Ο Λαμπράκης ζει

“Τα μεσάνυχτα βρισκόμασταν έξω από την κεντρική είσοδο του νοσοκομείου, όταν εξήλθε ένας γιατρός. Απευθύνθηκε σε μας, ρωτώντας αν ήμασταν εκεί για τον Λαμπράκη. Του απαντήσαμε ‘ναι’. Είπε ότι χρειαζόταν ένας από μας, γιατί δεν επαρκούσε το νοσηλευτικό προσωπικό. Πήγα εγώ. Κατέβηκα με το γιατρό στο πρώτο υπόγειο. Από ένα μακρόστενο διάδρομο μπήκαμε σε ένα κλειστό θάλαμο. Στην είσοδο βλέπω τη γραμματέα της οργάνωσής μας, Καίτη Τσαρουχά, να κρατάει στα χέρια της τον βαρύτατα τραυματισμένο πατέρα της, Γιώργη Τσαρουχά (χτυπήθηκε το ίδιο βράδυ), βουλευτή Καβάλας της ΕΔΑ. Στο βάθος δεξιά ξαπλωμένο ανάσκελα, το σώμα του Γρηγόρη Λαμπράκη”. Θ. Γρέβιας, υποστηρικτής του Γρηγόρη Λαμπράκη, κατά την ανάκριση μετά τη δολοφονία του τελευταίου

lamprakis-2 

Ο μεγάλος αγωνιστής της Δημοκρατίας και της Ειρήνης γεννήθηκε σαν σήμερα, και, ιδιαίτερα σε τέτοιους καιρούς, είναι ακόμα εδώ. Γεννήθηκε στις 3 Απριλίου του 1912 στην Κερασίτσα Αρκαδίας. Πέραν της αγωνιστικής του δράσης, ο Γρηγόρης Λαμπράκης ξεχώρισε και σε άλλους τομείς, όπως η ιατρική και η άθληση.

Από τα εφηβικά του χρόνια ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και αναδείχθηκε δέκα φορές βαλκανιονίκης στο άλμα εις μήκος, ενώ επί 23 χρόνια κατείχε το πανελλήνιο ρεκόρ του αγωνίσματος. Παράλληλα, σπούδασε ιατρική και ειδικεύτηκε στην γυναικολογία και την μαιευτική.

Έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Το 1943 ίδρυσε την «Ένωση των Ελλήνων Αθλητών» και διοργάνωσε αγώνες, από τα έσοδα των οποίων τροφοδοτούσε τα λαϊκά συσσίτια. Στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961, πολιτεύθηκε με το ΠΑΜΕ και εξελέγη βουλευτής Πειραιά. Τον ίδιο χρόνο δραστηριοποιήθηκε στο ειρηνιστικό κίνημα και με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε η Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη.

Στις 21 Απριλίου 1963, η ΕΕΔΥΕ διοργάνωσε Πορεία Ειρήνης από τον Μαραθώνα στην Αθήνα. Η αστυνομία απαγόρευσε την πορεία και συνέλαβε πολλούς από τους διαδηλωτές, μεταξύ των οποίων και τον Μίκη Θεοδωράκη. Ο Λαμπράκης προστατευόμενος από τη βουλευτική του ασυλία, πραγματοποίησε μόνος την πορεία, κρατώντας ένα μικρό πανό με το σύμβολο της ειρήνης.

Στη συνέχεια, έφυγε για το Λονδίνο, προκειμένου να συμπαρασταθεί σε Έλληνες, Κύπριους και Άγγλους διαδηλωτές που ζητούσαν την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα. Στόχος των διαδηλωτών ήταν η βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία βρισκόταν στην αγγλική πρωτεύουσα προκειμένου να παραστεί σε βασιλικούς γάμους.

