότητα, στα όρια της υστερίας, αλλά και οι κοφτές, απότομες, βιαστικές και πολλές φορές αλλοπρόσαλλες κινήσεις της κοινής γνώμης, σε σχέση με την ηρεμία και τη γαλήνη, ως μέσο πειθούς και πειστικότητας, του Πόνζα και της πεθεράς του, έδιναν μια αντίθεση κινησιολογικά, η οποία ενίσχυε και την αντίθεση των χαρακτήρων. Η ιδιαίτερη κινησιολογία και διάταξη των ηρώων στη σκηνή ήταν σημαντικό κομμάτι του έργου και λειτουργούσε καταλυτικά για την κατανόηση του νοήματος του κειμένου, κάτι που δείχνει έναν σκηνοθέτη, που δουλεύει με έμφαση στην λεπτομέρεια και σεβασμό προς το κοινό. Μερίδιο στην επιτυχία του αποτελέσματος πάει και στην Σταυρούλα Σιάμου, η οποία υπογράφει την κίνηση. Αν και κάπως κουραστικό, λόγω της διάρκειας και της συνεχούς νευρώδους σκηνοθεσίας, το αποτέλεσμα δεν είναι βαρετό και αφήνει καλές εντυπώσεις.

Στο σύνολό τους επίσης οι ερμηνείες ήταν αρκετά καλές, με αυτές της Ξένιας Καλογεροπούλου, Μαρίας Κεχαγιόγλου, Έμιλυ Κολιάνδρη, Υβόννης Μαλτέζου και Μιχάλη Οικονόμου να ξεχωρίζουν. Πέραν της Ξένιας Καλογεροπούλου, όλοι οι υπόλοιποι ρόλοι ήταν από την πλευρά της νευρικής κινησιολογικά ερμηνείας, η οποία ήταν απαιτητική, αλλά οι ηθοποιοί αντάξιοι του ρόλου τους. Ιδιαίτερα καλή ήταν η Ξένια Καλογεροπούλου, που υπογράφει και την μετάφραση του έργου και υποδύεται την πεθερά, ονόματι Φρόλλα, του Πόνζα, η οποία προσπαθούσε να πείσει για την αλήθεια των λεγομένων της και χρησιμοποιώντας ως όπλο την ηρεμία και την πραότητα, ταλέντα τα οποία πηγάζουν και από τα χρόνια της εμπειρίας στον χώρο του θεάτρου, έπειθε, πάντα προς στιγμήν. Αφού μετά, ερχόταν ο ίδιος ο Πόνζα, ο Μιχάλης Οικονόμου και με βάση το εύθικτο του χαρακτήρα του μπέρδευε την κοινή γνώμη, η οποία ζαλισμένη επιδιδόταν σε άλλον έναν κύκλο υστερίας. Ιδιαίτερη φιγούρα στον κύκλο αυτόν ήταν και η Ελίνα Ρίζου, στον ρόλο της Ντίνας, η οποία ακούραστη υπηρετούσε τον ρόλο της, έναν ρόλο απαιτητικό και χάριν του σεναρίου και της σκηνοθεσίας, λίγο γελοίο, χωρίς όμως να γελοιοποιείται η ίδια. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν αξιοπρεπές και καλό, δένοντας μια ιδιαίτερη, αλλά καλή σκηνοθεσία με ένα έμπειρο θεατρικά και πολύ αξιόλογο καστ ηθοποιών, χαρακτηριστικά που θα ήταν δύσκολο να οδηγήσουν σε αποτυχία.

 

Η ταυτότητα της παράστασης:

 

  • Μετάφραση Ξένια Καλογεροπούλου

  • Σκηνοθεσία Δημήτρης Καραντζάς

  • Σκηνικά Ελένη Μανωλοπούλου

  • Κοστούμια Ιωάννα Τσάμη

  • Κίνηση Σταυρούλα Σιάμου

  • Μουσική Κορνήλιος Σελαμσής

  • Φωτισμοί Αλέκος Αναστασίου

  • Συνεργασία στη δραματουργία Κατερίνα Κωνσταντινάκου

  • Βοηθός σκηνογράφου Τίνα Τζόκα

  • Βοηθός σκηνοθέτη Θεοδώρα Καπράλου

 Διανομή:
  • Φρόλλα Ξένια Καλογεροπούλου

  • Αμάλια Αγκάτσι Μαρία Κεχαγιόγλου

  • Υπηρέτης -Τσεντούρι Μιχάλης Κίμωνας

  • Κα Σιρέλλι Έμιλυ Κολιανδρή

  • Κος Σιρέλλι Θύμιος Κούκιος

  • Κα Τσίνι Υβόννη Μαλτέζου

  • Λαμπέρτο Λαουντίζι
    Κώστας Μπερικόπουλος

  • Πόνζα Μιχάλης Οικονόμου

  • Ντίνα Ελίνα Ρίζου

  • Κα Πόνζα Σταυρούλα Σιάμου

  • Αγκάτσι Γιώργος Συμεωνίδης

  • Ο Νομάρχης Μηνάς Χατζησάββας