«Και για το πείσμα σας, γουρούνια, θα αντέχω»

Ξεκίνησα να κάνω κάτι που απέφευγα για χρόνια. Πήρα μολύβι και χαρτί για να καταγράψω σκέψεις και συναισθήματα. Έχω να νιώσω αυτή την επιθυμία απ’ όταν πήγαινα σχολείο. Έκτοτε, ο υπολογιστής έγινε η προέκταση του μυαλού και του χεριού μου. Ποιο χαρτί και ποιο μολύβι…;

Όμως, η επιθυμία αυτή δεν προέκυψε και δεν περιορίζεται στο να ξανανιώσω την αίσθηση που αφήνει το χαρτί με τη μυρωδιά του και το μολύβι με την παιδικότητά του. Είναι κάτι βαθύτερο. Είναι ανάγκη να θυμηθώ από πού ξεκίνησα, τι ήθελα, τι ονειρεύτηκα, τότε που ακόμα αυτά τα δύο ήταν διέξοδος για μένα, τότε που το δίωρο της έκθεσης ήταν κάτι περισσότερο από πλάγιους λόγους, συνώνυμα-αντώνυμα, είδη συλλογισμών κ.ο.κ. Όταν το μάθημα της έκθεσης ήταν ταυτόσημο της έκφρασης.

Τότε, λοιπόν, έβλεπα και σκεφτόμουν αγνά. Είχα όνειρα. Ήξερα ότι η γραφή μου ήταν καλή (έτσι έλεγαν οι καθηγηταί, βλέπεις). Δε μου πήρε πολύ για να καταλήξω ότι αυτή τη δεξιότητα δεν ήθελα να την κρατήσω για τον εαυτό μου, έπρεπε να βρω κάτι στο οποίο να διοχετεύσω αυτή τη φωτιά (ναι, οι σκέψεις είναι φωτιά, καίνε το μυαλό και τα σωθικά αν τους το επιτρέψεις). Η απάντηση; Δημοσιογραφία.

Την απόφαση την πήρα σε μια –φαινομενικά- ευημερούσα κοινωνία. Πολύ σύντομα, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν προς το χειρότερο. Η ιστορία γνωστή: κρίση, μνημόνιο, λιτότητα, ανεργία, φτώχεια, αυταρχισμός. Για μια στιγμή κι ενώ σπούδαζα ακόμα (μπήκα στη σχολή το 2007) σκέφτηκα πως πάω ξυπόλυτη στ’ αγκάθια. «Το ένα μέσο μετά το άλλο κηρύττει πτώχευση ή το κλείνει με πολύ δημοκρατικές διαδικασίες το κράτος. Εσύ ονειρευόσουν να γράφεις ελεύθερα, να δίνεις τροφή για σκέψη στο διπλανό, να αναδεικνύεις ό,τι δεν πρέπει να μένει στην αφάνεια. Τώρα, τι; Τώρα, το δόγμα του «σώπα, μη μιλάς» έχει γίνει κάτι σαν την προσευχή πριν το φαγητό: μεσαίωνας και το ένα και το άλλο». Ναι, όλα αυτά είναι οι σκέψεις μου. Κι όπως σου είπα, οι σκέψεις είναι φωτιά.

Όμως, εδώ ταιριάζει γάντι μια φράση που μας έλεγε ο μαθηματικός στο λύκειο και είναι από τα λίγα που θυμάμαι από εκείνον γιατί ποτέ δεν ήμουν fan των μαθηματικών και δεν έδινα ιδιαίτερη βάση. Όποτε, λοιπόν, κάποιος από εμάς τους μαθητές έδειχνε ή να βαριέται να λύσει μια άσκηση ή απλά να μη θέλει καν να προσπαθήσει να συμμετάσχει, μας έλεγε κοιτώντας μας στα μάτια «σκάσε και κολύμπα». Κάποια στιγμή ένας συμμαθητής τον ρώτησε τι εννοεί κι εκείνος είπε: «Αγόρι μου, στη ζωή δε θα κάνεις ούτε θα ζεις πάντα αυτά που σου αρέσουν και σε ευχαριστούν. Πρέπει να μάθεις να κολυμπάς και στον αφρό αλλά και στα σκατά. Μόνο έτσι θα επιβιώσεις. Από το πιο μικρό μέχρι και το πιο μεγάλο».

Κι επειδή τα ζόρια είναι πολλά, προσπαθώ να θυμάμαι συχνά αυτή τη στιγμή της επεξήγησης του καθηγητή. Βρήκα –πάλι καλά- λίγους ανθρώπους που μοιραζόμαστε το ίδιο όνειρο. Μεγάλο πράγμα, φίλε μου. Να κοιτάς το συνοδοιπόρο σου και να ξέρεις πως –αν μη τι άλλο- έχεις δυο, τρία, τέσσερα ζευγάρια μάτια με τα οποία βλέπετε με τον ίδιο τρόπο τον κόσμο μα και αυτό που αγαπάτε να κάνετε.

Και, κάπως έτσι, «κολυμπάω». Μα δεν κολυμπάω μόνη. Τίποτα δε θα μας χαριστεί και το ξέρω. Ωστόσο, όπως πολύ εύστοχα μας έδειξε πρόσφατα με έμπρακτο παράδειγμα ένας πολύ καλός φίλος και –κατ’ εμέ τουλάχιστον- σημαντικός αρωγός αυτής της ομάδας, ένα μόνο φύλλο χαρτί το σκίζεις πανεύκολα. Ένα πάκο φύλλα χαρτί μαζί δεν μπορείς να τα σκίσεις όσο και να θες. Φυλακές (είτε μεταφορικά είτε όχι) θα χτίσουν πολλές ακόμα, αυτή είναι η δουλειά τους. Ποια είναι η δική μας υποχρέωση; Να παραμείνουμε όρθιοι ή, όπως λέει και «Η μοναξιά του Σχοινοβάτη», «και για το πείσμα σας, γουρούνια, θα αντέχω». Να αντέξουμε φίλε μου, να σηκωθούμε ψυχή τε και σώματι.