Σχεδόν ένα μήνα μετά, στις 22 Μάιου 1963,ο Γρηγόρης Λαμπράκης παρέστη και μίλησε για την ειρήνη και τον πυρηνικό αφοπλισμό στη Θεσσαλονίκη. Ήδη, από την έναρξη της εκδήλωσης, πλήθος παρακρατικών και αστυνομικών με πολιτικά είχαν καταλάβει τα γειτονικά πεζοδρόμια. Μετά το τέλος της εκδήλωσης δέχθηκε δολοφονική επίθεση σε κεντρικό δρόμο της πόλης από τρίκυκλο. Κανείς αστυνομικός δεν κινήθηκε για να εμποδίσει το τρίκυκλο. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης τραυματίστηκε βαριά και υπέκυψε στα τραύματά του λίγες μέρες μετά.

Τους δράστες εντόπισε ο Μανόλης Χατζηαποστόλου («Τίγρης»), ο οποίος κατάφερε να πηδήξει μέσα στο τρίκυκλο. Μοναδικός επιβάτης του ήταν ο Μανώλης Εμμανουηλίδης, αυτός που έδωσε την χαριστική βολή στον Λαμπράκη, και οδηγός ο Σπύρος Γκοτζαμάνης. Αν και η ηγεσία της Xωροφυλακής Θεσσαλονίκης επιχείρησε να αποκρύψει κρίσιμα στοιχεία και να εκφοβίσει τους μάρτυρες, η ανακριτική κατόρθωσε να αποκαλύψει τους ηθικούς αυτουργούς ενός φανερά προμελετημένου εγκλήματος – και όχι «τροχαίου ατυχήματος», όπως με θράσος όριζε η επίσημη αστυνομική εκδοχή. Το αποτέλεσμα ήταν να βγουν στην επιφάνεια διάφορα ξακουστά ονόματα της χωροφυλακής Θεσσαλονίκης. Τελικά μόνο δύο φυσικοί αυτουργοί, Γκοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης, καταδικάστηκαν το Δεκέμβριο του 1966 σε πολυετή φυλάκιση. Απελευθερώθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.

Με την οργισμένη συγκέντρωση που ακολούθησε την δολοφονία του Λαμπράκη, ξέσπασε μία πρωτοφανής κρίση – αγώνας κατά της κυβέρνησης από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Την κηδεία του Λαμπράκη στην Αθήνα παρακολούθησε πλήθος 200.000 ανθρώπων, φωνάζοντας συνθήματα κατά της δολοφονίας. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εγκατέλειψε την πρωθυπουργία και την πολιτική τον Ιούνιο του 1963 και αποσύρθηκε στο Παρίσι. Χιλιάδες νέοι ίδρυσαν τον πολιτικό οργανισμό «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη», που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο προοδευτικό κίνημα της δεκαετίας του 1960.

Η ζωή και ο θάνατος του Γρηγόρη Λαμπράκη ενέπνευσαν τον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό στην συγγραφή ενός πολιτικού μυθιστορήματος με τίτλο «Ζ». Το 1969 το «Ζ» μεταφέρθηκε με μεγάλη επιτυχία στη μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά, με πρωταγωνιστές τον Υβ Μοντάν, τον Ζαν Λουί Τρεντινιάν και την Ειρήνη Παπά. Πρόθεση των δημιουργών του έργου ήταν να προφέρεται «ζει» και όχι «ζήτα», καθώς ήθελαν να εκφράζει ηχητικά τα συνθήματα που ακούγονταν στις διαδηλώσεις που έγιναν όταν σκοτώθηκε ο Λαμπράκης: «Λαμπράκη ζεις, εσύ μας οδηγείς» και «Ζει, Ζει, Ζει». Η ταινία πήρε Βραβείο Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας το 1970 και πλήθος ακόμη βραβείων, καθώς αποτέλεσε ταινία – σταθμό στον παγκόσμιο κινηματογράφο. Το soundtrack υπέγραφε ο Μίκης Θεοδωράκης.